Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

το βλέμμα σου μαγνητίζει τα χρώματα



Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρώματα φτιάχνουν πυρετωδώς
Διπλά ουράνια τόξα κι απέθαντα σώματα
Θα έχεις χάσει το μικρό σου κλεφτοφάναρο
Και θα ατενίζεις νηφάλια της χαρμολύπης το παλάτι
Ωραίος ωσάν άγγελος γονατιστός μπροστά στη μεσόπορτα της γης
Άλικος και τρωτός σαν της Φιλομήλας τα σμιχτά χείλη
Όταν ακουμπούν παθιασμένα στο ηλεκτρικό τρίχωμα της σελήνης!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που ο φλοιός της γης σμίγει
Με την υδρόεσσα παλάμη του κάκτου
Μυθικά πλάσματα θα ακολουθούν το αιμάτινο ρυάκι του Έρωτα
Προστάτες και φύλαρχοι της αιώνιας σαγήνης σου
Ξέφευγες απόμακρος από τα τυπωμένα ίχνη του σύμπαντος
Και στο ποτάμι πετροβολούσες αστόχαστα τις καλαμιές
Έτοιμος πάντα να αναμετρηθείς με τον άγριο παλμό της ροής
Μάζευες λυγαριές κι αγριομέντες - στεφάνια της υγρής σου κόμης
Κι αμίλητος παρακαλούσες να συντρίψεις τα κάγκελα της νύχτας!

Φέτος τα πουλιά θα ξεχειμωνιάσουν
Στα χρωματιστά φινιστρίνια των ματιών σου
Εκεί που τα χρυσόψαρα ευφραίνουν ηδονικά τα πελεκημένα στήθη
                                                           της μεθυσμένης γοργόνας
Απουσίαζες στη σκληρή λευκότητα της αρχαίας σινδόνης
Και με χέρια ανοιχτά συνδαύλιζες τη κρυφή φλόγα των νοσταλγών
Απάνεμα αναζητούσες λιμάνια κι αποξεχνιόσουν στους χτύπους
                                              ενός καλοδουλεμένου εκκρεμούς
Επιταχυντές τα μυώδη σου μπράτσα αγκάλιαζαν τον τραυματισμένο ουρανό
Μη και στερέψει το φως στα χαμοκέρασα του δάσους
Και απλωθεί το σκότος στις χρυσές πτυχές του ηλίανθου
Πιασμένο στη παγίδα το σχήμα σου φιλονικούσε με τις τρύπιες τσέπες
                                                                                  του σύννεφου
Μέσα σε έναν απόρθητο ουρανό που αραίωνε λυτρωτικά τη θλίψη σου!


Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

τη βραδιά που κάηκαν τα αγάλματα της πλατείας

                             
Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Μου είχες πει μυστικά ένα πρωί του Γενάρη
Δάκρυζες με αναφιλητά και γόους πικρούς
Ακουμπισμένος διαγώνια με καρδιά ξέχειλη
Στο δισκοπότηρο της προσμονής και της αγάπης
Σαν μια λιθοδομή που ξεκουράζει το εσώτερο βλέμμα των γλάρων
Όταν σκορπίζεται διχαλωτά στο αμετανόητο φως των νήσων
Αστεροειδείς σκούραιναν τη χλωρασιά της ακοίμητης πέτρας! 

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Σκληρό σαν το τελευταίο βλέμμα πριν το αντίο
Σπάνε οι κρύσταλλοι με ένα ανεπαίσθητο κραχ
Η ωλένη του μαρτυρίου μακραίνει τις υφές
Η μοίρα παραφυλάει σαν εκστατική Ανδρομέδα
Μπροστά στη μεσαιωνική πυρά ανασχηματίζοντας
Απαλά την παραφθορά του ονείρου και του χάους
Πυργίσκοι χάρτινοι στοίχειωναν την αμμουδερή πολιτεία!

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Τα αγάλματα της πλατείας ζητούν επαιτεία
Από το σβηστό μαγκάλι του Κλύδωνα
Αφελείς νοσταλγοί του μέγα ίλιγγου
Αναζητούν το ανέφικτο στο μετέωρο πυροφάνι
Του νεκρού ιχθυοπώλη
Υφαίνοντας κλεφτά το δίχτυ του πόθου
Μπροστά στη κλειστή πολυτέλεια του άδειου κελύφους
Λάμιες βουβές του ποταμού περιθάλπουν ομαδόν
Την κοφτερή λευκότητα της φυραμένης τους σιλουέτας
Αγάλματα παγανιστικά φιλτράρουν την οδύνη του πρόσκαιρου
Συνθλίβοντας λευκές πεταλούδες στη παλάμη τους
Καραβόπανα σκηνής απομυζούν τη φθορίζουσα μαρμαρυγή του θανάτου!

Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

ετερόκλητη σύναξη


Στου δάσους την πολύβουη ερημιά
Συνάχθηκαν
Πίσω από των κορμών
Το αυστηρό περιστύλιο
Νομάδες με χαλκόχρωμες γενειάδες
Μιλούσαν γλώσσες ακατάληπτες
Κι είχαν το κομπόδεμα της μοίρας
Ριγμένο στην αριστερή τους τσέπη
Μοίρα τραγωδός
Σπορά στη μασχάλη του ανέμου
Προσωπείο αρχαϊκό σε λίθινη εξέδρα
Σαϊτιά στης φλέβας το φυλάκιο
Παραπαίουσα στο ασταθές κενό
Κάθετη πτώση των αρμάτων σε ειδεχθές πηγάδι 

Σε στοές κεκλιμένες
Στοιβάχτηκαν
Πίσω από του μέταλλου
Τις φαγωμένες αυλακώσεις
Τα παμπάλαια αρχεία
Της ιστορίας των Βουρβόνων
Δυναστείες πανσπερμίας
Πάνω στο σύγκρυο των λουλουδιών
Ρημάζουν το σπαραγμένο στόμα των λαών
Λαοί σαβανωμένοι στην ανυπαρξία
Παγωμένα συντριβάνια του αστείρευτου
Λιοτρίβια διαπλέοντα στο ασήμι της ελιάς
Πυγμάχοι της πέτρας στον απόμερο στίβο της λήθης
Μεγαλουργούν στης ιστορίας το βούρκο
Καμπύλη των άστρων σε χαλινάρια ανυπακοής 

Σε γόνδολες ανεστραμμένες
Αποσύρθηκαν
Πίσω από την οιμωγή
Του σπάταλου κύματος
Γλάροι με προτεταμένα τα ημίψηλα καπέλα
Θεατρίνοι σε παραστάσεις του μηδενός
Περιοδεύουν ατάκτως στα πέρατα
Εκδρομείς σε αφαλατωμένα κρύα πελάγη
Διαμοιράζουν ανεμώνες σιωπής στους αναχωρητές
Θαλάσσια άνθη της αρπαγής
Κυκλώνουν τα βυθισμένα πάθη του σκότους
Κοράλλια και σεντέφια στολίζουν τα ακρόπρωρα της μνήμης
Στιλέτα ναυαγών χαράσσουν βαθιά το μέτωπο της σελήνης
Γραφή αινιγματική σε τρικυμισμένη παλάμη 

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης


Δεν γεννήθηκα ήρωας τα κρόταλα του έρωτα να απορρυθμίζω!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Βάρος δεν θα βάλω στης αθώας φτέρνας
Την απέθαντη κορυφή
Τ΄ αψήλου θα ανεβώ μαυροφορεμένη
Να προσκυνήσω τη συμπαντική σου εικόνα
Το ανθοφόρο περισκόπιο του οίστρου
Σε κάμπο σπαρμένο με παπαρούνες
Θα στήσω
Για να κοιτάξω ευθύβολα
Τα φθινοπωρινά σου χέρια
Και του κορμιού σου το λαμπρό κενοτάφιο
Θάρρος θα οπλιστώ
Μήπως κι αλαργέψει ο φόβος του μαχαιριού
Κάτω από το τραπέζι με τα όλβια ρόδα
Αμάραντη ομολογία αθανασίας εξυφαίνω! 

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Λάφυρα δεν θα πάρω από της μάχης
Το ιδρωμένο σώμα
Όσο κι αν την αιχμαλωσία σου συλλαβίζω
Καιρό τώρα η ζωή μου
Διαπλέκεται μες την αιθαλομίχλη των πόλεων
Και στης πάχνης το θρυμματισμένο κάτοπτρο
Σε αγορές θα βγω με σιαμαίους ιχνηλάτες
Να εμπορευτώ αρώματα της λήθης
Και οδοδείχτες κιτρινισμένους
Θα σταματήσω μόνο
Μπροστά στο κίβδηλο φεγγάρι
Μήπως και εξαγοράσω δυο ρουμπίνια ματαιότητας
Από τα κλαμένα σου μάτια
Που συνταγμένα φράζουν τον λεπτοφυή ιστό μου
Δεν θα σε απαρνηθώ
Δέσμια θα μείνω μιας μοίρας καθηλωτικής
Που στο παράθυρο μου γεράνι γίνεται
Σε κύκνο μαύρο μες την  οχληρή σου επικράτεια
Σιωπηρά θα μεταλλαχθώ
Χορεύοντας του επέκεινα ρυθμούς κυκλωτικούς
Άυλη θα σε πλησιάσω
Μεταθανάτιο μέλι σε τάσι χάλκινο
Να σου προσφέρω - αρωγός της ρίζας
Σεπτή θρυαλλίδα στης ελιάς το εργαστήριο!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Πριονίζω το φως
Κι ακρωτηριάζω τις λόγχες του ήλιου
Να σου φτιάξω ένα μικρό φυλαχτό
Να πορεύεσαι
Να μην έρθει κακόβουλη η αποκλήρωση του χρόνου
Να σε χτυπήσει
Λαχνό θα πάρω
Και σε τυχερά παιχνίδια θα συρθώ
Ποντάροντας διπλά στης αγάπης σου
Το σκοτεινή αριθμητική
Στη λοταρία του έρωτα
Κρυστάλλινες προθήκες ονείρων θα αποτινάξω
Κι αν σπάσει του ευνούχου το γόνατο
Στα μυώδη μέλη του αόρατου θα κρυφτώ
Να γυμνάσω το στρογγυλό θυλάκιο του πόθου
Μη μου αρνηθείς ξανά
Το ορειχάλκινο ρολόι που μου είχες χαρίσει
Τότε που η ζωή μου έλαυνε
Με γοργό βηματισμό μπρος την αγκαλιά σου
Σεβαστική μυρτιά στο απόκρημνο μνήμα της Αδερφής!

Θα ντυθώ το ένδυμα της ποίησης
Μαζί σου να με πάρεις...
Χέρσα γη να πατήσω δεν ξέρω
Και στα ορυχεία του δυσδιάκριτου σαν παιδί σκοντάφτω
Εξαρχής κι αφειδώλευτα
Να ενωθώ με το φως αποζητώ
Και το συμπαγή μαστό της ανατολής να θηλάσω
Λαμπαδηδρόμος πάνω σε σπασμένα κρανία
Γυμνή απουσία να πορευτώ
Λοιδορώντας το ακονισμένο σου βέλος
Στρατηλάτης να εισέλθω
Στα πυκνά φάσματα του νου σου
Μόνα μου εφόδια στο διάβα μου
Το ασύμμετρο μειδίαμα σου
Κι ένα τραγούδι από τους χίλιους στίχους
Που για χάρη μου έγραψες
Αγιάτρευτη πληγή ο χωρισμός
Δεν επιδέχεται ξόρκια και μαγγανείες
Το όνομα του Κάλχα αναβαπτίζεται
Σε φρικαλέα τελετή
Κι όσο αντέξεις το πένθος...
Έμμετρη φωνή σκεπάζει της δάφνης την υπεροχή!