Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Ηγήτορας της ομορφιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλιοβασίλεμα

Κι έρχονταν το ηλιοβασίλεμα κι έβαφε
με βαθύ πορφυρό τη θάλασσα πέρα ως πέρα.
Έμπαινες στα νερά με τα ρούχα σου, κολυμπούσες
κι αιμάτινο γίνονταν το σώμα σου από το στιλέτο του ήλιου.
Δίπλα σου περνούσαν μικρά ιστιοφόρα κι εκείνο
το τρικάταρτο καράβι με τους αθέατους επιβάτες.
Οι γλάροι εφορμούσαν πετύχαιναν το θύμα τους.
Σπαρταρούσε η ζωή ακυρώνονταν οι πνοές του θανάτου.
Όλα μες στη μαγεία της ομορφιάς.
Όλα μες στη μέθη της αρμύρας.
Κάπου κάπου ένα δελφίνι περνούσε ξυστά δίπλα σου.
Δεν παρέλειπες να του εκμυστηρευτείς τα μυστικά σου,
τους πόθους σου, τα πρώτα που έμαθες γράμματα.
Αποσβολωμένο σε άκουγε κι ήταν σαν εξομολογιόσουν
μπροστά στην ωραία πύλη πλάι στο πήλινο θυμιατό.

Έβγαινες απ΄τα νερά άλλος άνθρωπος.
Μέγιστος.
Ωραίος.
Άλκιμος.
Σε κοιτούσαν οι παραθεριστές και πίστευαν στα θαύματα.
Κυλιόσουν στην άμμο, αιμάτινοι βάφονταν οι κόκκοι.
Έπαιρνες δυο βότσαλα τα κροτάλιζες, ήχος οξύς.
Μια πεταλούδα εγκατέλειπε το μικρό θάμνο
ξαφνιασμένη τίναζε το σκόνη της πάνω σου.
Κι άλλαζες προς στιγμή έπαιρνες το χρώμα
της καστανής ζάχαρης.
Βούιζαν οι μέλισσες γύρω σου.
Έπαιρναν τους χυμούς σου κι έφτιαχναν το πιο
πλούσιο μέλι του κόσμου.
Βύζαινες το δάκτυλό σου σαν μικρό παιδί, γλυκαινόσουν
όπως γλυκαίνεται η κόρη στου έρωτα τη δίνη.
Κι ήθελες αυτή τη γλύκα να την μοιράσεις στον κόσμο όλο.
Στο πικράγκαθο, στην αγριάδα, στο ταπεινό πικροράδικο.
Έτσι που να έχουν τα παιδιά γλυκά και μεγάλα χαμόγελα.

Το βράδυ στην επιστροφή σε συνόδευαν δυο αρχάγγελοι.
Αιμάτινοι κι αυτοί όπως κι εσύ.
Σε κρατούσαν απ' το χέρι, πετούσες,
σαν που πετάνε οι ψυχές τα απογεύματα πάνω απ' τα μνήματα.
Πήγαινες στο σπίτι σε καλωσόριζε η μάνα σου,
χουζούρευε η γάτα στα πόδια σου, κελαηδούσε το καναρίνι.
Δεν έβγαζες τα ρούχα σου μην και χάσεις την μαγεία.
Στεκόσουν στο τραπέζι γευμάτιζες κι ήταν γλυκός ο άρτος,
το κρεμμύδι, η ελιά, το ντοματόρυζο
Σκεφτόσουν τους ποιητές κι έπαιρνες την πένα.
Άνοιγες το σημειωματάριο και σκάρωνες στίχους.
Τους έπαιρναν οι αρχάγγελοι στα φτερά τους.
-Μικρά σημειώματα στον Θεό-
Γινόσουν ο πιο διάσημος ποιητής των αιθέρων.
Χάιδευες την πλάτη σου κι αποκαλυπτόταν τα φτερά σου.
Κρυβόσουν, φοβόσουν, πάταγες τα πόδια σταθερά στο έδαφος,
μα μια δύναμη σε τραβούσε σαν μαγνήτης στα ύψη.
Ψήλωσες σαν την πιο ψηλή κορφή.
Μεγάλωναν τα γένια σου.
Μάκραιναν τα νύχια σου, γαμψά γίνονταν σαν του αετού.
Στον ύπνο σου έβλεπες ηλιοβασιλέματα, πεταλούδες, μέλισσες,
κι εκείνο το αγριόχορτο που του έδωσες το όνομά σου.
Μικρός γινόσουν Θεός με πλούσιο ρίζωμα κι ανοιχτές φτερούγες.
Γήινος κι αιθέριος συνάμα, άλλαζες το βιβλίο του κόσμου.
Ηγήτορας γινόσουν της ομορφιάς

Έλαβε μέρος στο 24ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε επιτυχώς η πριγκιπέσα μας  

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Διάψευση

Αποτέλεσμα εικόνας για βροχή

Μου το είπαν δυο αρχάγγελοι
πως βιγλάτορας είσαι των σύννεφων.
Εσύ στέλνεις την καλή βροχή, τις αστραπές,
το άγριο μπουμπουνητό που κουρδίζει
τις ράγες των τρένων με μπάσες νότες.
Σε παρακολουθώ κάθε που πιάνει να βρέχει,
κάθε που πιάνει να χιονίζει αθώα καρφάκια.
Πεντόβολα παίζω με τις αδερφές σου.
Κερδίζω, χάνω, δεν επιμένω.
Αφήνομαι στη χαρά του παιχνιδιού.
Αφήνομαι σε εσένα.
Να με δροσίζεις.
Να μου ξεπλένεις το δάκρυ.
Να μου χαρίζεις τόπο να ανθώ και να ψηλώνω
Λουλούδι μοιάζω, αγριοτριανταφυλιά
που στα μάτια σου παράξενα αναρριχώμαι.
Δεν έχω να πάω πουθενά.
Μου έλειψαν οι στράτες,
μου έλειψε το ελευθέρας της καρδιάς σου.

Κάθε που βρέχει λοιπόν,
αρχηγό μου σε ορίζω.
Μπαμπακένιες φοράω κάλτσες και βγαίνω στον κήπο.
Αγαπώ την υγρασία,
τις δακρυσμένες ορτανσίες,
τα μεστά πιο καιρού φραγκόσυκα.
Βγάζω το καπέλο μου και μαζεύω πεντέξι.
Αυτό το γεύμα μου.
Αυτή η κανάτα με τα αρχικά σου.
Αυτά τα βιβλία που ξεχώρισα να σου διαβάζω
-κάτω από τον ήχο της βροχής- στο άδειο σου προσκεφάλι.

Τίποτα δικό σου δεν πέταξα.
Εδώ η κορνίζα σου, εδώ το λαμπατέρ σου,
εδώ και τα δίδυμα φεγγάρια που μου χάρισες έναν Αύγουστο μήνα.
Όλα τακτοποιημένα, όλα στο "περίμενε".
Το κοστούμι σου, τα βερνικωμένα σου παπούτσια,
οι άθικτες κάλτσες σου.
Δεν ξέρω αν σε περιμένω κι εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω αν θα 'ρθεις.
Ένα μόνο γνωρίζω:
Πως δίχτυα 'γίναν τα χέρια μου
και μέσα τους φυλάνε τα λόγια σου που ψιθυριστά είναι κοχύλια.
Παλεύω να τα ξεκολλήσω.
Τη σάρκα τους να αγγίξω, τα καταφέρνω.

Ξαναγεννιέμαι.
Περιπολώ κάτω από τους φανοστάτες τα σπουργίτια.
Δεν με βλέπεις, όσο κι αν τα μάτια μου σπιθίζουν.
Μόνο με ακούς και κρυφογελάς στο λυτρωτικό "σ' αγαπώ" μου.
Τι τα θες, καιρός να μπω στο πλεούμενο.
Καιρός να ξενιτευτώ.
Έχω πολλά δικά μου έρημα σπίτια
και ένα χάρτη μη και μας ξεφύγουν τα μυστικά περάσματα.
Όρθιος σαν κυπαρίσσι να μείνει ο στύλος της μνήμης
σαν τη ψηλή μουριά μπροστά στη μάντρα του χασάπικου
με τα κρεμασμένα αστραφτερά μαχαίρια στα ζερβά.

Τι κι αν πουθενά δεν χωράς, εγώ δακτυλίδι θα σε φορώ
στο μεσαίο δάκτυλο.
Μπορώ στα ουράνια μπαλκόνια να ανεβώ για χατήρι σου.
Χώμα σου να γίνω αφράτο,
εκεί να σχεδιάζεις αχνά τους χρόνους της απουσίας.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Η αρμονία των αντιθέσεων

Μπουμπούκιασε η φύση.
Βγήκαν ρωμαλέα τα πρώτα ζουμπούλια,
οι φρέζες κι οι λιλά βιολέτες.
Μοσχοβόλησε άνοιξη το σώμα κι ηδονικά
μαζεύει χυμούς από τις ολάνθιστες ζαρντινιέρες.
Μαζεύτηκε η στάχτη από τη γωνιά.
Στραβοπατώντας σαν μεθυσμένος γέροντας ο χειμώνας
μας εγκαταλείπει αγριεμένος, κουνώντας απειλητικά το ραβδί του.
Στάλα - στάλα πίνει ρούμι, σκοντάφτει σε μια ρίζα.
Κρύα έχει τα χέρια, φοβάται να στραφεί στους ανθόκηπους.
Φοβάται τις μέλισσες, τις πεταλούδες, το χνούδι της αγκινάρας
Καταπίνει το σάλιο του και φεύγει βλαστημώντας.
Έχασε την εξουσία του, έχασε τους έμπιστους φίλους του,
τον βοριά, τους κρυστάλλους, τα σκοτεινά απογεύματα
κι εκείνα τα μουντά δειλινά που με της λήθης παίζουν την τράπουλα

Στους αγρούς βγήκαν τα πρώτα αγριολούλουδα
Στο χωνάκι της παπαρούνας μεταλαμβάνουν οι κορασίδες
και ζητούν άφεση αμαρτιών, λες κι έχουν παραστρατήσει ποτέ.
Περιμένουν να βγουν τα λεμονάνθια, τα ανθογυάλια τους να στολίσουν.
Τους αγαπημένους τους να πάρουν, να ανεβάσουν με σκοινί διπλό
τους κουβάδες με το ανθόνερο.
Εκεί να λουστούν μετάξια.
Εκεί να ξανασμίξουν με τα γαλάζια όνειρα.
Εκεί να φιληθούν με την απαλή σάρκα των βλαστών.
Σφριγηλοί κι ωραίοι να να περάσουν πορφυρή κλωστή
στο νιόβγαλτο λουλούδι της ροδακινιάς, να καρπίσει αρώματα.
Χάρισμα να δώσουν, το χρυσό δακτυλίδι τους, στους κορυδαλλούς
που κατοικούν στις λαγκαδιές μαζί με τις μούσες.
Αφοσιωμένοι και δυνατοί να γεμίσουν με σχέδια τα μπράτσα τους
με το αίμα του αγριάγκαθου και μαζί να διαβούν τα πάθη της σταύρωσης.

Πάντα η ομορφιά θα κρύβει λίγο μαύρο στον πυρήνα της.
Πάντα η αγάπη θα συμπλέει με το όχι της μαργαρίτας.
Πάντα το ωραίο θα το σκάβει ο πανδαμάτωρ με το υνί του.
Αντιθέσεων αρμονία, βάρκα που βγήκε στη ακτή ξεχνώντας το κύμα.
Κόρη που ξέμπλεξε τις κοτσίδες της και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε.
Μάζεψε τα κομμάτια, άφοβος να βγεις στου έρωτα το λημέρι
Το κοπίδι του να πάρεις της λύπης να αφαιρέσεις το σκληρό νύχι.
Οργιαστικά να χορέψουν οι ντερβίσηδες στα παλάτια του ήλιου
κι αυτός να τους κεράσει χρυσά κουμπιά και εσπερινά φιλιά.
Φιλιώνουμε με το ξύλινο ξόανο του άγριου δαίμονα.
Διεκδικούμε το άπιαστο στις απόχες των σύννεφων.
Μαζεύουμε τετράφυλλα τριφύλλια τύχη να έχουν τα αποδημητικά.
Χαμογελάμε και λύνονται οι αλυσίδες των κρατουμένων.
Εμείς θα γεμίσουμε τα μπαλόνια με του πουνέντε τα ξυράφια.
Στα κιούπια μας πάντα θα έχουμε μια σταξιά λάδι, λίγο κρασί
και μια κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι μην και πεινάσει η άνοιξη
και τα παιδιά της τα πουλήσει μισοτιμής στους γυρολόγους.
Αρκεί να βρούμε τους τρόπους να πληρώσουμε το τίμημα ακριβώς.


Ελαβε μέρος στο παιχνιδι "Παιζοντας με τις λεξεις" με πραγματικά υπέροχες συμμετοχες
  

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Το κρουστό σώμα της ελπίδας


Αποτέλεσμα εικόνας για χιόνι

Βγήκε στο μπαλκόνι της.
Ψιλοχιόνιζε κι έβαλε το κασμιρένιο παλτό της.
Είπε να πιει τον καφέ της εκεί, μες την οργή του ανέμου.
Λάτρευε το χιόνι από παιδί ακόμα, λίγο όμως το γνώρισε
καθώς στην πατρίδα της σπάνια χιόνιζε στα πεδινά.
Πάγωναν τα πόδια της,
παρότι η επένδυση στα παπούτσια της ήταν πολλή χοντρή.
Διπλή επένδυση, παραγγελία στον τσαγκάρη της για τις βραδινές της βόλτες.
Τράβηξε την ξύλινη καρέκλα και κάθισε, χουχουλιάζοντας τα χέρια της,
που την πονούσαν πολύ απ' το κρύο λεπίδι.

Είχε βγει από έναν γλυκό ύπνο με σωτήρια όνειρα.
Τι ωραίο να ξυπνάς και να απολαμβάνεις τα λεπτά, τις μικροχαρές
Σωτηρία ο σκύλος της που κάθε βράδυ κοιμόταν στο πλευρό της.
Πηγή ευτυχίας η ματιά του που της δίνονταν ολοκληρωτικά.
Αποβραδίς είχε απλώσει τα σεντόνια της να αεριστούν,
κοκαλωμένα τα βρήκε το πρωί σαν τα πουλιά που δεν άντεξαν το ταξίδι.
Είχαν πέσει έξω οι μετεωρολόγοι που προέβλεπαν ηλιοφάνεια.

Το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πως με το πρώτο χιόνι
θα εγκατέλειπε την υγρή κάμαρά της κι εκτεθειμένη θα έμενε στην παγωνιά.
Άναψε τσιγάρο και τράβηξε δυο τρεις γερές ρουφηξιές.
Είπε να κατέβει στο διπλανό καφέ, μα ήταν νωρίς, δεν είχε ανοίξει ακόμα.
Ο ουρανός φορούσε το βραδινό του φόρεμα.
Βαρύ φόρεμα φοδραρισμένο με καταχνιά και σύννεφα, πολλά σύννεφα.
Όμορφα ένιωθε έστω κι ας ήταν μόνη της.
Άλλωστε την είχε συνηθίσει την μοναξιά από τότε που αποφάσισε
να μετακομίσει σ' αυτή την φτωχική γειτονιά.
Εγκατέλειψε την μονοκατοικία της στα βόρεια προάστια
κι ήρθε εδώ το χνώτο να νιώσει της απλότητας και της ανέχειας την πέτρα να ζυγίσει.

Είχε αρχίσει να χιονίζει για τα καλά, βάραιναν οι νιφάδες.
Αγκάλιασε την πορσελάνινη κούπα της.
Κρύωσε κιόλας ο καφές της, τουλίπες χιονιού κάλυπταν την επιφάνεια του,
ήπιε μια γουλιά με την κρούστα του πάγου να γλιστράει στα χείλη της.
Άναψε δεύτερο τσιγάρο μολονότι είχε αποφασίσει από καιρό να το κόψει.
Άφιλτρο να την μεθά η νικοτίνη, δυνατά να τις ξυπνάει τις αισθήσεις.
Στα πόδια της χόρευε μια ουρά, ήταν το αγαπημένο της σκυλί.
Αξημέρωτα άφησε τη ζεστασιά της ξυλόσομπας να ρθει κοντά της,
την απαλή λευκότητα να απολαύσουν, τη μάνητα του ουρανού να χαρούν.
Θα το θυμόνταν για χρόνια αυτό το χιονισμένο πρωινό
κι ίσως να έπεφταν έξω οι κακές προαισθήσεις της.
Ήταν ευτυχώς ακόμα ασαφείς οι ενδείξεις.
Παρά τις προτροπές των γιατρών άναψε και τρίτο τσιγάρο.
Αυτή παρά τους κακούς οιωνούς τελικά θα τα κατάφερνε.
Έσμιγε ο καπνός με τις τρελές νιφάδες κι έπλαθαν κρουστό το σώμα της ελπίδας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" κι ήταν μια θαυμάσια εμπειρία