Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Αντίποινα



Δεν ξέρω πως αποκόπηκα απ' τα φεγγάρια μου
Εξετάζω ενδελεχώς τις αιτίες
Αυτές που με πλάνεψαν με σκιώδη φιλιά
Αυτές που με έσυραν σε μπερδεμένα όνειρα
Αυτές που τράβηξαν την αλυσίδα του αίματος
Και με άφηναν ζαρωμένη να παρατηρώ ένα μαραμένο λουλούδι

Είναι στιγμές που μεθώντας με μουσική
Μεταμορφώθηκα σε άδειο αγγείο
Πάνω του σειρές από αστρικές μορφές χρησμοί και μύθοι
Ένα παιδί κρατάει το χερούλι σφιχτά
Ένα άλλο ξεφτάει τις παραστάσεις
Κι ύστερα φεύγουν αποκαρδιωμένα γιατί δεν είδαν
Τον άγγελό τους να περνά με ποδήλατο μέσα απ' τα λυγερά δέντρα

Πεζοπορώ πάνω σε δρόμους με συστάδες καλαμιών στο πλάι
Πουθενά δεν στεριώνω
Αν και στην ανατολή προσβλέπω
Διαρκώς αλλάζω κατευθύνσεις
Μικρά πουλιά με ακολουθούν τιτιβίζοντας
Είναι τα χαμένα μου χρόνια
Εκείνα τα χρόνια που μειδιούσαν ως κι οι κορμοί των δέντρων
Σαν τους αγκάλιαζαν τα χέρια του γρέγου
Πίσω δεν κοιτώ δεν με ωφελεί
Άλλωστε τα χρέη μου τα ξεπλήρωσα και με το παραπάνω
Μόνο βαστώ καθαρή τη χάντρα της μνήμης στον κόρφο
Εκεί που χάραξα πριν φύγω τα ψηφία της αγάπης μας

Είμαι αφοσιωμένη στους πυράκανθους
Προς στιγμή στήνω γιατάκι
Για μια νύχτα μοναχά
Στην επιφάνεια της αργίλου
Εκεί βλέπω τα πιο αινιγματικά όνειρα
Ανακινώ την σφαίρα της μοίρας
Τίποτα δεν σαλεύει
Εικόνες με ακολουθούν καμπουριασμένων κλόουν
Και μια μπέρτα μάγισσας ολόγεμη με φυλαχτά
Κρύβεται πίσω από τους θάμνους της λίμνης
Δεν ψάχνω να τη βρω η λήθη έχει διάλειμμα σήμερα

Τώρα δεν φοβάμαι να απαριθμήσω
Τις ημέρες που σπατάλησα στα πάθη
Κρατάω στην καρδιά το μυρτολούλουδο
Απ' τα λιβάδια της πατρίδας
Μιαν εικόνα της θάλασσας πριν την παλίρροια
Κι ένα ήχο κεραυνού που με γοήτευε από παιδί
Τώρα δεν φοβάμαι να ακούω τα βραδινά αλυχτήματα
Των μοναχικών ψυχών στα κενοτάφια των πόλεων
Έκρυψα τα φεγγάρια μου σε ιστού σημαία
Και δακρυσμένη γονάτισα στο χώμα περιμένοντας τα αντίποινα