Δευτέρα 28 Αυγούστου 2023

Η αιώνια άνοιξη

Αγιασμένο το χώμα
που σε σκέπασε αγάπη. 
Μέσα του ζει μια πληθώρα
σπόρων από αγριολούλουδα. 
Εδώ η λαβανιά, η ερωτιάρα
μαργαρίτα, το ταπεινό
χαμομήλι κι ο ασφόδελος. 
Λιβάδι γίνεσαι κι ανθίζεις. 
Παιδιά έρχονται και παίζουν
μαζί σου κλέφτες κι αστυνόμους. 
Μελισσάκια σε πλησιάζουν
και διαλεχτή σου ετοιμάζουν
τροφή. 
Δεν πονάς, δεν πεινάς, 
δεν πλήττεις μόνο χαίρεσαι. 

Ιερό το χώμα 
που σε κρύβει αγάπη. 
Μέσα του ζουν οι διακλαδωτές
ρίζες του σφενδάμου, 
του πεύκου, του μαύρου 
έλατου και της αγριοσυκιάς. 
Δάσος γίνεσαι και μας  δροσίζεις. 
Στα κλωνάρια σου άπειρα
πουλιά συνθέτουν εαρινές
συμφωνίες. 
Πολλές οι πηγές που 
σε περιστοιχίζουν. 
Εκεί να πλένεσαι, να ξεδιψάς, 
να καθρεφτίζεσαι και να
ομορφαίνεις. 
Δεν λυγίζεις, δεν διψάς, 
δεν φοβάσαι μόνο χαίρεσαι. 

Καρπερό το χώμα
που σε τύλιξε αγάπη. 
Μέσα του ζουν 
κι αναπτύσσονται μυριάδες
φυτά και βότανα. 
Εδώ το καλαμπόκι, η φασολιά,
η καρπουζιά και τα αρώματα
της μέντας. 
Κήπος γίνεσαι και μας τρέφεις. 
Στις βραγιές σου πετούν 
πεταλούδες, λιβελούλες
κι όμορφοι
χρυσομπούρμπουνες. 
Έρχεσαι και μαζί τους παίζεις 
κρυφτό και κυνηγητό. 
Φτερά ανοίγεις κι εξυμνείς
τα ουράνια πλάτη. 
Δεν πιάνεσαι, δεν κοιμάσαι, 
δεν δειλιάζεις μόνο χαίρεσαι. 

Σε μια αιώνια ζεις Άνοιξη
και καμιά άλλη εποχή 
δεν σε επισκέπτεται. 
Έρωτας γίνεσαι του Απρίλη. 
Μαστίγιο κρατάς 
και μια λήκυθο
έχεις στα χέρια. 
Τις μικρές λαβώνεις 
κορασίδες και τα αμούστακα
μυρώνεις αγόρια. 
Τίποτα δεν σου ξεφεύγει. 
Αερικό γίνεσαι 
και υπάρχεις παντού. 

Κυριακή 27 Αυγούστου 2023

Ο επιστολογράφος

Τα μάγουλα σου όταν
βρέχονται με δάκρυα
γίνονται δυο λίμνες
απάτητες. 
Σε αυτές καταφεύγω
ερημίτης που λαχταρά
λίγη δροσιά κι ανάσα ζωής. 
Εσύ μου δίνεις το 
καλοτάξιδο σκαρί
με το αρχαίο όνομα. 
Εσύ μου δίνεις τα
κουπιά για να κωπηλατώ
ανάμεσα στα νούφαρα
και τις χαμηλές λυγαριές. 
Εσύ μου προσφέρεις τα
δίχτυα να τα ρίχνω βαθιά
και μια πλούσια να πιάνω
ψαριά. 

Η καθιστή ελιά που
έχεις στην αριστερή
σου παρειά νησάκι
γίνεται ξεκούραση
να μου προσφέρει
και παρέα όμορφη
στη μοναξιά μου. 
Εκεί τα βατράχια
κι οι κορμοράνοι. 
Εκεί οι λιβελούλες, 
οι σκνίπες κι οι
άμορφοι γυρίνοι. 
Πετώ μαζί τους, 
τραγουδώ και σάλτο 
κάνω από λειχήνα 
σε λειχήνα πριν
στο νερό καταλήξω
γυμνή από έγνοιες. 

Τα γυριστά ματόκλαδα σου
καλαμιώνες γίνονται
που διαρκώς θροίζουν. 
Το τραγούδι τους ζηλεύω. 
Με κοφτερό μαχαίρι
κόβω και φτιάχνω 
τα δικά μου πνευστά  
όργανα. 
Γεμίζει ο τόπος μουσικές
κι αντίλαλους. 
Μαγεύονται τα ψάρια. 
Τα νερά κυματίζουν
και τα πλατάνια της
όχθης ξυπνούν τα
αηδόνια ορχήστρα 
για να φτιάξω μαζί τους
τα πρωινά να
ακουστούν ορατόρια. 

Η καθάρια λίμνη μου εσύ. 
Το αγιασμένο νερό
εσύ κάθε που πέφτει
ο σταυρός πάνω του
και στο κύμα επιπλέει. 
Βουτηχτής γίνομαι
και τον πιάνω. 
Τα πλήθη γύρω
χειροκροτούν και
με επευφημούν. 
Ένα περιστέρι έρχεται
και κάθεται στο χέρι μου. 
Το χαϊδεύω. 
Το φροντίζω. 
Το ηρεμώ. 
Φίλο το κάνω και
ταχυδρόμο μου. 
Αυτό είναι που
θα μου φέρει την
είδηση που χρόνια πολλά
υπομονετικά περιμένω. 
Τη δική σου πολυπόθητη 
επιστολή με τις δύο
ζωγραφισμένες μας καρδιές 
στο περιθώριο. 

Σάββατο 26 Αυγούστου 2023

Οι πλούσιοι του κόσμου τούτου

Τα ακριβά των τάφων 
κτερίσματα από την χώρα 
του ήλιου τα πήραμε. 
Τι κι αν κάηκαν τα χέρια μας. 
Τι κι αν σταφίδιασε το δέρμα μας 
και τα ατίθασα μαλλιά μας 
με γενειάδα καλαμποκιού 
πήραν να μοιάζουν, εμείς στιγμή 
δεν διστάσαμε θησαυρούς 
να κορφολογούμε κι έπειτα 
αμίλητοι σε προθήκες μυστικές 
δίπλα στα στέφανα του γάμου 
να τους αποθέτουμε ευλαβικά. 

Τον ξέραμε καλά το δρόμο 
ως εκεί πέρα. 
Δεν χρειαστήκαμε χάρτες διόλου 
μήτε βιβλία ονείρων
συμβουλευτήκαμε. 
Γνώριμη η διαδρομή 
σαν κι εκείνη του παράδρομου 
που παίρναμε παιδιά ακόμα 
για να φτάσουμε στα ξωκλήσια 
-όμοιοι ταπεινοί προσκυνητές-
με το αριστερό μας χέρι να 
χτυπήσουμε την σκουριασμένη 
από τον χρόνο καμπάνα σάμπως
φωτιά μέγιστη να μας κυνηγούσε. 

Ο ήχος έφτανε στα χωριά μας. 
Ξυπνούσαν οι μανάδες και
έτρεχαν έντρομες για να μας 
φέρουν πίσω με μια βέργα 
μυρτιάς στο χέρι. 
Ανυπάκουοι εμείς δεν τις ακολουθούσαμε, 
φτερά βγάζαμε, φεύγαμε κλέβοντας τους 
τα τσεμπέρια μέσα τους  
για να κρύψουμε 
παπαρουνόσπορους μαζί με δυο 
σπυριά διαλεχτού σταριού. 
Γελούσαμε έτσι όπως ήταν 
αναμαλλιασμένες και ξοπίσω μας έτρεχαν. 

Μεσημέρια πάντα τις κάναμε
αυτές τις διαδρομές. 
Τότε που ο ήλιος, 
μέγας αντάρτης του ουρανού, 
γυάλιζε τις κοντόκανες 
του καραμπίνες με λάδι απ'
το καντήλι των αδικοχαμένων
ναυτίλων. 
Τον παρακολουθούσαμε 
εκστασιασμένοι κι αυτός
πειθήνια μας παρέδιδε
στα πόδια τα κλειδιά με
τον σπάνιο θυρεό. 

Στη χώρα του μπαίναμε. 
Βοηθούς του μας έχριζε. 
Σε κολυμπήθρα βαθιά μας έχωνε 
και αρχαία μας έδινε ονόματα. 
Τέκνα του εμείς εκλεκτά 
κτερίσματα υφαρπάζαμε απ' 
τους κοιτώνες του πολλά. 
Πλούσιοι του κόσμου τούτου 
κατά το δείλι επιστρέφαμε
στο σπίτι με τις τσέπες 
παραγεμισμένες με θησαυρούς. 
Οι μανάδες γέλαγαν και με τα 
καινούργια μας προσφωνούσαν 
ονόματα.
Τους απαντούσαμε με ένα νεύμα  
συνωμοτικό και σε ένα γαλήνιο 
πέφταμε ύπνο χωρίς όνειρα.

Πέμπτη 24 Αυγούστου 2023

Το απόκοσμο τέρας

Το απόκοσμο τέρας
κουνούσε την ουρά του. 
Τραχύ το σώμα του. 
Φολίδες σταχτιές 
και που και που
κάποιες στο χρώμα 
της λάβας. 
Ανοιχτό στόμα 
ξεδοντιάρικο 
και γλώσσα άσεμνη
καυτή σαν αστραπή. 
Μιλούσε ακατάπαυστα. 
Ξερνούσε λόγια  ιταμή
με άγνωστες ρίζες. 
Βρισιές κακούργων, 
φονιάδων και γερόντων
σαλεμένων από το πιοτί
ξεστόμιζε βρυχώντας

Το απόκοσμο τέρας
δεν κοιμόταν ποτέ
Δίπλα του καμμένα
δάση, έμβρυα νεκρά, 
ένα κανάτι με δηλητήριο
και δυο ιδρωμένες παλάμες. 
Έρποντας σήκωνε χώμα, 
ραγισμένα οστά και
ψεύτικα μαλλιά μιας
κούκλας που ένα φοβισμένο
παιδί άφησε στην άσφαλτο. 
Ανοιχτά τα μάτια του κατακόκκινα
φλόγες πετούσαν και
κίτρινο θειάφι, χλώμιαζε 
ο ορίζοντας κι ο ήλιος
ωχρή φορούσε στολή. 

Οι γύρω λόφοι θυμιάτιζαν 
βαρύ καπνό για να το αποκοιμίσουν. 
Οι αθώοι έκλειναν τα βλέφαρα
να μην το βλέπουν, το 
καταριόνταν, σήκωναν 
τις φούστες ψηλά 
οι γυναίκες
κι έβγαιναν πουλιά 
υπερμεγέθη  
από τους κόλπους τους 
για να το καταδιώξουν, 
τη σπλήνα
να του αφαιρέσουν. 

Οι νεκροί σπιούσαν 
τα μνήματα
μην αντέχοντας άλλο 
την ταφόπλακα και το 
σαπισμένο κρέας. 
Έβγαζαν ασπίδες. 
Κοντάρια μοίραζαν
στα πλήθη. 
Το απόκοσμο τέρας
ψυχορραγούσε 
κι ανασταίνονταν εσαεί. 

Κάποιοι λίγοι
του παραστέκονταν. 
Μιαροί. 
Αλήσμονες. 
Μωροί. 
Με φολίδες κι αυτοί
στο σώμα όπως εκείνο. 
Μάχη δόθηκε
στήθος με στήθος 
Ο λαός ξάγρυπνος
σε κελί υγρό το απώθησε. 
Πάνω του έριξε όλο
του κόσμου το ανάθεμα. 
Εφεξής τροχίζει μαχαίρια, 
σπαθιά κραδαίνει, 
στίχους ψελλίζει 
κουλουριασμένο 
κι υπνωτισμένο να
το βρει και να το αποκάνει. 

Κυριακή 20 Αυγούστου 2023

Χαϊκού

Σύνθλιψη σταριού
βαριές οι μυλόπετρες-
σκόνη πλανιέται. 

*
Ισχνά κρινάκια
καμήλες της ερήμου-
άμμος και σκόνη. 

*
Άλογο περνά-
σκόρπιοι ήχοι και σκόνη
καφάσια μήλων. 

*
Σχισμές με σκόνη
βράχια με κυκλάμινα
η ρίζα λεπτή. 

Άκουσμα γρύλων-
σκόνη του γαλαξία
φεγγάρι χλωμό. 

*
Κίτρινη σκόνη
άνθη της μαργαρίτας-
ρίψη πετάλων. 

*
Θερισμός σταριού
οι μηχανές βουίζουν-
σκόνη τ' άγανα

*
Μπάλες μ' άχυρα
η σκόνη αιωρείται-
ο ήλιος θαμπός. 

*
Σκόνη της χέννας
ανεμίζουν κοτσίδες-
θέρους μελτέμι. 

*
Γούβες αλατιού-
κρωξίματα των γλάρων
αρμύρας σκόνη. 

Άνθος του λωτού
σκόνη γίναν τα φύλλα-
φονικό το πυρ. 

*
Καυτή κάμινος-
μακάβρια μία σκόνη. 
θέρους τελετή. 

*
Κύμα του θέρους
σκόνη πάνω στους βράχους-
χταποδιών φωλιές. 

Παρασκευή 18 Αυγούστου 2023

senryu

17συλλαβο χιουμοριστικό ποίημα (συλλογική προσπάθεια τριών) 

Κοτρώνα εν πλω
χαλίκια κατρακυλούν
τραβούν στο χαμό. 

*
Τρύπιες παντούφλες
χαλίκι στη θάλασσα
το πόδι πονεί. 

*
Μια θρούμπα ελιά
το λάδι σού έβγαλε
άδειος τενεκές. 

*
Βρήκα μια ελιά
αλλόκοτη τη νιώθω
σκατάκι μοιάζει. 

*
Ταίρι αγύρτης
μακαρόνι στα δύο 
ήσουν μια λαίδη. 

*
Όμορφα βρύα
το ταίρι τους προσμένουν
βρήκαν λειχήνες. 

*
Τα φώτα σβηστά
ξεκινούν οι νταλίκες
ο χάρος γελά. 

*
Φώτα σε σένα
δώσε ό,τι γνωρίζεις
κατίγκω γίνε.

*
Σπάει το κουμπί
η τιράντα θα πέσει
αποκάλυψη. 

*
Τρίμματα βράχου
τα χαλίκια στον βυθό
λεπτές λεπίδες. 

*
Σκαιός ο γαμπρός
νύφη πατάει πόδι
φιάσκο ο γάμος. 

*
Πέσαν τιράντες
το σώβρακο φάνηκε
πιτσιλιές ούρων. 

*
Μακρινά φώτα
σαλπάρει το καράβι
ποντικιών φωλιά. 

*
Έπιασε κρύο
χιονάνθρωπος στον κήπο
μπάμια η μύτη. 

*
Πυκνή γενειάδα
μοναχός στο κελί του
πασιέντζα ρίχνει. 

*
Άμαξα περνά
τα μάγουλα ανάβουν
μούτρα ντροπαλά. 

*
Θράκα κόκκινη
οστά εν τω καμίνω
μούμια η ψυχή. 

Πέμπτη 17 Αυγούστου 2023

Έτερη φύση

Μέσα στο μπαούλο μου
κρατάω ένα φόρεμα πορφυρό. 
Νεράιδες το είχαν πάρει
και το έβαψσν στα χρώματα
του δειλινού. 
Ακριβό είναι ρούχο από
μετάξι με πολλά βολάν 
και πιέτες διπλές. 
Ποτέ δεν τσαλακώνεται 
καθώς τα αερικά του ποταμού
φροντίζουν με ένα παλιό
σίδερο με κάρβουνα οξιάς 
να το σιδερώνουν κάθε που 
χαράζει η μέρα στην πόλη 
κι οι αχτίδες αντανακλώνται
μέσα στα σύννεφα. 

Τα απογεύματα το φοράω
και βγαίνω στην αγορά 
χρωματιστές κλωστές 
κι αρώματα να πάρω. 
Έτσι μακρύ και πλούσιο
που είναι ξεσκονίζει καλά 
τα πλακάκια των πεζοδρομίων, 
την καυτή άσφαλτο και
τα παγκάκια που κλίνες
γίνονται τις νύχτες των
ζητιάνων και των ποιητών. 

Βαρύ είναι φόρεμα κι ωραίο
μόνο που έχει ένα μικρό 
ελαττωματάκι στο φερμουάρ. 
Δεν κλείνει ως πάνω κι έτσι
αφήνει να φαίνονται γυμνοί
οι ώμοι, η πλάτη και το βαθύ
ντεκολτέ. 
Είπα να το επιδιορθώσω 
μα που χρόνος και χρήμα κι όρεξη. 
Ο κόσμος με κοιτάει περίεργα
και κάπως καχύποπτα μα εγώ
τους προσπερνάω 
αμίλητη χαιρετώντας
τους με την ανοιχτή μου παλάμη. 

Από μικρή έχω συνηθίσει 
αυτά τα βλέμματα που 
καρφώνουν ίσα στην καρδιά. 
Περπατάω λοιπόν αγέρωχη
κι ανέμελη με το πορφυρό
μου ρούχο κι αγναντεύω
το ηλιοβασίλεμα σμίγοντας
τα μάτια μου. 
Αυτό το φόρεμα είναι το άλλο
μου μισό. 
Εκείνο που κατοικεί στα δυτικά
του κόσμου στενάκια και
με φωνή στεντόρεια σε καλεί
να γυρίσεις πίσω για να 
κλείσεις επιτέλους
ως απάνω το φερμουάρ. 
Εσύ μόνο μπορείς χέρι
να μου δώσεις και καρτερία 
μισόγυμνη να μην με βρίσκει
και με μολευει ο όχλος
και τα περίεργα πλήθη
που βαδίζουν δίπλα μου
συντεταγμένα σε ορδές. 

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2023

Η άνυδρη γη

Ρόδισε η ανατολή αγάπη. 
Καθαρότατος προμηνύεται
να βγει σε λίγο ο ήλιος πίσω 
από τις λεύκες. 
Πάρε μαζί σου μια λάμα 
κοφτερή να σφάξουμε ένα 
σύννεφο την πορεία 
προς το φως να μην μας ανακόψει. 
Είναι τόσο όμορφες οι ώρες
οι πρωινές και φορούν
κατάσαρκα νέες ελπίδες. 
Ήσυχα και παράξενα είναι 
όλα γύρω. 
Το νυχτολούλουδο δες αφήνει
το νυχτοκάματο και πάει
να κοιμηθεί στο στενό ντιβάνι. 
Το σαλιγκάρι που σεργιάνιζε
στις χλωρασιές κρύφτηκε
στο καβούκι του εξαντλημένο. 
Η αργυρή σελήνη μάζεψε μια
φούχτα αχτίδες και σαν μωρά
τις αποκοιμίζει. 

Στο πέτρινο σπίτι κανείς
δεν ξύπνησε και κοίτα τους
πως στα όνειρα πηγαίνουν 
βουβοί στάζοντας δάκρυ 
κι ιδρώτα. 
Ακόμα κι η γάτα στο χαλί
χουζουρεύει ανυποψίαστη. 
Έλα εδώ με το πρώτο χάραμα. 
Είναι χρόνια που κοιμάμαι
ελάχιστα και διακαώς σε 
περιμένω φορώντας ένα
διάφανο ρούχο την ψυχή μου
να διαβάζεις. 

Σου έχω ετοιμάσει διπλό
καφέ όπως κάθε μέρα άλλωστε. 
Χρόνια γυρίζω το φλιτζάνι
σου και πάντα μια κερκόπορτα
βρίσκω στο δεξί χείλος. 
Πώς να την ανοίξω;
Τα κλειδιά μόνο εσύ τα κρατάς 
μέσα στο διπλωμένο μαντήλι
της οικοδομής μαζί με τα
μουσκεμένα μου φιλιά. 
Φρουρός του έρωτα γίνομαι. 
Την πόρτα ποτέ δεν σφαλίζω. 
Τα παράθυρα μισάνοιχτα τα
αφήνω. 
Και στην μάντρα που εσύ έχτισες 
τρεις μεγάλες πέτρες αφαίρεσα 
πέρασμα να βρίσκεις
να έρχεσαι εδώ μόνο για μένα. 

Έλα πριν ο ήλιος ανατείλει
και μας σκάψει τα μάγουλα βαθιά 
και το πηγούνι μας στραβώσει. 
Σε θέλω όμορφο. 
Σε θέλω αδάκρυστο κι ευθυτενή. 
Σε θέλω λουσμένο και καθαρό
με την πρωινή δροσιά στο λινό
σου σακάκι να μπαίνει. 
Να σε ακουμπήσω, να σε πιω
για μια στιγμή. 
Κοίτα το σώμα μου πόση
ξηρασία έχει μαζέψει. 

Τίποτα δεν φυτρώνει πάνω
του κι εγώ που αγαπούσα 
τόσο τα γιασεμιά και τις τουλίπες 
άλλο δεν έχω τώρα παρά 
μόνο μία άνυδρη γη. 
Εσύ ο γάργαρος καταρράκτης. 
Εσύ το νάμα κι ανοιχτή αρτηρία. 
Το πρώτο τρένο εσύ που χωρίς
αποσκευές θα μας πάει
στα μέρη εκείνα που κάθε μέρα
σχόλη έχουν. 
Σε περιμένω με δυο φιλιά στα
χείλη μοναδικό για σένα δώρο 
κι ύστατη απαντοχή. 

Τρίτη 15 Αυγούστου 2023

Χαϊκού των εποχών

Μια πεταλούδα-
βγήκε απ' το κουκούλι της
φτερά τινάζει. 

*
Λάμψη του θέρους-
βόλους παίζουν τα παιδιά
αλάνα παλιά. 

*
Καλούν τζιτζίκια-
ο άνεμος κοπάζει
θάλασσα λάδι. 

*
Γεύμα θερινό-
ώριμο το καρπούζι
κουκούδες μαύρες. 

*
Βαρύ πεπόνι-
ψευτόμαγκας με ύφος
σφάζει η ματιά. 

*
Πέφτουν αστέρια-
αδειανό στερέωμα
οι γρύλοι άδουν. 

*
Φωλιά ελαφιού
πυκνώματα του δάσους
αηδόνια λαλούν. 

*
Φωνές προσκόπων-
στοιχισμένη ομάδα
λαφρά τα ρόδα. 

*
Το κρύο δριμύ-
μπουκωμένη η μύτη
μάτια ζεματούν. 

*
Θέρους πάθημα-
βελόνες των αχινών
πονά το πόδι. 

*
Ανεμότρατα
συνοδοί τα δελφίνια
χορός υδάτων. 

*
Βαριές πιατέλες
λουκούλλειο το γεύμα
το ρόδι σπάει. 

*
Άσπρη η σκάλα-
μυρωδιά βασιλικού
λεπτά ανθάκια. 

*
Άμμος με κρίνα
ήχος της τραμουντάνας 
ασημί βότσαλα. 

*
Ξηρός ο λαιμός
μπαινοβγαίνει το κρύο
κουβέρτα ζεστή. 

Δευτέρα 14 Αυγούστου 2023

Senryu

Χιουμοριστικό ποίημα με 17 συλλαβές και με απαιτούμενη λέξη τη σκόνη. 

Κυνηγός περνά
μυρίζει το μπαρούτι
σκόνη ο λαγός.

*
Άμαξα φτάνει
ματοτσίνορα κλείνουν
τουλούμια σκόνης.

*
Αθλητής περνά
γοργά τα βήματα του
μυγάκια σκόνης

*
Γάμος γίνεται
φτερνίστηκε η νύφη
σκόνη ο γαμπρός. 

*
Μια μαργαρίτα
πανδαισία χρωμάτων
τόπια η σκόνη. 

*
Μια πεταλούδα
στριφογυρνά στη λάμπα
τερμίτες σκόνης. 

*
Παλιά ντουλάπα
κατοικία του σκώρου 
σκόνη τα ρούχα. 

*
Μυρμηγκιών φωλιά
κρισαρισμένη σκόνη
ο τόπος σαθρός. 

*
Στράτευμα περνά
παραλλαγής οι στολές
σκόνη ο εχθρός. 

*
Γεροντοκόρη
χρυσή βέρα στο χέρι
σκόνη τ' όνειρο. 

*
Τρανός ο γλύπτης
βραχίονας με σκόνη
κεφάλι γουλί. 

*
Φθινοπώριασε
χορεύουνε τα φύλλα 
θρύψαλα σκόνης. 

*
Κουστούμι μαύρο
σκόνη η πιτυρίδα
μαλλί λιπαρό. 

*
Βαθιά λακκούβα
πέφτει και τσακίζεται
σκόνη το γόνα. 

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Οι αμόλυντοι

 Πλύναμε τις αμαρτίες μας
στη θάλασσα.
Καθαρτήρια αυτή μας δέχτηκε
σαν την μάνα τον αγαπημένο 
πρωτογενή της.
Πήρε τα ανομήματα μας και
τα κατέβασε στους βυθούς.
Δίπλα σε κοράλλια ασύλητα,
σε ιππόκαμπους κολλημένους πάνω
στα βράχια και σε αστερίες με σπασμένο
το δεξί τους πόδι τα εναπόθεσε.
Νιώσαμε ξάφνου ελαφροί σαν
τις πεταλούδες που τρυγουν
νέκταρ από λουλούδια αθάνατα
μέσα σε περιβόλια που ποτέ
δεν πλησίασαν πολεμοχαρή
στίφη.

Πολλά τα ανομήματα μας δεν
μας αφήνανε να κοιμηθούμε.
Με πλοιάρια φτάσαμε ως εκεί.
Σε καλοτάξιδα σκαριά με πανιά
από κάμποτο πλέαμε.
Δώρα κάποιων θεών που
οι πρόγονοι μας απαρνήθηκαν
και τους ναούς είχαν
κάψει με την καύσιμη ύλη
των χειλιών τους.
Στα κρουστά των κυμάτων
νερά είχε φτάσει η στάχτη
από τους συνεχείς βανδαλισμούς τους.

Κάναμε πως δεν γνωρίζαμε.
Χτυπούσαμε τα κύματα
με παλαμάρια τετράκλωνα
και με τις χρυσές αλυσίδες
των χεριών μας που μια νύχτα
είχαμε υφαρπασει από
την εικόνα του Άη Νικόλα
στο παρεκκλήσι με τα
χειροποίητα τέμπλα, τα
καπνισμένα από τις φλόγες
των κεριών και των λιβανιων
τις αναθυμιάσεις.

Στις ακτές αράξαμε τα σκαριά
μας κι αμόλυντοι ξεχύθηκαμε
στους αμμόλοφους.
Εκεί η κατοικία των προσφιλών
μας νεκρών.
Μας περίμεναν εναγωνίως
καπνίζοντας μακριά τσιγάρα
που ποτέ δεν έσβηναν.
Μύριζαν μπαρούτι, θειάφι
και καψαλισμενο θυμάρι.
Μας δέχτηκαν πρόσχαροι.
Μας πρόσφεραν πολλά
ζευγάρια από ξύλινα κουπιά.
Μας κοίμισαν πάνω στην υγρή
άμμο και στον ύπνο μας μπήκαν
και με όνειρα δαιδαλώδη
τον στόλισαν.

Ποτέ δεν απιστήσαμε.
Ποτέ δεν απαρνηθήκαμε
τα δυνατά τους μπράτσα.
Τουναντίον τις νέες μας
κατοικίες δίπλα σε
υψικάμινους τις χτίσαμε,
να έχουν κοντά τους
περίσσια τη φωτιά
για να ανάβουν τα μακριά
τους τσιγάρα.
Εμείς εξαγνισμένοι, ντροπαλοί
και αεικίνητοι άρτους ετοιμάζουμε
να μην πεινάσουν
τα παιδιά μας που ακόμα
δεν γεννήθηκαν και δάκρυ
δικό τους στάξει αλμυρό
και τους επί γης νεκρούς
μας αφανίσει. 

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Το αέναο κάλεσμα

Κρέμασα το μαύρο πουκάμισο σου
σε μια κληματόβεργα για
να στεγνώσει.
Φυσούσε δυνατό μελτέμι
και το έκανε να μοιάζει σαν μια
πειρατική σημαία που τρεις
γλάροι με τα ράμφη τους σε
πελάγη ανοιχτά τη σεργιανούν.
Στράγγιζε το πουκάμισο σου έρωτα,
αρχέγονο πάθος, πρωτόγνωρη ηδονή
και άρωμα πορτοκαλιάς από τους
τόπους που αγάπαγες.

Δεν σε χόρταινα, κοντά μου
σε έφερνα με της μνημοσύνης
το μίτο.
Στην κληματόβεργα δίπλα
στις ζαμπέλες το έβαλα.
Είναι καιρός τώρα που έχω
απομακρύνει όλα τα σκοινιά.
Τα φοβόμουν, τα τρόμαζα
τα απωθούσα σαν το παιδί
που δεν ανασκιρτά από αγάπη
όταν το πλησιάζει το ψυχρό
χέρι της μητριάς.

Από κάτω του στοιβαγμένα
στη σειρά τα καυσόξυλα της
οξιάς, της δρυός και της μαύρης
ελάτης.
Πήρα λίγα από αυτά κι άναψα
μια σιγανή φωτιά.
Τα χέρια μου κρύα και τα ζέστανα.
Τα πόδια μου παγωμένα
σαν φτερούγες αποδημητικού
ήρθαν και έδιωξαν το χειμώνα
από τις κλειδώσεις τους.

Σειόταν το άδειο πουκάμισο
κάτω από τους καπνούς όπως
σείεται το ταχύπλοο καράβι
των ποιητών στους όρμους
της φαντασίας.
Μύριζε δάσος κατά τις αναταράξεις του.
Σε οσφραινόμουν.
Σε ζήλευα.
Έκλεινα τις ευωδιές στην
ανοιχτή μου παλάμη σαν όπως
σφραγίζει το γράμμα της
ερωμένης του ο εραστής με φιλιά.

Έμπλεη το κοιτούσα και ταξίδι
με πήγαινε σε ποταμούς
πνιγμένους στα καλάμια και στις
άγριες μέντες.
Ύστερα σε ξέφωτα με έβγαζε,
σε γκρεμούς και σε σπηλιές που
οι λήσταρχοι για κονάκι τις έχουν.
Εκεί στρώνω τώρα τα λευκά μου
σεντόνια, κρεβάτι μου
έχω του βουνού τις πεζούλες
και για προσκέφαλο μου βάζω
παχυλά μούσκλια.

Χάραξα δρόμους, έλα.
Με ρείκια έπλεξα στεφάνια,
όμορφη να με δεις όπως παλιά.
Η κληματαριά γερασμένη λίγους
κάνει καρπούς και οίνο δεν θα
έχεις να μεθάς, ποιήματα να μου
γράφεις αχειροποίητα.
Μαζί μου θα κρατάω το πυρπολημένο
από την πυρκαγιά του έρωτα πουκάμισο.
Σημαία μου κι αίμα μου να γίνεται
σε ένα αέναο κι άσβεστο κάλεσμα:
"Σε ποθώ, γύρισε πίσω."

Κυριακή 6 Αυγούστου 2023

dodoitsu

Ο ίλιγγος

Κομμένη η ανάσα
τρέχουν τα ποδαράκια
τρακάρει στην ντουλάπα
η σβούρα γυρνά.

*
Πανδαιμόνιο

Ήρθαν οι διακοπές
τρέχει νερό στη βρύση
γελούν τα πιτσιρίκια
χοντρό μπουγέλο.

*
Γενέθλια

Διώροφη η τούρτα
δέκα τα κερασάκια
ακούγεται τραγούδι
τα σάλια τρέχουν.

*
Ο αφηρημένος

Βοσκός με τη φλογέρα
βουνά γύρω βουίζουν
ο λύκος καταφτάνει
τρέχουν πρόβατα.

*
Ο αγύμναστος

Ήρθε το καλοκαίρι
ακρογιαλιές γεμίζουν
ασουλούπωτος γυρνά
πατσάς η κοιλιά.

*
Συννεφιά

Χλωμός βγήκε ο ήλιος
τα συννεφάκια τρέχουν
βροχή χτυπά τους τσίγκους
έλευση στρατών.

*
Το γράμμα

Περνά ο ταχυδρόμος
γράμμα κρατά για σένα
τρέχει σβαρνά στην πόρτα
σπάει τα μούτρα

*
Ο ατζαμής

Παίζει με την κιθάρα
ερωτικό τραγούδι
τρέχουν τα δάκτυλα του
σπάει η χορδή.

*
Καύσωνας

Φωτιά πήρε ο νέος
τρέχει καυτός ιδρώτας
με θερμοφόρα μοιάζει
τρώει παγάκια.

*
Διάλειμμα

Δουλεύει όλη μέρα
στοίβες χαρτιά μπροστά του
τρέχει μακριά η σκέψη
φαλάκρα λάμπει.

*
Ψητοπωλείο

Εργάτης σε ψησταριά
μπριζόλες ξεροψήνει
τρέχει κρουνός ιδρώτας
σβήνει κάρβουνα.

*
Νανούρισμα

Παιδί αποκοιμίζει
ελαφρό το τραγούδι
τρέχει πίσω η μνήμη
βλέφαρα βαριά.

*
Εξοχή

Αμάξι σταματάει
δίπλα τρέχει ποτάμι
καμαρωτός πηγαίνει
σούμπιτος γλιστρά.

*
Φθινόπωρο

Φύσηξε ο αέρας
τα φύλλα παρασέρνει
τρέχουν μες τη πλατεία
τρίζει το χαλί. 

Σάββατο 5 Αυγούστου 2023

haibun

Η κούκλα

Βάδιζε κατά μήκος της προβλήτας. Ώρα δειλινού κι ο ήλιος είχε βάψει ροζ και χρυσά τα σύννεφα. Έκατσε σε ένα παγκάκι και απόλαυσε. Ένα μελτέμι έρχονταν από την θάλασσα και ανασήκωνε την κλαρωτή της φούστα. Την δίπλωσε γύρω από τα πόδια. Φορούσε καπέλο με σατέν λευκή κορδέλα και με μια σειρά ψεύτικες ορχιδέες. Στα χέρια της κρατούσε ένα βιβλίο, οι σελίδες του πλατάγιζαν ξέφρενα.

Θάλασσα πλατιά-
χορεύουν τα δελφίνια
η άμμος καίει.

Γύρω της ο κόσμος πολύς. Ζευγαράκια, καροτσάκια και μανάδες, μικρά παιδιά με το μαλλί της γριάς στα χέρια. Ένας άντρας μεσήλικας διαλαλούσε την πραμάτεια του. Μια ουρά από δέκα άτομα είχε σχηματιστεί μπροστά του. Η περιοχή μύριζε έντονα ψημένο καλαμπόκι. Ένα σμήνος από γλάρους πέρασε κρώζοντας δυνατά και προσγειώθηκε στο κατάρτι ενός καραβιού.

Τζιτζίκια καλούν-
γαλάζιος ορίζοντας
το κύμα σκάει.

Σηκώθηκε και βάδισε προς το κοντινό καφέ. Τα τραπεζάκια ακουμπούσαν τη θάλασσα. Γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν με γεμάτους δίσκους. Παρήγγειλε υποβρύχιο κι άνοιξε το βιβλίο. Ξαφνικά άκουσε κλάματα. Ένα κοριτσάκι σφάδαζε. Η κούκλα του είχε πέσει στα νερά. Με μια βουτιά ο μπαμπάς του την ανέβασε πάνω. Το λινό του κουστούμι έσταζε θάλασσα. Δάκρυσε μόλις είδε το χαρούμενο χαμόγελο του παιδιού.

Τρίζει η άμμος-
σαλεύουν αρμυρίκια
ψαριά στην ακτή. 

Πέμπτη 3 Αυγούστου 2023

Η γλώσσα των πραγμάτων (παραμυθία)

Τις νύχτες της αγρύπνιας δεν θέλω
κοντά μου να έρχεσαι.
Μόνη άφησε με να οδοιπορώ 
στο απάτητο του πόνου μονοπάτι
και στο ανοιχτό πεδίο των σκοτεινών
ποιητών να πηγαίνω, εκεί που από τον
χαρτοπόλεμο της γιορτής αυτοί φλέγονται
και σονέτα εμπνέονται και στίχους θεϊκούς
που θα μείνουν χαραγμένοι στα σπλάχνα
των βουνών για αιώνες.

Περιπλανιέμαι που λες καιρό τώρα
σε άγνωρα καφέ που μάταια αναζητούν πελάτες
για το τάβλι και τη κολιτσίνα των ξέμπαρκων.
Δίπλα σε λαστιχένιες μπάλες
ξεφούσκωτες αναζητώ επίμονα συντροφιά,
δίπλα σε έντομα ζουλισμένα από το χέρι
της λήθης χαιρετίζω ξεπεσμένους γραφιάδες 
και σε υποστατικά απόμερα που κανείς
δεν πρόσεξε ποτέ, στήνω οδοφράγματα
και χρήσιμες παίρνω συμβουλές από
τις εκατόχρονες ελιές της πατρίδας μου.

Μόνο με αυτούς τους τόπους
κι με αυτό το χώμα ξέρω να συνδιαλέγομαι
κι εκεί να κινούμαι επιδέξια σαν χαμαιλέοντας
πάνω στο παχύ χορτάρι.
Εκεί θέλω να πηγαίνω, παιχνίδι
να αρχίζω με τα ανυποψίαστα παιδιά,
σε κουτάκια σπίρτων
να κλείνω έντομα, το τραγούδι
να μη μου λείψει
και με ιδρώτα να βγάζω το κρίθινο της νηστείας
ψωμί μήπως και ξυπνήσει κάποια φορά
η κοιμωμένη Ευρυδίκη -του ραφτάκου
η κόρη- στη συνοικία με τις φλύαρες λεύκες.

Τις νύχτες της αγρύπνιας δεν θέλω
κοντά μου να έρχεσαι κρατώντας
τα διάπυρα βέλη σου, τραχύς σαν ερημίτης,
στόχο να βάζεις
τις οκνηρές πάπιες,
τα τυφλά ελάφια
και τις τρελές μπαλαρίνες που αποκλειστικό
έχουν χορογράφο το κύμα.
Απομακρύνσου κι έλα μόνο με το φως,
τότε που εγώ θα ξαπλώνω στα βαμβακένια
στρώματα έχοντας σιμά μου τις θεραπαινίδες
με τις τριμμένες βεντάλιες.

Εκεί θα με βρεις, μια ξένη πια για σένα,
με χωλό το πόδι και με εγκαύματα στα χέρια.
Καίω μην πλησιάσεις.
Παραπαίω μην στηριχτείς.
Άλλον αγαπώ εδώ και καιρό.
Τα λυχνάρια μπροστά μου, μάθε το,
θα μου φανερώσουν τα θαύματα κάποια στιγμή.

Δεν ανησυχώ.
Στη φωνή των λυχναριών προσφεύγω
Μόνο που τώρα οι πληγές μου,
βαθιές καθώς είναι, με εμποδίζουν
να τα τρίψω καλά τη μυστική λαλιά τους
να ακούσω μπροστά μου να βγαίνει.
Κι οι θεραπαινίδες δεν βοηθούν,
γιατί τη γλώσσα των πραγμάτων καλά δεν γνωρίζουν
και μια αλλόκοτη μιλάνε διάλεκτο
που το αδύνατο περιφρονεί επιδεικτικά όπως κι εσύ.

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2023

haibun

Το μακροβούτι 

Στον ουρανό έλαμπε το φεγγάρι. Το κοιτούσε πίσω από τα κλωνάρια του αρμυρικιού. Ολοστρόγγυλο καθρεφτίζονταν στα νερά της θάλασσας. Η ακτή έρημη. Μόνο αυτή κι ο σκύλος της. Ο τετράποδος φίλος της έκανε χαρές μεγάλες. Έμπαινε στη θάλασσα και κολυμπούσε και ξανά έβγαινε στην ακτή τινάζοντας το τρίχωμα του δυνατά.

Η νύχτα φτάνει
πεπόνι στην πιατέλα-
σπόροι κίτρινοι.

Κυλίστηκε στην άμμο ρουθουνίζοντας από χαρά. Έσκυψε και τον χάιδεψε. Κόλλησε η άμμος στα χέρια της. Αυτός κούνησε την ουρά του φιλικά και με ένα σάλτο βρέθηκε πάλι στα νερά. Κάποια στιγμή κι ενώ είχε φτάσει στα βαθιά αλαφιάστηκε κι άρχισε να γαβγίζει το φεγγάρι. Τον κάλεσε πίσω μα αυτός δεν υπάκουσε. Στο τέλος το γαύγισμα έγινε διαπεραστικό ουρλιαχτό.

Χρυσή η άμμος-
γλυκιά σάρκα καρπουζιού
ήχος τζιτζικιών.

Αφού ηρέμησε ήρθε και τρίφτηκε στα πόδια της. Τώρα δεν ακούγονταν τίποτα άλλο παρά μονάχα ο παφλασμός των κυμάτων. Ετοιμάστηκε για ένα μακροβούτι. Τα νερά ήταν ζεστά. Ψαράκια της τσιμπούσαν τα πόδια κι ένας νεκρός αστερίας επέπλεε στα νερά. Δίπλα της προσγειώθηκε ένας γλάρος που επιτέθηκε σε ένα σμήνος από αφρόψαρα. Τσιμπολόγησε κι έφυγε γρήγορα αφήνοντας πίσω του έναν κρωγμό.

Ώριμα σύκα-
διχαλωτός ο κορμός
γλέντι μελισσών.

Πριν βγει έξω είδε μία παρέα να πλησιάζει. Ήταν μία θορυβώδης ομάδα παραθεριστών. Άκουσε νιαουρίσματα. Ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει δαιμονισμένα. Του πέρασε το λουρί. Αγριεμένος είχε σηκωθεί στα πισινά του πόδια κι αλυχτούσε. Έφυγαν με τον σκύλο να έχει ανασηκωμένες για τα καλά τις τρίχες του.

Φυσά ο λίβας-
συγκομιδή των σταχυών
λάμπουν σώματα.

Τρίτη 1 Αυγούστου 2023

Η κλεψύδρα

 Πάντα αγόραζες ακριβά μοκασίνια
σε χρώμα ταμπά.
Πως σου πήγαιναν αγάπη.
Με αυτά να τριγυρνάς ελεύθερος
στις ρούγες μαζί με τα ανήλικα
κορίτσια που υφαίνανε σε αυτοσχέδιους
αργαλειούς την προίκα των εφτά αστεριών.

Ποτέ δεν σε έκοβαν,
μαλακά ήταν σαν πατουσίτσα γάτου.
Ποτέ δεν σε στένευαν,
ανάλαφρα κι ευρύχωρα ήταν
σαν φτερό κύκνου που το χαϊδεύει
ο άνεμος.
Πληγές δεν σου άνοιγαν γιατί
με τους θεούς είχες από παλιά
συμμαχήσει και πριν ακόμα
γεννηθείς αυτοί νέκταρ σου έδιναν
από της Διοτίμας τα μέρη.

Μονοφόρι τα είχες και πολύ
τα περιποιόσουν.
Ολημερίς τα φορούσες και
σε όλες τις εποχές με αυτά
βάδιζες πρόθυμος όπως πάντα
(μιας κι εγώ εσένα είχα διαλέξει)
να φέρεις τις εντολές πάνω στη γη.
Νοιαζόσουν και πολύ το επιθυμούσες
μην και δεν καρπίσει το σιτάρι
και η βρόμη και πεινάσει ο κόσμος
απαντοχή και χαμογέλιο μικρού παιδιού.

Μόνο τις νύχτες του έρωτα
τα έβγαζες.
Ήμουν τότε πολύ τυχερή γιατί
έβλεπα το τρυφερό σου πέλμα
και τους στρογγυλούς σου
αστραγάλους ψηλάφιζα
Αποκοιμιόσουν γλυκά κι εγώ
έμενα ξάγρυπνη να σε κοιτάζω.
Φοβόμουν αγάπη κι έτρεμα.
Έβγαζα τα κορδόνια μην και
μας βρει το κακό.
Από τα μικράτα μου βλέπεις
είχα μάθει πως ο έρωτας
κι ο θάνατος αντάμα πάνε
σαν σταυραδέρφια αγαπημένα.

Μια νύχτα μόνο ξεχάστηκα
και δεν τα αφαίρεσα, είχα
επωμιστεί βλέπεις να προσέχω
τους γενειοφόρους νεκρούς.
Σάββατο ήταν και μέρα σχόλης
τότε που από τα γήινα ξέφυγες
με δυο κορδόνια στο λαιμό να σε πνίγουν.
Θυμάμαι ακόμα την πληγή
στο λαιμό σαν χαρακιά στιλέτου
σε στιλπνό μάρμαρο.

Εφεξής.
Δεν με συγχώρεσα.
Δεν με αγάπησα.
Τώρα εναγωνίως μπροστά
στους δικαστές καμιά δεν βρίσκω
δικαιολογία ή ελαφρυντικό.
Τα ακριβά σου μοκασίνια
τα φυλάω μα κορδόνια
άλλα δεν βρίσκω να τους ταιριάξω
απέναντι να περάσω τις ουλές
σου να ψαύσω να μην πονούν.
Δεν σε ξεχνώ.
Ο έρωτας σου δυνατός σαν
θάνατος σοβεί στα γυμνά μου
πόδια και την κλεψύδρα μου
διαρκώς γυρίζει εκεί να ακουμπάω
της νύχτας το φιλί.