Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Ετερόκλητοι συνεπιβάτες


Αποτέλεσμα εικόνας για τρένο

Πέρασε το τρένο των επτά και τέταρτο.
Παρά την μεγάλη ταχύτητα διέκρινα καθαρά τρεις φιγούρες στο δεύτερο βαγόνι.
Μια γυναίκα με μαύρο βέλο και τριμμένα παπούτσια,
έναν αρτεργάτη με μια ψάθινη καλαθούνα στα πόδια
και μια έφηβη -μαθήτρια θα 'ταν- με ένα τεράστιο κλουβί στο χέρι.
Στο κλουβί αν δεν κάνω λάθος ήταν μέσα  ένας παπαγάλος ή κάτι παρόμοιο
με χρυσοπράσινα φτερά κι ένα λοφίο γκρίζο.
Έφταναν ως το σπίτι τα κρωξίματα, οι συζητήσεις των επιβατών,
τα χαρούμενα γέλια των παιδιών κι οι τυπικές χειραψίες των ευυπόληπτων.
Βγήκα στην βεράντα.
Ο συρμός προχωρούσε κόβοντας λίγο την ταχύτητα του.
Ένας μεσήλικας με ημίψηλο καπέλο
και μ' ένα κόκκινο μαντήλι στα χέρια με κοιτούσε διερευνητικά.
Έμοιαζε με ζογκλέρ ή με μάγο, ίσως όμως και να ήταν και συγγραφέας
αστυνομικών διηγημάτων, το ύφος του τον πρόδιδε για κάτι τέτοιο.
Σίγουρα κατέγραφε τα βλέμματα, τις κινήσεις, τα ακατάληπτα λόγια των τρελών
για να τα χρησιμοποιήσει σαν υλικό για τις επόμενες ιστορίες του
Κούνησα το χέρι μου δεν σάλεψε καθόλου απλά το βλέμμα του έγινε πιο επίμονο.
Ποιος ξέρει μπορεί να ήμουν η επόμενη ηρωίδα του,
αυτήν που την εξαφανίζει μια σπείρα κακοποιών ζητώντας απ' τους οικείους της υπέρογκα λύτρα.

Μπήκα αναστατωμένη στο σπίτι, τράβηξα τη βαριά κουρτίνα για να μην τον βλέπω.
Το βλέμμα του όμως ήταν εκεί και με πολιορκούσε.
Βδελυρό, υποχθόνιο, σαρκαστικό σαν να μου καταλόγιζε κάποιες απροσδιόριστες ευθύνες.
Η κυρία με το μαύρο βέλο μου πρόσφερε ένα μήλο για να με γλυκάνει.
Στα πόδια της είχε ένα φιδοπουκάμισο και μια σπασμένη κορνίζα.
Έμοιαζε ταραγμένη και μάλλον κάποιο κακό προαίσθημα φαίνεται να την τριγύριζε.
Πλησίασα τη νεαρή μαθήτρια, χουχούλιαζε τα χέρια της, παρότι δεν έκανε κρύο
ίσως να το έκανε από αμηχανία, με κοίταζε με απάθεια και με μια μικρή δόση οίκτου.
Το πουλί εναγώνια πάλευε να βγει από το κλουβί
προτάσσοντας τα νύχια του και το γαμψό του ράμφος πήγα κοντά του ανήμπορη όμως να το βοηθήσω.
Σάστισα πολύ σαν το άκουσα  στη συνέχεια να μιλάει:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι".
Η μαθήτρια το πρόσταζε να σταματήσει αυτό όμως απτόητο συνέχιζε:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι". "Έχει πονοκέφαλο η κυρία;", "Με λένε Φώτη, Φώτη, Φώτη".
Στο λοφίο του είχε κάνει κατάληψη μια αράχνη με μαύρα τεράστια πόδια.
Έπλεκε έπλεκε συνεχώς
και με την ταχύτητα που είχε πάρει
σε λίγο θα κάλυπτε όλο το κλουβί μαζί με τους ήχους, τα κρωξίματα και τα σπάταλα λόγια.
Έστρεψα αλλού την προσοχή μου, άλλωστε φοβόμουν από μικρή αυτά τα έντομα.
Ανατρίχιαζα και μόνο στη θέα τους.

Ο αρτεργάτης έστριβε τσιγάρο, η καλαθούνα στα πόδια του ήταν σάπια
και τα ψωμιά που είχε μέσα μουχλιασμένα.
Με χαιρέτισε με καλοσύνη και μου πρότεινε να χορέψουμε μαζί ένα βαλς.
Με ευγένεια του το αρνήθηκα.
Η εμφάνιση μου δεν ταίριαζε με τίποτα για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Είχα σκισμένες κάλτσες, πολύ κοντό φόρεμα και μου έλειπε το οβάλ καπέλο.
Με αγνόησε και συνέχισε να καπνίζει λίγο θυμωμένα.
Ύστερα πήρε στα πόδια του ένα μεγάλο σακί γεμάτο αλεύρι
κι άρχισε να πλάθει ψωμιά σε σχήμα πλεξούδας, σπαταλώντας αρκετά
λίτρα νερού.
Θέλησα να τον βοηθήσω αλλά μου το αρνήθηκε,
χαρακτηρίζοντας με άπειρη για μια τέτοια εργασία.
Απομακρύνθηκα και βουβή πήγα στη κάμαρά μου.
Αύριο θα έφευγα ταξίδι κι έπρεπε να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου.
Είχα πλέον μια μεγάλη ετερόκλητη παρέα, μια αμυχή στο μέτωπο από τα νύχια του παπαγάλου
κι ένα περιδέραιο από χαρούμενα παιδικά χαμόγελα.
     

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Χωρίς στοιχεία

Αποτέλεσμα εικόνας για φεγγάρι

Σε περίμενα αποβραδίς.
Είχα βάλει τα καινούργια μου λουστρίνια
κι εκείνο το πλισέ φόρεμα που αγοράσαμε μαζί.
Στο ραδιόφωνο έπαιζε Μπαχ.
Η γάτα κυνηγούσε ένα θεόρατο έντομο,
θαρρώ αράχνη πως ήταν ή ένας μεγαλόσωμος σκορπιός.
Η ζωή μου γέμισε ιστούς και υποδόριες δαγκωνιές.
Έμεινα να κοιτώ το κενό να ασπάζομαι μικρά χαλικάκια.
Μόνη χωρίς μια αγκάλη ζεστή.
Μια αδιάφορη ζωή σαν πληκτική ταινία παλιάς δεκαετίας.
Μπροστά μου ήσουν μα απουσίαζες στην ουσία.
Πλανιόμουν, άνοιγα τα χέρια σε έκταση.
Έφυγες ξαφνικά πριν σπάσουμε το ρόδι στο πάτωμα,
πριν ανοίξουμε την κασέλα με τα όνειρα κι είχαμε τόσα πολλά να μοιραστούμε.

Τυχερή δεν υπήρξα,
μόνο έναν κύκλο έκανα γύρω από τα παιδικά χαμόγελα,
μια περιστροφή γύρω απ' τον εαρινό ήλιο διέγραψα,
στη συνέχεια δόθηκα του φεγγαριού.
Μισή σκοτεινή μισή φέγγουσα.
Να αλλάζω μορφές και διαστάσεις επανειλημμένα.
Ανολοκλήρωτη σχεδόν πάντα τραβούσα με δύναμη την ουρά των αστεριών.
Τι να το κάνεις, ονειροπολούσα, χαριεντιζόμουν με τον φόβο.
Κοιμόμουν παρέα με άγουρα αγόρια,
καθάριζα το πρόσωπό μου με ροδόνερο,
έπαιρνα σκαλιστήρι και ξεχορτάριαζα της αγάπης τα ψιχία
Πάντα κάτι έκανα, αργόσχολη δεν υπήρξα.
Έφτιαχνα κόσμους ιδεατούς κι ακουμπούσα πάνω τους την πλάτη μου.

Ψύχραινε συχνά ο καιρός και δεν είχα ρούχο ζεστό.
Πάγωναν τα πέλματα.
Πάγωναν ασχημάτιστα τα χείλη μου.
Ριγούσε το στήθος, τρέμαν οι ρώγες.
Έπαιρνα μια μαύρη εσάρπα, τυλιγόμουν.
Σκάρωνα με το μισό του φεγγαριού ιστορίες με ιππότες και ξωτικά.
Έλειπαν τα παιδιά, οι μανάδες, τα αδέρφια.
Καρφίτσωνα τις ιστορίες μου στους κάκτους,
ίσως κάποιο σπουργίτι ή ένας σπίνος να τις καταδέχονταν.
Πού να προσφύγω;
Με κόβουν κι αυτά τα λουστρίνια και το πλισέ φουστάνι σαν να κόντυνε,
Κλείνω το ραδιόφωνο.
Κλείνω τα στόρια.
Μετράω απ' την αρχή, δεν μου βγαίνει σωστό το άθροισμα.
Πάντα μονά τα ψηφία.
Πάντα διπλή η μοναξιά.
Αν βγω στους δρόμους ίσως σε συναντήσω, αλλά δεν έχει φεγγάρι απόψε.
Κι αν γλιστρήσω ποιος θα με σηκώσει;
Ποιος θα συμπληρώσει το άλλο μου μισό;
Έφυγες και δεν άφησες ούτε ένα στοιχείο σου.
Πού να σε ψάξω;
Στα καφέ που σύχναζες κατέβασαν τα ρολά και τ' αστέρια αδιαφορούν.

Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για βοριάς

Πρόσεχε τώρα που αλλάζει ο καιρός. 
Τώρα που η ομίχλη κυκλώνει με πυκνές τούφες την πόλη.
Κοίταξε να φοράς τα σακάκι σου. 
Τι συνήθεια κι αυτή να το θες πάντα ανάρριχτα. 
Θα παγώσεις.
Θα σε πιάσει πάλι εκείνος ο επίμονος βήχας 
και το χαμομήλι δεν κάνει τίποτα.
Που λεφτά για θεραπεία.
Που λεφτά για γιατρούς 
κι εκείνη η χοντρή κουβέρτα θαμμένη είναι στο χώμα
μαζί με το άψυχο σώμα του αγαπημένου μας σκύλου.

Χιόνισε στις γύρω κορφές χτες βράδυ.
Κρύωσε το σπασμένο μπαστούνι της γιαγιάς. 
Πού να στρέψω την προσοχή μου;
Συνεχώς να σας νοιάζομαι.
Διαρκώς να είμαι παρούσα. 
Πρόσεχε, εγώ έχω θητεύσει στο κρύο, ξέρω.
Χιονίστρες δεν έβγαλα παιδί,
η μάνα απορούσε τα αδέρφια ζήλευαν. 
Γελούσα μαζί τους, περηφανευόμουν, ήμουν σκληροτράχηλη 
Δεν φοβόμουν καιρό, ασήμωνα ένα αστέρι και περπατούσαμε μαζί 

Λυσσομανά ο βοριάς σαν χαλασμένη χύτρα.
Πρόσεχε, θα αρπάξεις καμιά πούντα.
Δεν κάναμε κάτι και για αυτό το τζάμι που έχει σπάσει.
(Μόνοι μας το χτίσαμε το σπίτι, 
δεν το πόνεσες όμως ποτέ,   
έστρεψες όλη σου την αγανάκτηση πάνω του)
Έβαλα πρόχειρα ένα χαρτόνι στο ράγισμα, 
μα τι τα θες κανένα το όφελος, μπάζει.
Φέτος θα φυτέψω ζουμπούλια,
θα τα βάλω μπροστά στο στο παράθυρο να μην φαίνεται η ζημιά. 
Μα ως τότε τι; 
Είπα να βάλω ένα παλιό μου ποίημα, μα δειλιάζω,
φοβάμαι κι αυτό το φεγγαρόφωτο μη το περιφρονήσει.
Αλλά εσύ πρόσεχε.
Έρχεται η νύχτα κι εγώ ξάγρυπνη θα μείνω, 
να προσέχω τον σφιγμό σου, 
να σου γράφω ποιήματα που δεν θα διαβάσεις ποτέ
κι εκείνη η χοντρή κουβερτούλα θα με ακουμπά απαλά κάτω απ' το χώμα 

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Ασημένια πάχνη

Αποτέλεσμα εικόνας για νύχτα

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
οι λυγερόκορμες λεύκες κυνηγούν τα παιδιά.
Τρέχουν οι μανάδες αναμαλλιασμένες να τα περιμαζέψουν.
Οι λεύκες αγαπούν τους ψιθύρους,
Το κόκκινο φεγγάρι,
Τις βλεφαρίδες της παπαρούνας.
μα πιο πολύ αγαπούν το αραχνοΰφαντο φόρεμα της Ελένης.
Τα παιδιά αράζουν τα ποδήλατά τους στον αυλόγυρο της εκκλησίας,
χτυπούν την καμπάνα και λειτουργούν την ωραιότητα.

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
βγαίνουν οι εργάτες να παν στον καφενέ.
Τρίζουν τα ξύλα στη σόμπα,
καπνίζουν τα μπουριά.
Πονούν τα μάτια.
Χτυπούν οι κρόταφοι ρυθμικά.
Κοχλάζει το νερό στο μπρίκι του καφέ, φύλλα ευκαλύπτου.
Οι εργάτες βυθίζονται στο τσίπουρο,
τρώνε τα νύχια τους και στρίβουν επιδέξια τσιγάρο.
Σμίγουν οι καπνοί πονούν πιο πολύ τα μάτια.
Ανοίγουν την πόρτα, ξεροβήχουν, βρίζουν τον καιρό,
κουμπώνουν το μπουφάν τους και διώχνουν το τρέμουλο μακριά

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα,
τρέχουν τα αδέσποτα να κρύψουν μες στο χώμα τα κόκαλα,
Αλυχτούν, φοβερίζουν τις γάτες, φοβερίζουν τους βιαστικούς διαβάτες,
κρύβουν την ουρά τους στα σκέλια, κρυώνουν.
Βρίσκουν καταφύγιο στον αχυρώνα.
Λάμπουν τα μάτια τους μες στη νύχτα σαν τις σπίθες του δαυλιού
Δεν ησυχάζουν λεπτό,
ακόμα και στον ύπνο τους κυνηγούν τις κότες του αστυφύλακα,
Τρομάζουν το μπαρούτι,
τρομάζουν τα κρύα χαμόγελα
μα πιο πολύ τρομάζουν την ορφάνια των φονιάδων.
Χώνουν τις μουσούδες τους στα άχυρα.
Αύριο έχει πανηγύρι κι ίσως να φάνε κανένα κομμάτι.
Τρέχουν τα σάλια του σαν το νερό στην υδρορροή της καλύβας.

Σαν νυχτώνει στη Σιάτιστα
ρυτιδώνεται το πρόσωπο της μέρας
κι όλοι ανυπομονούν ν' ανοίξει ο καιρός
Να χορτάσουν τα παιδιά παιχνίδι,
τα λευκά κόκαλα να βγουν απ' τη γη
κι οι λεύκες να αφήσουν το απαλό τους χνούδι
πάνω στα μουστάκια των εργατών
σαν ασημένια πάχνη. 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2019

Χαϊκού

Αποτέλεσμα εικόνας για Ανεμώνη

Σε γκρεμού φρύδι
τον άνεμο μάχεται
μια ανεμώνη 

Κυριακή, 22 Σεπτεμβρίου 2019

Απ' την αρχή

Αποτέλεσμα εικόνας για Συννεφιά

Συννέφιασε στην πόλη που ζεις;
Εδώ συννέφιασε για τα καλά,
το πάει για βροχή
Πονούν οι αρθρώσεις απ' το χνώτο του νοτιά.
Δεν ξέρω εσύ πως είσαι,
έχω χρόνια να πάρω νέα σου.
Βουίζει το τηλέφωνο
Βουίζει το κεφάλι μου σαν χείμαρρος μετά τη βροχή.

Ξέφτισε η πετσέτα σου
Ξέφτισε το αγαπημένο σου μακό.
Το φοράω τις νύχτες και σου δίνομαι.
Χαμπάρι δεν παίρνεις
Σε ακούω να σφυρίζεις την αγαπημένη μου μελωδία,
ανύποπτα να κοιτάς τον ουρανό, με ποιόν συνομιλείς;

Πες μου αν έχει συννεφιά.
Πες μου αν έκλεισαν οι πληγές σου.
Στο δεξί μπαλκόνι μας μαράθηκε ο φίκος
Φύτεψα κι εγώ κάκτους που δεν θέλουν πολλή φροντίδα.
Ξεριζώνω μόνο που και που τα αγριόχορτα,
αγκυλώνομαι, διαπερνούν τα αγκάθια το μυαλό μου,
πονάω,
ξεχνάω,
χάνομαι σε άγνωστους αστερισμούς αλλά κι εκεί δεν σε βρίσκω

Χτες πήγα το μενταγιόν μου στον χρυσοχόο.
Δεν μου πήρε λεφτά.
Με κοίταζε μόνο επίμονα,
ίσως το ατημέλητο της εικόνας μου να τον επηρέασε.
Δεν βγαίνω συχνά στην πόλη.
Φοβάμαι τις ανοιχτές χούφτες,
με τρομάζουν τα τρένα μα πιο πολύ με τρομάζει το κενό
Πως να το αποφύγεις;
Έτσι άφησα δια παντός τις βόλτες στις αποβάθρες.
Μένω σπίτι και μόνο όταν σχολούν τα παιδιά τα φιλεύω πράσινες μέντες.

Ξεχνιέμαι και λέω πολλά....όχι ανούσια πιστεύω.
Πες μου αν συννέφιασε.
Ακούω βροντές.
Πρόσεχε κι έχε πάντα πρόχειρο ένα λινό σακάκι.
Θα τα πούμε.
Ένας κεραυνός έπεσε στο διπλανό πεύκο.
Μυρίζει καψαλισμένο μαλλί
Μυρίζει καμένο ρετσίνι
Ξέρω ότι με ακούς.
Ξέρω ότι με βλέπεις.
Στην καντηλήθρα πάνω ένα λιοκούκουτσο μου λέει πως θα 'ρθεις.
Μάντεψε τι θα φοράω.
Εκείνο το ξεφτισμένο μακό σου να με γνωρίσεις ξανά απ' την αρχή
Πάμε.....  

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

Ηγήτορας της ομορφιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλιοβασίλεμα

Κι έρχονταν το ηλιοβασίλεμα κι έβαφε
με βαθύ πορφυρό τη θάλασσα πέρα ως πέρα.
Έμπαινες στα νερά με τα ρούχα σου, κολυμπούσες
κι αιμάτινο γίνονταν το σώμα σου από το στιλέτο του ήλιου.
Δίπλα σου περνούσαν μικρά ιστιοφόρα κι εκείνο
το τρικάταρτο καράβι με τους αθέατους επιβάτες.
Οι γλάροι εφορμούσαν πετύχαιναν το θύμα τους.
Σπαρταρούσε η ζωή ακυρώνονταν οι πνοές του θανάτου.
Όλα μες στη μαγεία της ομορφιάς.
Όλα μες στη μέθη της αρμύρας.
Κάπου κάπου ένα δελφίνι περνούσε ξυστά δίπλα σου.
Δεν παρέλειπες να του εκμυστηρευτείς τα μυστικά σου,
τους πόθους σου, τα πρώτα που έμαθες γράμματα.
Αποσβολωμένο σε άκουγε κι ήταν σαν εξομολογιόσουν
μπροστά στην ωραία πύλη πλάι στο πήλινο θυμιατό.

Έβγαινες απ΄τα νερά άλλος άνθρωπος.
Μέγιστος.
Ωραίος.
Άλκιμος.
Σε κοιτούσαν οι παραθεριστές και πίστευαν στα θαύματα.
Κυλιόσουν στην άμμο, αιμάτινοι βάφονταν οι κόκκοι.
Έπαιρνες δυο βότσαλα τα κροτάλιζες, ήχος οξύς.
Μια πεταλούδα εγκατέλειπε το μικρό θάμνο
ξαφνιασμένη τίναζε το σκόνη της πάνω σου.
Κι άλλαζες προς στιγμή έπαιρνες το χρώμα
της καστανής ζάχαρης.
Βούιζαν οι μέλισσες γύρω σου.
Έπαιρναν τους χυμούς σου κι έφτιαχναν το πιο
πλούσιο μέλι του κόσμου.
Βύζαινες το δάκτυλό σου σαν μικρό παιδί, γλυκαινόσουν
όπως γλυκαίνεται η κόρη στου έρωτα τη δίνη.
Κι ήθελες αυτή τη γλύκα να την μοιράσεις στον κόσμο όλο.
Στο πικράγκαθο, στην αγριάδα, στο ταπεινό πικροράδικο.
Έτσι που να έχουν τα παιδιά γλυκά και μεγάλα χαμόγελα.

Το βράδυ στην επιστροφή σε συνόδευαν δυο αρχάγγελοι.
Αιμάτινοι κι αυτοί όπως κι εσύ.
Σε κρατούσαν απ' το χέρι, πετούσες,
σαν που πετάνε οι ψυχές τα απογεύματα πάνω απ' τα μνήματα.
Πήγαινες στο σπίτι σε καλωσόριζε η μάνα σου,
χουζούρευε η γάτα στα πόδια σου, κελαηδούσε το καναρίνι.
Δεν έβγαζες τα ρούχα σου μην και χάσεις την μαγεία.
Στεκόσουν στο τραπέζι γευμάτιζες κι ήταν γλυκός ο άρτος,
το κρεμμύδι, η ελιά, το ντοματόρυζο
Σκεφτόσουν τους ποιητές κι έπαιρνες την πένα.
Άνοιγες το σημειωματάριο και σκάρωνες στίχους.
Τους έπαιρναν οι αρχάγγελοι στα φτερά τους.
-Μικρά σημειώματα στον Θεό-
Γινόσουν ο πιο διάσημος ποιητής των αιθέρων.
Χάιδευες την πλάτη σου κι αποκαλυπτόταν τα φτερά σου.
Κρυβόσουν, φοβόσουν, πάταγες τα πόδια σταθερά στο έδαφος,
μα μια δύναμη σε τραβούσε σαν μαγνήτης στα ύψη.
Ψήλωσες σαν την πιο ψηλή κορφή.
Μεγάλωναν τα γένια σου.
Μάκραιναν τα νύχια σου, γαμψά γίνονταν σαν του αετού.
Στον ύπνο σου έβλεπες ηλιοβασιλέματα, πεταλούδες, μέλισσες,
κι εκείνο το αγριόχορτο που του έδωσες το όνομά σου.
Μικρός γινόσουν Θεός με πλούσιο ρίζωμα κι ανοιχτές φτερούγες.
Γήινος κι αιθέριος συνάμα, άλλαζες το βιβλίο του κόσμου.
Ηγήτορας γινόσουν της ομορφιάς

Έλαβε μέρος στο 24ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε επιτυχώς η πριγκιπέσα μας  

Κυριακή, 12 Μαΐου 2019

Διάψευση

Αποτέλεσμα εικόνας για βροχή

Μου το είπαν δυο αρχάγγελοι
πως βιγλάτορας είσαι των σύννεφων.
Εσύ στέλνεις την καλή βροχή, τις αστραπές,
το άγριο μπουμπουνητό που κουρδίζει
τις ράγες των τρένων με μπάσες νότες.
Σε παρακολουθώ κάθε που πιάνει να βρέχει,
κάθε που πιάνει να χιονίζει αθώα καρφάκια.
Πεντόβολα παίζω με τις αδερφές σου.
Κερδίζω, χάνω, δεν επιμένω.
Αφήνομαι στη χαρά του παιχνιδιού.
Αφήνομαι σε εσένα.
Να με δροσίζεις.
Να μου ξεπλένεις το δάκρυ.
Να μου χαρίζεις τόπο να ανθώ και να ψηλώνω
Λουλούδι μοιάζω, αγριοτριανταφυλιά
που στα μάτια σου παράξενα αναρριχώμαι.
Δεν έχω να πάω πουθενά.
Μου έλειψαν οι στράτες,
μου έλειψε το ελευθέρας της καρδιάς σου.

Κάθε που βρέχει λοιπόν,
αρχηγό μου σε ορίζω.
Μπαμπακένιες φοράω κάλτσες και βγαίνω στον κήπο.
Αγαπώ την υγρασία,
τις δακρυσμένες ορτανσίες,
τα μεστά πιο καιρού φραγκόσυκα.
Βγάζω το καπέλο μου και μαζεύω πεντέξι.
Αυτό το γεύμα μου.
Αυτή η κανάτα με τα αρχικά σου.
Αυτά τα βιβλία που ξεχώρισα να σου διαβάζω
-κάτω από τον ήχο της βροχής- στο άδειο σου προσκεφάλι.

Τίποτα δικό σου δεν πέταξα.
Εδώ η κορνίζα σου, εδώ το λαμπατέρ σου,
εδώ και τα δίδυμα φεγγάρια που μου χάρισες έναν Αύγουστο μήνα.
Όλα τακτοποιημένα, όλα στο "περίμενε".
Το κοστούμι σου, τα βερνικωμένα σου παπούτσια,
οι άθικτες κάλτσες σου.
Δεν ξέρω αν σε περιμένω κι εγώ το ίδιο.
Δεν ξέρω αν θα 'ρθεις.
Ένα μόνο γνωρίζω:
Πως δίχτυα 'γίναν τα χέρια μου
και μέσα τους φυλάνε τα λόγια σου που ψιθυριστά είναι κοχύλια.
Παλεύω να τα ξεκολλήσω.
Τη σάρκα τους να αγγίξω, τα καταφέρνω.

Ξαναγεννιέμαι.
Περιπολώ κάτω από τους φανοστάτες τα σπουργίτια.
Δεν με βλέπεις, όσο κι αν τα μάτια μου σπιθίζουν.
Μόνο με ακούς και κρυφογελάς στο λυτρωτικό "σ' αγαπώ" μου.
Τι τα θες, καιρός να μπω στο πλεούμενο.
Καιρός να ξενιτευτώ.
Έχω πολλά δικά μου έρημα σπίτια
και ένα χάρτη μη και μας ξεφύγουν τα μυστικά περάσματα.
Όρθιος σαν κυπαρίσσι να μείνει ο στύλος της μνήμης
σαν τη ψηλή μουριά μπροστά στη μάντρα του χασάπικου
με τα κρεμασμένα αστραφτερά μαχαίρια στα ζερβά.

Τι κι αν πουθενά δεν χωράς, εγώ δακτυλίδι θα σε φορώ
στο μεσαίο δάκτυλο.
Μπορώ στα ουράνια μπαλκόνια να ανεβώ για χατήρι σου.
Χώμα σου να γίνω αφράτο,
εκεί να σχεδιάζεις αχνά τους χρόνους της απουσίας.

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2019

Η αρμονία των αντιθέσεων

Μπουμπούκιασε η φύση.
Βγήκαν ρωμαλέα τα πρώτα ζουμπούλια,
οι φρέζες κι οι λιλά βιολέτες.
Μοσχοβόλησε άνοιξη το σώμα κι ηδονικά
μαζεύει χυμούς από τις ολάνθιστες ζαρντινιέρες.
Μαζεύτηκε η στάχτη από τη γωνιά.
Στραβοπατώντας σαν μεθυσμένος γέροντας ο χειμώνας
μας εγκαταλείπει αγριεμένος, κουνώντας απειλητικά το ραβδί του.
Στάλα - στάλα πίνει ρούμι, σκοντάφτει σε μια ρίζα.
Κρύα έχει τα χέρια, φοβάται να στραφεί στους ανθόκηπους.
Φοβάται τις μέλισσες, τις πεταλούδες, το χνούδι της αγκινάρας
Καταπίνει το σάλιο του και φεύγει βλαστημώντας.
Έχασε την εξουσία του, έχασε τους έμπιστους φίλους του,
τον βοριά, τους κρυστάλλους, τα σκοτεινά απογεύματα
κι εκείνα τα μουντά δειλινά που με της λήθης παίζουν την τράπουλα

Στους αγρούς βγήκαν τα πρώτα αγριολούλουδα
Στο χωνάκι της παπαρούνας μεταλαμβάνουν οι κορασίδες
και ζητούν άφεση αμαρτιών, λες κι έχουν παραστρατήσει ποτέ.
Περιμένουν να βγουν τα λεμονάνθια, τα ανθογυάλια τους να στολίσουν.
Τους αγαπημένους τους να πάρουν, να ανεβάσουν με σκοινί διπλό
τους κουβάδες με το ανθόνερο.
Εκεί να λουστούν μετάξια.
Εκεί να ξανασμίξουν με τα γαλάζια όνειρα.
Εκεί να φιληθούν με την απαλή σάρκα των βλαστών.
Σφριγηλοί κι ωραίοι να να περάσουν πορφυρή κλωστή
στο νιόβγαλτο λουλούδι της ροδακινιάς, να καρπίσει αρώματα.
Χάρισμα να δώσουν, το χρυσό δακτυλίδι τους, στους κορυδαλλούς
που κατοικούν στις λαγκαδιές μαζί με τις μούσες.
Αφοσιωμένοι και δυνατοί να γεμίσουν με σχέδια τα μπράτσα τους
με το αίμα του αγριάγκαθου και μαζί να διαβούν τα πάθη της σταύρωσης.

Πάντα η ομορφιά θα κρύβει λίγο μαύρο στον πυρήνα της.
Πάντα η αγάπη θα συμπλέει με το όχι της μαργαρίτας.
Πάντα το ωραίο θα το σκάβει ο πανδαμάτωρ με το υνί του.
Αντιθέσεων αρμονία, βάρκα που βγήκε στη ακτή ξεχνώντας το κύμα.
Κόρη που ξέμπλεξε τις κοτσίδες της και ο καθρέφτης θρυμματίστηκε.
Μάζεψε τα κομμάτια, άφοβος να βγεις στου έρωτα το λημέρι
Το κοπίδι του να πάρεις της λύπης να αφαιρέσεις το σκληρό νύχι.
Οργιαστικά να χορέψουν οι ντερβίσηδες στα παλάτια του ήλιου
κι αυτός να τους κεράσει χρυσά κουμπιά και εσπερινά φιλιά.
Φιλιώνουμε με το ξύλινο ξόανο του άγριου δαίμονα.
Διεκδικούμε το άπιαστο στις απόχες των σύννεφων.
Μαζεύουμε τετράφυλλα τριφύλλια τύχη να έχουν τα αποδημητικά.
Χαμογελάμε και λύνονται οι αλυσίδες των κρατουμένων.
Εμείς θα γεμίσουμε τα μπαλόνια με του πουνέντε τα ξυράφια.
Στα κιούπια μας πάντα θα έχουμε μια σταξιά λάδι, λίγο κρασί
και μια κερήθρα με θυμαρίσιο μέλι μην και πεινάσει η άνοιξη
και τα παιδιά της τα πουλήσει μισοτιμής στους γυρολόγους.
Αρκεί να βρούμε τους τρόπους να πληρώσουμε το τίμημα ακριβώς.


Ελαβε μέρος στο παιχνιδι "Παιζοντας με τις λεξεις" με πραγματικά υπέροχες συμμετοχες
  

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2019

Το κρουστό σώμα της ελπίδας


Αποτέλεσμα εικόνας για χιόνι

Βγήκε στο μπαλκόνι της.
Ψιλοχιόνιζε κι έβαλε το κασμιρένιο παλτό της.
Είπε να πιει τον καφέ της εκεί, μες την οργή του ανέμου.
Λάτρευε το χιόνι από παιδί ακόμα, λίγο όμως το γνώρισε
καθώς στην πατρίδα της σπάνια χιόνιζε στα πεδινά.
Πάγωναν τα πόδια της,
παρότι η επένδυση στα παπούτσια της ήταν πολλή χοντρή.
Διπλή επένδυση, παραγγελία στον τσαγκάρη της για τις βραδινές της βόλτες.
Τράβηξε την ξύλινη καρέκλα και κάθισε, χουχουλιάζοντας τα χέρια της,
που την πονούσαν πολύ απ' το κρύο λεπίδι.

Είχε βγει από έναν γλυκό ύπνο με σωτήρια όνειρα.
Τι ωραίο να ξυπνάς και να απολαμβάνεις τα λεπτά, τις μικροχαρές
Σωτηρία ο σκύλος της που κάθε βράδυ κοιμόταν στο πλευρό της.
Πηγή ευτυχίας η ματιά του που της δίνονταν ολοκληρωτικά.
Αποβραδίς είχε απλώσει τα σεντόνια της να αεριστούν,
κοκαλωμένα τα βρήκε το πρωί σαν τα πουλιά που δεν άντεξαν το ταξίδι.
Είχαν πέσει έξω οι μετεωρολόγοι που προέβλεπαν ηλιοφάνεια.

Το είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό της πως με το πρώτο χιόνι
θα εγκατέλειπε την υγρή κάμαρά της κι εκτεθειμένη θα έμενε στην παγωνιά.
Άναψε τσιγάρο και τράβηξε δυο τρεις γερές ρουφηξιές.
Είπε να κατέβει στο διπλανό καφέ, μα ήταν νωρίς, δεν είχε ανοίξει ακόμα.
Ο ουρανός φορούσε το βραδινό του φόρεμα.
Βαρύ φόρεμα φοδραρισμένο με καταχνιά και σύννεφα, πολλά σύννεφα.
Όμορφα ένιωθε έστω κι ας ήταν μόνη της.
Άλλωστε την είχε συνηθίσει την μοναξιά από τότε που αποφάσισε
να μετακομίσει σ' αυτή την φτωχική γειτονιά.
Εγκατέλειψε την μονοκατοικία της στα βόρεια προάστια
κι ήρθε εδώ το χνώτο να νιώσει της απλότητας και της ανέχειας την πέτρα να ζυγίσει.

Είχε αρχίσει να χιονίζει για τα καλά, βάραιναν οι νιφάδες.
Αγκάλιασε την πορσελάνινη κούπα της.
Κρύωσε κιόλας ο καφές της, τουλίπες χιονιού κάλυπταν την επιφάνεια του,
ήπιε μια γουλιά με την κρούστα του πάγου να γλιστράει στα χείλη της.
Άναψε δεύτερο τσιγάρο μολονότι είχε αποφασίσει από καιρό να το κόψει.
Άφιλτρο να την μεθά η νικοτίνη, δυνατά να τις ξυπνάει τις αισθήσεις.
Στα πόδια της χόρευε μια ουρά, ήταν το αγαπημένο της σκυλί.
Αξημέρωτα άφησε τη ζεστασιά της ξυλόσομπας να ρθει κοντά της,
την απαλή λευκότητα να απολαύσουν, τη μάνητα του ουρανού να χαρούν.
Θα το θυμόνταν για χρόνια αυτό το χιονισμένο πρωινό
κι ίσως να έπεφταν έξω οι κακές προαισθήσεις της.
Ήταν ευτυχώς ακόμα ασαφείς οι ενδείξεις.
Παρά τις προτροπές των γιατρών άναψε και τρίτο τσιγάρο.
Αυτή παρά τους κακούς οιωνούς τελικά θα τα κατάφερνε.
Έσμιγε ο καπνός με τις τρελές νιφάδες κι έπλαθαν κρουστό το σώμα της ελπίδας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" κι ήταν μια θαυμάσια εμπειρία