Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

εμπόλεμο τιράζ

Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!


Σε ένα πεταμένο φέιγβολάν στο πίσω μέρος
Έγραψες τα ακριβή σου στοιχεία
Έπρεπε να θυμάσαι!

Έβγαλες το προγονικό σου τραπέζι
Στην πλατεία
Και το στόλισες με επανάσταση

Στη μεγάλη τάπια της ζωής φταρνίστηκαν
Οι ακτίνες του άρρωστου ποδηλάτου σου
Ανατράπηκε το τέμπο της χλόης

Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!


Έβαλες πλυντήριο για να σβήσεις
Τα ίχνη των αποκεφαλισμένων σεντονιών
Ήσουν ο δολοφόνος μου

Έπλενες καθαρά το πρόσωπό σου
Με μοσχοσάπουνο
Που κάθε βράδυ εγώ σου έκλεβα

Στην αλληλογραφία σου
Έβαζες πάντα για διεύθυνση
Ένα φθηνό ψυχορραγούντα στίχο

Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!


Ήπιες μονάχος το ποτό σου
Στο μεζέ που σου σερβίρισαν
Φτεροκοπούσε το καρφάκι της ακρίδας

Δίδαξες στα παιδιά
Πολτοποιημένα δάχτυλα
Εφήβων κοντυλογράφων...

Όταν έδυε ο ήλιος στην πυραμίδα
Αγόραζες τα μουσικά σου τετράδια
Από τον παλαιοπώλη ρακοσυλλέκτη

Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!


Ήρθες με ένα πληγιασμένο πρόσωπο στο σπίτι
Ειδικά κάτω από τα χείλη
Ξεστόμιζες την περιδέραια παράκληση του "αχ"

Σκούντησες πάνω στο νεογνό
Γόνατο του σταριού
Ο μυλωνάς, σου έχει πάρα-πολλά φυλαγμένα...

Ο χιονιάς στην αυλή σου
Απ όταν αποκαθηλώθηκε, μετακόμισε
Στον ελαιώνα της πληγής

Κυκλοφόρησες τα χρόνια σου
Σε ένα πολυάριθμο τιράζ
Ψυγμένων κουφέτων!



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

ταξίδι

"Σελίδες μοιράζω, απείθαρχα λόγια
Της σοροκάδας"

Στην Ελαφόνησο στον μέγα Σίμο
Σε ένα παζάρι φανταστικό
Αγόρασα δώδεκα φεγγάρια-οδηγούς
Σκληρές διαπραγματεύσεις
Δεν στα χαρίζουν εύκολα τα φεγγάρια
Οι νύχτες του Νότου
Ζητούν καρδιά, ζητούν φωτιά
Με ασήμι να προικίσουν
Τις άδειες σελίδες του κόσμου
Στον πυρήνα τους μέσα ταξίδεψα
Και στην λάβα της γης τους!

"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"

Σε δρόμους ανοίχτηκα ανεστραμμένους
Σε ξέρες ονείρων...Αγκάθια της γρίλιας
Που άπληστα πλήθη τους μύθους
Σκιάζαν των Δράκων Πυγμαίων
Με μπλάβους καθρέπτες και δόκανα μαύρα
Περιπολούσαν σε υπόγειες νησίδες
Κρυφά να ενταφιάσουν πιθάρια σπηλαίων
Λαγούμια ανοίγεις στους παγετώνες
Και σύμβολα καις
Εφήμερο χνάρι εσύ
Αμάρτησες τόσο στο ψύχος!

"Σελίδες μοιράζω, απείθαρχα λόγια
Της σοροκάδας"

Δεν πρόσεξες όμως
Τα αμαρτωλά μου τα κόκκινα χείλη
Περιπλανήθηκες σε ανεμοδείκτες
Απασφαλισμένους...νοθεία του κύκλου
Και πλάνους εμπόρους αναζητούσες
Μες τις πραμάτειες των άρρωστων πόντων
Μια μοβ μόνο κρύβω σελίδα, τροφό μου
-Παράξενη τόλμη-
Δεν θα την βρεις..Την τοίχισα χτες
Σε ερειπιώνες κλειστών αχιβάδων
Ρηχό πανωφρύδι εσύ
Ταξίδεψες μόνο στο ατελές!

"Σελίδες μοιράζω, απίστευτα λόγια
Της σοροκάδας"

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2008

μουσικές επισκέψεις

1) Σήμερα πήρα μια πρόσκληση
Χωρίς στοιχεία
...Κατόπιν
Μου μίλησε η καλή-γριά βροχή
Για τη δική της γιορτή
Φέρε μου ένα καλάθι
Πυροτεχνήματα
Ανατινάζω απόψε το κατόπιν
Με ακούς;


2) Απόψε δεν είναι το μεγάλο ραντεβού
Με την αθωότητα, ρώτησες
Ναι!
Καλογυάλισες την τσάντα σου
Με το βερνίκι του λίθινου πορτραίτου
Φόρεσες κι εκείνη την παλιά μαύρη κόμη
Του μεταλλικού αρλεκίνου
Γιατί όμως πάλι ευθυγράμμισες τη χωρίστρα;
Δεν σου πάει
Η αθωότητα φορά τα παλιά σανδάλια του Ορφέα
Τσόχινα σανδάλια με γαλάζιες σατέν κορδέλες
Να δένουν στην κνήμη
Στη διασταύρωσή τους εκτροχιάστηκε το δίτροχο
Παιδικό σου αυτοκινητάκι
Υπήρχαν επιζώντες;....Κανένας!


3) Στο φορτίο της μουσικής ελαιογραφίας σου
Λύγισε τα μάτια της η αθωότητα
Μην ανοίγεις την κουρτίνα
"Γκιλοτίνα το γραμμόφωνο
Σου γυρίζει την πλάτη"
Με ακούς;

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2008

οι δικές σου στιγμές

Με κέρασες υποβρύχιο
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!

Απόψε είχες γεννητούρια
η παλιά σου γραφομηχανή έτεκε
Την απούσα γραφή

Η σκαπάνη σου χτύπησε
πάνω στο κλαμένο μανουάλι
Σου άξιζε το όνομα Προμηθέας

Διένειμες τη φωνή σου
περιέκλειε πάντα μία ταραχή
Μήπως έφταιγε η μάντρα του Ομήρου;

Όταν έβγαινες από την θάλασσα φορούσες
το νερό του φεγγαριού
Μην το μαρτυρήσεις στους δορυφόρους ψαράδες

Στα ερτζιανά κύματα επιπλέεις
με το σωσίβιο
της Μακρινίτσας

Στον μεγάλο στρατώνα
ανάφλεξες την ζώουσα στάχτη
Συνομιλούσες με το μεζεδοπωλείο η "Ελλάς"

Φόρεσες την εθνική σου στολή
για να υποδεχτείς τον έρωτα
Πόσο όμορφος ήσουν πάνω στον ιστό σου!

Επικροτώ το χαμόγελό σου
μόνο όταν γυμνό παραδίδεται
στους ρωμαϊκούς λέοντες

Όταν αντίκρισα το άγαλμα σου
κρυφόπαιζε το δεξί σου μάτι
ποτέ δεν αποκάλυψα το μυστικό
στην θάλασσα των αντιφρονούντων ναυαγών

Κοχλαστά τα φθινόπωρα σου
στα ρακοκάζανα ο Διόνυσος
ζεμάτιζε φύλλα κέδρου!

Με κέρασες υποβρύχιο
για να αναπνεύσω τη ρωγμή σου!

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

ο διασώστης

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Ήρθες καλοντυμένος στο μαγαζί
Να αγοράσεις δυο τόπια λινό ύφασμα
Χάθηκαν...τα πεθαμένα ρετάλια
Του Ανατολικού ζητιάνου;
Δεν απάντησες!
Βούρκωσες το λεπίδι του Μαΐου
Τις ώρες εκείνες που εκπίπτουν
Οι παρενθέσεις των φυλακισμένων παφλασμών
Πλαγιασμένος βρέθηκες πάνω στον σωλήνα
Του ανεμοστρόβιλου.
Ιμάντες μαλλιών και γυάλινα θραύσματα
Από ανώγειες θάλασσες
Στον ίλιγγο χόρευες...
"Απείθαρχο πλοκάμι της αμαρτωλής βάτου"
Δυο τόπια ύφασμα!
Να εφοδιάσεις την γαστέρα της θάλασσας
Με καρπούς κι εγκεφαλικούς οπώρες
Τι να πω;
Έστρεψες το μάτι στην βελόνα του καπελίνου
"Θέλω κι αυτή
Πρέπει να ράψω το σώμα μου
Καθώς και τους ασκούς"
Παρέλυσε το βλέμμα να ατενίζει
Τα αποσαρθρωμένα νεογνά μάτια σου

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Στο παραλιακό δρόμο περπατάς
Σέρνοντας ένα ξύλινο καροτσάκι
Σε χαιρετάνε, δεν μιλάς
Με ένα χωνί αναζητάς τη κιβωτό
Με τoυς εξόριστους διασώστες
Της Κυανής εκστρατείας.
Υγρές νηρηίδες
Νότισαν με αρμύρα το καροτσάκι σου
Κούρσεψαν ελπίδες, οι καρποί κι οι οπώρες
Ψηλά στο σαπιοκάραβο του Αη Πέτρου
Γέλασε το φανελάκι του μικρού ναύτη
Έντυνε με ρίγες τα άλμπουρα
"Πως κοκκίνισε ο χρυσός σήμερα"
Αναφώνησες!

Θα γράψω για σένα χωρίς να είσαι μαζί μου
Έφυγε το μεγάλο ποντοπόρο πλοίο
Κουβαλούσε παλιοσίδερα
Και την ογκώδη πυροστιά
Των δικών σου οστών!
Στο μαγαζί, χτύπησε το τηλέφωνο
Ήταν ο Ανατολικός καλοντυμένος Μάης
Με τα βουρκωμένα νεογνά μάτια
Κλείσαμε ραντεβού
Μου παρέδωσε δυο τόπια
Αιγυπτιακή γάζα
Να τυλίξω τα χέρια της θάλασσας
Τα δικά σου χέρια
Δεν Πονάς!

στην μητέρα μου