Τρίτη, 25 Ιουλίου 2017

Σαν επιδρομή

Αποτέλεσμα εικόνας για δάσος

Έλα να πάμε στο μακρινό δάσος
Έχω διαλέξει ένα ξέφωτο για σένα πλάι στη λίμνη Εκεί θα μας περιμένει λαμπρός ο χρυσοήλιος κοντάρια να μας χαρίσει Εκεί οι κισσοί δροσερά στεφάνια μας έπλεξαν και μας καρτερούν Μεγάλα στεφάνια να χωρούν τους όρκους μας Κλειστές να βαστούν τις κρυφές πληγές μας
Ο γερο - πεύκος ανοιχτή θα έχει τη διάτρητη αγκάλη του Στα κλώνια του να κρεμάσουμε τις εικόνες μας μαζί με το δισάκι και το παγούρι μας
Τις εικόνες μας μες το ρετσίνι να τις βουτήξουμε Γυάλινοι να γίνουν οι πόθοι μας Αρώματα ν' αποκτήσουν τα σκοτεινά μας όνειρα Κρούστες χρυσές να πλεχτούν στα λεπτά μας τσίνορα
Στον έρωτα να φτάσουμε βαφτισμένοι με νέα ονόματα
Έλα να πάμε στις βυθισμένες πολιτείες
Ο νέος κόσμος να μας γνωρίσει Στις μικρές σκηνές να παιχτεί το μονόπρακτο της αγάπης μας
από ένα περιπλανώμενο μπουλούκι θεατρίνων που γαλάζια φορούν κοστούμια
Στο ολοήμερο πανηγύρι πρωταγωνιστές να γίνουμε και συμπαίχτες
Δίπλα στη τσιγγάνα ν' ανοίξεις τα χαρτιά σου Δίπλα στους ταχυδακτυλουργούς να φιλιώσεις με το σώμα σου Δίπλα στα παιδιά να ασπαστείς του μάγου το μέτωπο κι ευχές να πάρεις Σκόρπια γητέματα να θυμηθείς Τα πρώτα της ζωής σου ξεστρατίσματα
Έλα να πάμε στις απάτητες κορφές
Σου έστησα ένα κονάκι εκεί πάνω με στρογγυλεμένες πέτρες Έβαλα τα φλοκατά της γιαγιάς στο δάπεδο Δεν παρέλειψα και παραθύρια να σκαλίσω Να βγαίνεις τα πρωινά την καλημέρα σου να αφήνεις στα υγρά κλαριά της ελάτης Πλεκτά έβαλα κουρτινάκια μ' αγγέλους να έχεις σύμμαχο τον ουρανό και τις νεφέλες
Στο σύμπαν ανάλαφρα να πεταρίζεις Πουλί αγριοπούλι κι αηδόνι μαζί Έμπιστος στρατηλάτης
των επίγειων να γίνεσαι Ουράνιος καβαλάρης να καλπάζεις στους θύλακες των βουνών
Όλος ο κόσμος σου ένα νεφέλωμα που ραντίζει τις αγριαπιδιές με βρόχινα δάκρυα
Όλος ο ίσκιος σου μια στοργική αφροξυλιά μέσα στα ψαλιδωτά κιγκλιδώματα της ιστορίας
Έλα να βρεθούμε στους κρουστούς καταρράκτες
Στα τρεχούμενα νερά με τις οπλές των αλόγων να μετρηθούμε Στα αποσκιερά να περιπλανηθούμε
μονοπάτια πλάι στις αιώνιες φτέρες και στις λαγανιές
Ασημένια σου έχω φτιάξει ποδήματα Χάλκινες σου έχω φέρει ζώνες Χρυσές σου έχω παραγγείλει
ασπίδες Στις μάχες να ρίχνεσαι κι αλώβητος να βγαίνεις Σαν τη φωτιά να απλώνεις
Στα μάτια να κοιτάζεις τα λειασμένα βότσαλα Στα χέρια σου να αρπάζεις τις άτακτες πέστροφες
Να ασημίζουν τα βράγχια της ψυχής σου όπως ασημίζει το φεγγάρι πάνω στα νερά Όπως ασημίζουν τα μάτια σου μπροστά στη δίνη των ροών
Έλα σου λέω! Μια επιδρομή να είναι η ζωή μας στην ομορφιά
Μια αέναη πορεία στα κάστρα της ανατολής μαζί να χαράξουμε προτού σκλάβους μας πουλήσουν
για λίγα φράγκα στις υπαίθριες αγορές Χρεώνει ο χρόνος την απουσία ακριβά Στενεύουν κι οι
πύλες στις μαργωμένες πολιτείες χωρίς εμάς
Έλα! Βιάσου στων λεπτών να βγούμε το φινιστρίνι σαν αθώοι επιβάτες  με μια μόνο αποσκευή



Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Ο κόμπος

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλή

Δεν κλαίω σου λέω Ένα σκουπιδάκι μπήκε στο μάτι μου Ίσως πάλι να φταίνε κι οι άνεμοι που λυσσομανούν στο κεφάλι μου Τα καλοκαίρια με τους ανέμους ξεδιάλεγα στην ακτή τα χαλίκια Ισχυροί αυτοί ξεχώριζαν τα καλύτερα και μου τα έπαιρναν Πετραδάκια γυαλιστερά άλλα πράσινα άλλα βιολετί κι άλλα χρυσαφιά σαν την άμμο του Αυγούστου Μου άφηναν εκείνα τα ασπρόμαυρα μόνο Τα ταπεινά και τα μεγάλα
Ασπρόμαυρα σαν τις παιδικές μου αναμνήσεις: Οι βόλτες στο ποτάμι Το τίναγμα της ελιάς Το ξεχορτάριασμα του κήπου Οι ρίζες που πάντοτε διψούσαν Οι γλάστρες με τα επιφανή ονόματα: Γιασεμί μαντζουράνα αγιόκλημα βασιλικός μέντα δυοσμαρίνι κι ανθάκια του μελιού
Ξέχασα το χαμομήλι Εκείνο που η μάνα μου άπλωνε στα λινά σεντόνια να ξεραθεί Είχαμε πολύ ήλιο στις βεράντες Ανατολικά έβλεπαν τα μάτια μας Στη δύση το βουνό με τα κιονόκρανα Εκεί στρέφαμε το βλέμμα μας μόνο το χειμώνα Άσπριζε το βουνό έως κάτω Φύσαγε ο βοριάς σαν τρελαμένο αγρίμι Φούσκωναν τα ρυάκια κι οι ποταμοί Φούντωνε κι η έγνοια μας για τη ζωή Μισόσβηστο κάποτε το τζάκι Τρίζανε τα κάρβουνα Το ψωμί φούσκωνε δίπλα στο λάδι Η γη μας χόρταινε Η γη μας αψηφούσε
Κάποιον χειμώνα σαν τώρα τον θυμάμαι φούσκωσε τόσο ο ποταμός που στο πέρασμα του λιάνισε δέντρα ξεχωμάτισε βράχους Το βουητό του έφτανε ως το σπίτι κι ας μας χώριζαν πέντε χιλιόμετρα απόσταση από εκεί
Μην μου λες για τρικυμίες αν δεν έχεις ακούσει το βούισμα του ποταμού Βγαίναν οι δράκοι και μας κυνηγούσαν Στύλωνε τα πόδια του το άλογο και χρεμέτιζε φοβισμένο Σώπαινε κι ο γκιώνης μπροστά στην αγριάδα της φύσης Σταύρωναν οι πέτρες τα χέρια στις κοντινές σπηλιές Ικεσίες έκαναν οι θαυματοποιοί στον μέγα ουρανό
Τραυματισμένοι έβγαιναν οι ήλιοι κι εμείς το ιάσιμο φορούσαμε χαμόγελο να τους παρασταθούμε Στο μάτι βάζαμε τις ξαστεριές Ψάχναμε τα καπέλα μας Ψάχναμε για καινούργια όνειρα Κερδίζαμε δυο πόντους ύψος στη μάντρα Ψηλώναμε
Δεν κλαίω σου λέω Τα δάκρυα μου τα άφησα στο μάλλινο παλτό του πατέρα πριν ανεβεί στην πόλη για εξετάσεις Έκλαιγαν οι φλέβες των τοίχων στις γωνιές του δωματίου Έκλαιγαν τα μικρά ερπετά στο γύψινο εικονοστάσι Έκλαιγε κι η μάνα μπροστά στα μπακίρια Μαζεύαμε το μαύρο και το ξεπλέναμε στη βρύση Αγαθό το νερό μερμήγκιαζε τα χέρια μας Πλατάγιζε ο ορίζοντας τις ξανθές του γλώσσες Βρίσκαμε ξανά το μονοπάτι της χαράς
Έρχονταν ο πατέρας δυνατός σαν τον κρουνό του καταρράκτη Μας μάθαινε πως να ξεχωρίζουμε τα άστρα Πως να αγαπάμε τα φυτά Πως να βοτανίζουμε το κρύο μέτωπο της πατρίδας απ' τα ζιζάνια Πως να γυρνάμε ξεκάλτσωτοι στα μιτάτα με τους ιερούς άκανθους χωρίς να ματώσουμε
Μας έμπαζε στα μεγάλα μυστικά της πλατύφυλλης νιότης Στις διδαχές μας μυούσε των δρόμων Μεγαλώναμε ξάφνου Απ' τα μπράτσα του αντλούσαμε ουράνια ορμή
Ανάβαμε φωτιές να ζεστάνουμε τις ψυχές μας Πετάγαμε ένα χαλικάκι στη στεφάνη της φλόγας για να καρποφορήσουν οι σπόροι Ανοίγαμε τα συρτάρια με τα τακτοποιημένα σακουλάκια Χαμογελούσαμε Στους καρπούς μας δέναμε φυλακτά Στη καρδιά μας έμπαινε το αλέτρι της νέας σποράς Φυτρώναμε Καρπίζαμε Σοδιάζαμε τα λόγια μας στα μεγάλα ξύλινα κασόνια Μεστώναμε Γελούσαμε προς τα μέσα Πειραγμένους μη μας δει το αυστηρό μάτι του πατέρα Ανούσιους μη μας θωρήσει το πεφταστέρι της αυγής
Όχι δεν κλαίω καθόλου Γέμισα τις ρωγμές μου με το αμμοκονίαμα του Θεού Δεν βλέπεις ακόμα και τα δάκτυλά μου δεν υγραίνονται πια Κι αν έρθει απειλητικός ο πανικός θα τον καλοδεχτώ Κρατά γερά η ρίζα Χωνεύτηκε όλη η αλήθεια του κόσμου κι ας ψιχαλίζει ασταμάτητα στην πόρτα της καρδιάς
Μια μου μένει έγνοια: Να 'χω καθαρό το τραπέζι αχνιστό το ψωμί και τα μάτια ανοιχτά προς στους καμβάδες της Ανατολής Δεν θα μισέψω κι ας με καρτεράς
Μεριάζει αργά το βουνό Ανοίγει διάφανος ο ορίζοντας Στα μέτρα μας ο κόσμος
Δεν κλαίω Μόνο τον υγρό κόμπο ξελύνω του πόνου με τα λεπτά μου δάκτυλα

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Τυχαία συνάντηση

Αποτέλεσμα εικόνας για τυχαία συνάντηση

Κράτησε μου λίγο ίσκιο Από τότε που γεννήθηκα μόνιμα στη μεριά του ήλιου έγερνα σαν το
φυτό που ο ηλιοτροπισμός καθορίζει την πορεία του
Θέλω λίγο να ξαποστάσω Αυτό το πήγαινε - έλα βύθισε τα πέλματά μου Τα πλήγωσε κι εγώ
πως θα περπατήσω στο σκοτάδι των χειλιών σου;
Κράτησε μου λίγο ίσκιο Είδα τα φωτεινά και τα μεγάλα
Καιρός να αποσυρθώ στα μήκη των χαραδρών Να νιώσω την ανασεμιά του πεύκου Του σκίνου
τ' άρωμα να χαρώ Τα φρυγανισμένα μέλη της ασφάκας να αγγίξω
Κι αν βρω καμιά αγριελιά να χαράξω της πληγής μου το ξερό ήχο
Γιατί μάθε πως τα δέντρα μ' αγαπούν Αυτά τα βαθύσκιωτα που ποτέ δεν με είχαν
Μην με πας στον ελαιώνα Εκεί το φως δεν βαστιέται Εκεί ο ήλιος κρησαρίζει τα παιδιά του Όλα
τα έχω δει όλα τα ξέρω Μόνο που απότομα κόβεται το μονοπάτι Γεμίζει σκνίπες ο χώρος Μην
με πηγαίνεις εκεί πέρα
Στα χωριά αυτά κρύβεται ένας παλιός άρχοντας Άπληστος και αιμοβόρος Έχει στην υπηρεσία του
δώδεκα μικρές οδαλίσκες με χιτώνες μακριούς Κρατάνε μέρα νύχτα κάτι τεράστια κεριά στα χέρια Θυμιάματα καίνε σε μικρά κεραμικά πιάτα διακοσμημένα με κρίνα και σαρκοβόρα φυτά
Δεν μπορώ να τις κοιτάξω Δεν μπορώ να αντέξω τα βαριά τους αρώματα
Με τ' αρώματα αυτά αποκοιμίζουν τον άρχοντα Αφήνουν το παλάτι και τρέχουν στους κήπους Παιχνιδίσματα κάνουν με τα νερά Θυσίες προσφέρουν στους θεούς των λιμνών Γιατί έχει πολλές λίμνες περιμετρικά Με κάτασπρα αφρισμένα νερά
Βουτούν μικρά χαρτάκια στην επιφάνεια τους Ραβασάκια για τους αγαπημένους Γράμματα για τους δικούς Επιστολές για τις ορφανεμένες ψυχές των λιθαριών
Ξεφεύγουν για λίγο κι ύστερα παίρνουν το δρόμο της επιστροφής
Ένας κυνηγός μια φορά μου έφερε ένα δικό τους γράμμα Ακόμα το κρατώ στο στέρνο μου Θα στο διαβάσω αλλά πάρε με από το φως με τυφλώνει δεν βλέπω Έστω βάλε με στον ίσκιο σου αν δεν μπορείς να με πας στο φρύδι των βοριάδων
Έχω κοσκινίσει την άμμο των ακτών και πολλά έχω βρει διαμαντικά Όλα θα στα χαρίσω Να λάμπεις τις νυχτιές του έρωτα σαν το Μέγα Γαλαξία μέσα στην πλημμυρίδα των λευκών σύννεφων
Μην με αφήνεις εδώ Εκείνο το γράμμα που σου 'πα λες και γράφτηκε για εμένα ίσως και για εσένα Κάνε κάτι πριν εμφανιστεί το χάλκινο φεγγάρι και μας πάρει τα μυστικά
Απ' όλα τα φεγγάρια που γνώρισα μόνο ένα δεν μου απίστησε Κι αυτό τελικά στα χαμένα πήγε
Άδοξα μες στο παλιοπήγαδο σκόνταψε κι έπεσε Θέλησα να το ανασύρω Μάταια όμως Σκοινί δεν είχα ή έστω ένα άγκιστρο ή μια απόχη παιδική με λαβή από μπαμπού
Είναι κάποιες νύχτες έναστρες που ακούω παθιάρικα να με καλεί Μου ξεφεύγει τότε ένα δάκρυ κι είναι σαν να του στέλνω υγρά φιλήματα
Τα δάκρυα λένε είναι σαν τα φιλιά των αναχωρητών Αρμυρά και άνοστα μαζί Σταθερά και φευγαλέα ταυτόχρονα Πικρά και γλυκά σαν τη ξυραφιά στο μέτωπο του ορίζοντα
Που πας μη φεύγεις Λίγο να αγγίξω τη γενειάδα σου Κι αν δεν θες τα διαμαντικά δεν θα σου θυμώσω Μόνο μη φεύγεις χωρίς ούτε μια λέξη να πεις
Ψέματα σου είπα για το γράμμα Το 'σκισα Δύσκολο να διαβάσω τους χρησμούς σε μια γλώσσα πεθαμένη
Κι εσύ αν και ήσουν ένας περαστικός βαθιά με σημάδεψες Αυτή η τρέλα του ματιού σου πόσο καθηλωτικά αποτρόπαιη ήταν Μιλούσε κι έγδερνε μαζί Τραχιά και  διαπεραστική σαν γλώσσα φωτιάς σ΄αναμμένο κάρβουνο
Εδώ θα μείνω κι αν κάποτε διψάσεις για φως έρχεσαι
Πρόσεξε όμως μην βγεις στο ύψωμα με τους θαμμένους κίονες Θα σε πετύχουν στην καρδιά τα
βέλη των μικρών ερωτιδών
Αυτών που στα ανατολικά υπερώα της γης ολοχρονίς συντροφιά μου κρατάνε!