Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2018

Αναμονή

Αποτέλεσμα εικόνας για Σκοτάδι

Άναψε τα φώτα του ουρανού για να σε βλέπω.
Βαθύ έπεσε το σκοτάδι στα μάτια μου
απ' όταν συγγένεψες με τα βαθιά φαράγγια.
Άλλαξαν συνήθειες και τα ρολόγια
και διαρκώς με τις νύχτες ξενοκοιμούνται.
Στένεψε το φως.
Έσβησε και το φανάρι του δρόμου.
Δεν μπορώ να διακρίνω πια τα λεπτά φρύδια της σελήνης

(Στο μπαλκόνι ο κισσός κάτι μουρμουρίζει
δεν του απαντάς κι εμένα εχθρεύεται.
Κυκλώνει τα μαλλιά μου.
Περισφίγγει τις γάμπες μου.
Κομίζει νέες ψηφίδες στο θλιβερό μανιτάρι του φόβου.)

Βγαίνω στην αυλή ξυπόλητη με άδεια τα χέρια.
Ήχους ακούω απόκοσμους, βουερούς.
Υπερχείλισε το πηγάδι του κήπου και με σιγοπνίγει.
Σκούρα νερά μολεύουν το σώμα μου,
καταπίνουν τις γωνίες των ματιών μου, με μεταμορφώνουν.

Σφίγγω το σάλι μου, κρύβω τα δάκτυλά μου στα κρόσσια.
Στο πλαϊνό βουνό γυρίζεται μια ταινία τρόμου.
Κρύβομαι στον πλαϊνό μαντρότοιχο, προσωπείο φοράω.
Αμυδρά διακρίνω τα μάτια σου ή μήπως είναι μια παράνοια;

Κάποιος κλαδεύει μες στο σκοτάδι το αγιόκλημα
Πήγα να του πιάσω κουβέντα, να του μιλήσω για σένα,
για τις ώρες που τραβούν νωρίς τις κουρτίνες, για τα σκούρα νερά,
αλλά δεν είχα φωνή, δεν είχα χέρια και τα μαλλιά μου στα νερά πνίγηκαν

Πώς θα επιστρέψω σπίτι χωρίς την εικόνα μου;
Κίτρινα δόντια φυτρώνουν στο χώμα σαν απειλή.
Πώς να ξεφύγω;
Σκοντάφτω, πέφτω, πληγώνομαι..
Μάκρυνε ο δρόμος κι οι πέτρες αναπνέουν βαριά.
Στείλε μου τουλάχιστον ένα αστέρι να μου ανοίξει την πόρτα. 

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

Μονομάχος

Αποτέλεσμα εικόνας για βόλοι

Ωριμάζοντας νόμιζα πως έπαιρνες
το κόκκινο του ροδιού στα μάγουλα.
Ήσουν το δεύτερο φεγγάρι του Αυγούστου
που είχα κρυμμένο στη σάκα μου,
τότε που με ποδιά μαθητική κι αψεγάδιαστο γιακά
προσηλωμένη μετρούσα τις πλάκες στα πεζοδρόμια
της μικρής μου πόλης:
(μ' αγαπάς δεν μ' αγαπάς)
Ανάλαφρα περπατούσα, με πέλματα που 'καίγαν,
σπαθίζοντας το γέλιο της φοινικιάς στα ολάνθιστα παρτέρια,
αμολώντας νοερούς χαρταετούς
στα ασπροσέντονα τ' ουρανού, καθάριο να σε βρει η μέρα.

Όμορφοι καιροί με δασκάλους αυστηρούς και κρύους
σαν τα καλοκαιρινά χιόνια που ξέμειναν
στις κορφές των αρσενικών βουνών και δεν λεν να λιώσουν.
Χλομιάζαμε μπροστά στη λευκή κόλλα,
μόνο εσύ χαμογελούσες και ψαλίδιζες περιστέρια
κάτω απ' το θρανίο.
Περιστέρια και άσπρες χήνες.
Θαρρώ πως πετούσες ψηλά πολύ,
- το ΄βλεπα -
φέρνοντας κελαηδισμούς στις χλομές αίθουσες,
μυρωδιές από αγριοτριανταφυλλιές και φιγουράτα νεραντζάνθια.

Κάποτε σε μια βόλτα μου χάρισες ένα γυάλινο βόλο.
Ώρες τον περιεργαζόμουν, ακτινοβολούσε σαν τα μάτια σου.
Πήγα σπίτι κι αμίλητη κλείστηκα στο πλυσταριό.
Κυλούσε το σαπούνι, κυλούσε κι ο βόλος
κι έκανα πως δεν ήξερα.
Τα ήξερα όμως όλα, απλά δεν σε χόρταινα,
απλά δεν σε ξεχνούσα.
Έπαιρνα μικρά ινδιάνικα βέλη και στόχευα ίσια στην αυλή σου.

Δεν με έπαιρνες όμως είδηση καθόλου.
Πάντα κάτι σκάλιζες:
Μια πέτρα, ένα ξύλο, μια φλογέρα, μια καρυδιά.
Αόρατη γινόμουν κι ερχόμουν κοντά σου,
να σου σφουγγίξω το αίμα απ' τα χείλη,
να σου πάρω ένα φευγαλέο φιλί.
Εσύ, κλειστό βιβλίο άδειαζες αχόρταγα το ποτήρι της σιωπής.
Δεν με αφουγκραζόσουν, πώς να αγγίξεις το αφανές;
Καρδιοχτυπούσα και διάβαζα τα μάτια
της μικρής Μαντόνας, να παρηγορηθώ.
Τσούλαγε ο βόλος κι εγώ έπαιρνα τη θέση του μονομάχου.
Στο κουτάκι με τα σπίρτα κλεισμένος
ένας άγουρος έρωτας συντρόφευε τις αγρύπνιες μου.

Έλαβε μέρος στο 21ο Συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε με επιτυχία
η ακούραστη Αριστέα μας στη σελίδα της "Η ζωή είναι ωραία"