Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ιχώρ της λάμψης



Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας  
Στα μέρη εκείνα του Νότου
Όπου ζούσες απόμακρος
Μαζί με τον εξόριστο ποιητή
Αδιόρατος από το πορτοκαλί υφάδι
Φυγάδευες αργά το δάκρυ σου 
Στην καλύβα με τους απόσκιους
Νερόλακους προστατεύοντας
Την ίριδα του εσταυρωμένου
Νυχτολούλουδου στο αναρρωτήριο
Με τα πράσινα παραθυρόφυλλα
Πονούσες, το απαρηγόρητο κενό
Σε εξαθλίωνε φιλώντας σε
Μέσα στις μαύρες εσθήτες
Της πολύλαλης πεταλούδας
Αναγύρεψες την πικραμένη
Κεραία του εγκλωβισμένου
Ήταν τότε που πέρναγε
Ντυμένη στα λευκά
Η ζωντανή ορδή
Των ακοίμητων μελισσών
Πορεία στο κεχριμπαρένιο νερό
Χόρευαν οι κυκλικοί υδρατμοί
Στο μάγουλο της μοναχικής κόρης
Ονειρευόσουν μια αμμουδιά
Με κελύφη αχινών
Και κόκαλα σουπιάς
Που το κύμα ξέβραζε τις νύχτες
Του ανέσπερου μαλαχίτη
Πράσινη η ουρά του γαλαξία
Παράστεκε την ανέμη του σκότους
Όταν στο πλατύσκαλο απόθετες
Τη στάμνα με τις διαμάντινες ώρες
Η θάλασσα αποκοιμιόταν
Κάτω από το βαρύ της κάλυπτρο
-Απειθάρχητη συνοδός- 
Σαν θαλερός μετεωρίτης
Που χάνει τη πιθανή του πορεία
Και κυρτά γέρνει την πλούσια κόμη του
Στους μαύρους χιτώνες της γης
Μια αγκαλιά αναφαίνονταν
Στους σπόρους της άλικης μιμόζας
Ο χωρισμός βάραινε στα βλέφαρα
Σαν το κοπίδι του ήλιου
Πάνω στο ώριμο στάχυ
Βάραιναν τα βλέφαρα
Ασκήτευε το κρύο χέρι
Αποδιωχνόταν ο σφυγμός των δακρύων
Στο ανώγειο παλάτι του έρωτα
Μαζί με το νεκρό ερωδιό
Στο λιμναίο πάρκο της Υλίκης  
Βλάσταινε η ρίζα της μυρτιάς
Απογευματινές αίλουρες προσευχές
Η ιαχή της καλύπτρας αναπαυόταν
Στους χωμάτινους θόλους των σπηλαίων
Πέταγες ένα πετραδάκι
Στις στεφανωτές υγρές καμάρες 
Άκουγες πολλαπλάσιο τον ήχο
Να διασκορπίζεται στον ιχώρ της λάμψης
Απόκοσμος βάδιζες πάνω στη λάμα του
Στον έρωτα ταγμένος των θεών
Χάλκινες ραφές έραβες
Πάνω στα φραγκοστάφυλα
Της επηρμένης φλόγας