Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

αναγερτό βλέμμα (μικρό μου)


Αναγερτά φορούσες τη περόνη του ήλιου
Εκεί στον αριστερό βραχίωνα, φοβόσουν
Μη και αστοχήσει το πύρινο βόλι της όστριας
Πάνω στην άλω της βακχικής ζαμπέλας
Χρώμα σκληρό του δέρματος
Πέτρωμα του αχάτη αιχμηρό δόρυ κυρτό του έρωτα
Να κόβει οριζόντια τα πτερύγια του ορίζοντα
Οπλή χαραγμένη στην αμμουδιά των κρυστάλλων
Σαν απουσία αποδιωγμένη από το κάματο του κύματος
Πηγή δακρυρροούσα τον μουσικό λυγμό
Έτσι αχνά να διαφαίνεται η ρίζα του λαιμού σου
Που απόγεια αναβλύζει νύχτιο σκλήθρο και ελατοκορφές
Μικρό κορίτσι εσύ λέαινα της σαβάνας
Με τους έγχρωμους βοστρύχους
Ποιος μίτος οδηγεί στον λαβύρινθο σου;
Κυματισμός τρελός βαραίνει τα βλέφαρα σου
Γοητευμένος ο ουράνιος θόλος
Περισφίγγει τα εφηβικά σου δίχτυα
Δίχτυα βαριά απλόχερα στο πέλαγος
Ψαριά του αιώνιου αρσενικού
Ο έρωτας ματίζει τους υγρούς σου κόρφους
Βγαίνει το φαιό παλίμψηστο
Των όρκων να σε προϋπαντήσει
Μικρό κορίτσι εσύ γοργόνα μυθικών αινιγμάτων
Οι πλόιμες μέρες σου με οδηγούν στα ακρόβραχα
Εκεί που κατοικείς με τις ορφικές σου άρπες
Να δέσω θέλησα στην αβρή παλάμη σου
Ένα μικρό χρυσόφτερο του αδερφού σου γλάρου
Να σε στολίσω με φίλντισι το δρόμο να μη χάσεις
Να σε μαγέψω με τα  φίλτρα της καρδιάς για να με βρεις
Καθώς στητά θα ξενιτεύεις τη σαΐτα  της ματιάς σου
Πάνω στην βυθισμένη χώρα των παγετώνων που ζεις
Μέχρι να σημάνει του πόθου σου η ώρα
Στράγγισμα της χνούδινης αγκάλης σου
Μικρό κορίτσι εσύ γραμμωμένη σκιά του σύθαμπου
Κόβεις το φως σε λόγχες σπαθωτές υπαίθριου βιτρό
Αφήνεις πανάκριβα το βλέμμα σου να γυροφέρνει
Στις χαρτογραφημένες ακτές του αδρού σου πιγουνιού
Λάκτισα δυο πέρλες λευκές από το λύχνο των ματιών σου
Να φέγγει ο δρόμος μου σαν πρωινή ομίχλη
Μη και σκοντάψω στην άργιλο των χειλιών σου
Μικρό κορίτσι εσύ του ουρανού αιμάτινη φρεγάτα
Προσκυνητής στον όρθρο σου προσφεύγω
Μέσα στου ναού σου τα σφριγηλά θεμέλια να ζεσταθώ

Ευχαριστώ πολύ τη Christina
που έντυσε το ποίημα εικαστικά
     

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ξένιος αναχωρητής


Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας
Αναχωρητής ταγός των μετέωρων υδάτων
Οι συστάσεις της αυγής αποσιωπημένες στο χθες
Παρακρατούσαν τα στοιχεία της ενοχικής Ίρμας
Στο ηλιοδρόμιο του φλεγόμενου πόθου
Συναντούσες τους παρελθόντες έρωτες των βυθών  
Οι ακριβείς ημερομηνίες πόντισης είχαν χαθεί
Απάντηση δεν πήραμε στο άλγος του πένθους
Κυνηγοί αφουγκράζονταν απαλά τη φλέβα της γης
Οι βάγιες κομμένες στο αριστερό γόνατο
Εκεί στο πλάι που η Πυθία προμήνυε
Την μυθική αρπαγή του μικρού Ναυτίλου
Αποξεχαστήκαμε στα όνειρα σαν ανάεροι αετοί
Στην χοάνη του πευκώνα κρύψαμε τα αντικλείδια
Του ανακλώμενου σεληνόφωτος
Κανείς δεν φρουρούσε πλέον το Επταπύργιο
Με τις ανυποψίαστες αγράμπελες
Στα δύο αγάλματα αναθέσαμε
Τις διχαλωτές ακμές των Άνδεων
Το αρχιπέλαγος δοσμένο πιστά στα χέρια μας
Από καταβολής του ένθεου πανικού
Περιφερόσουν εύανθος σε στάδια και σε αρένες
Με διχασμένες τις εμπρήστριες των αναμνήσεων
Έμοιαζες με πέπλο της  Άνοιξης σκεπασμένο
Με τις σκιώδεις φυλλωσιές των σκίνων
Ανάσαιναν τα βότσαλα πολύτιμα μέταλλα
Ο ταυρομάχος φορούσε
Ένα κόκκινο περιβραχιόνιο
Στέκονταν απέναντι στα πλήθη γυμνός
Με μόνο το δέος της επερχόμενης μάχης
Στα υγρά του μάτια
Στεφανωμένοι Μινωίτες
Υμνούσαν τις ρωμαλέες διαθλάσεις
Των υπερκόσμιων ηλιαχτίδων    
Στα ανάκτορα δεν είχε απομείνει κανείς
Κορίτσια με έγχρωμους ώμους
Δρασκελούσαν τις σπηλαιώδεις τοιχογραφίες
Το δακτυλίδι με την αχνή σφραγίδα
Ξέπεσε στο πανάρχαιο πηγάδι της σελήνης
Αποξεχνιόσουν στους μηρούς των βιβλικών νεκρών
Θρηνούσε το μπονζάι της γέρικης αγριελιάς
Συστρεφόμενο στις πενιχρές του ρίζες
Οι κόκκινες αμαρυλλίδες φέγγιζαν
Στα δώματα με τους αμαρτωλούς δανδήδες
Έστρεφες το πρόσωπο σου στο ακραιφνές κενό
Να απαγκιστρώσεις το μέγα μυστήριο της διττής λέξης
Ξένιος πολιορκητής εσύ που μαρτυράς στην οργή
Απόξενος τρυγητής εσύ που αναρριγάς στη μέθη
Ονειροτόκος ταξιδευτής εσύ που εφορμάς στα νέφη
Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας 

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

η προσευχή του πόθου



Νεκρολούλουδα κρατούσες στα χέρια σου
Άλικα να τα μαδάει ο αγέρας των παρθένων
Ωρών με δυο λαμπιόνια άσβεστα στο κόρφο
Χορευτής άνεμος μπάτσιζε με πελαγίσιες ριπές
Το πρόσωπο σου στις ανώγειες θαλασσορωγμές
Εκεί που τις μέρες του καλοκαιριού περιπλανιόσουν  
Με τα τρεμάμενα βαθυγάλαζα δελφίνια
Της Ακροναυπλίας κατάσαρκα στο μέγα κύμα
Κυπαρισσότοπος κορυδαλλών με απόκρυφα Αγάλματα
Άκαμπτες σιταρήθρες και νυχτέρια γρύλων
Να πάλλει το ζάρι της ζωής ανάμεσα στις ένδοξες
Ορτανσίες χορηγός μιας αδαμάντινης λάμψης 
Τα γόνατα λύγιζαν μπροστά στο ιεροεξεταστήριο
Των υπέρθυρων κιόνων της ιεράς πολιτείας
Καθοδηγούμενες προσευχές πρόσταζαν ψυχρά
Την μετάνοια της ανάδελφης ορχήστρας
Μουσικές εσπερίδες στο υδατοφράκτη της προσμονής 
Φυλάκιζαν ήχους και κλαγγές σαξοφώνων
Το ψηφιδωτό των αισθήσεων καταμαρτυρούσε
Την ανασαιμιά του ασκητικού ιππόκαμπου
Θάλασσες δακρύων και γραίγοι υψιπετείς 
Συνωστίζονταν στο ζεστό φιλί της φιλύρας
Διψούσε η πηγή της νεραγκούλας το πόθο 
Αψύ το μέταλλο της ομιχλώδης ηλακάτης
Πάσχιζε να υφάνει την κεντρομόλο
Επιφάνεια της μοναχικής Ανδρομέδας
Δέντρα με ολοζώντανους δράκους στα φυλλώματα 
Έκαιγαν τα χέρια της λουόμενης κόρης 
Κοντάρια της ανέμελης βροχής
Άδραχναν σκληρά τους πόρους
Του σεπτού σου πέλματος
Μαίανδροι φυσικοί της έχιδνας
Χαράκωναν τις αδρές ρυτίδες του μετώπου
Περιβόλια με ολόφρεσκες περικοκλάδες
Ξετύλιγαν τις κρήνες των υποθαλάσσιων παθών  
Κήποι σεπτοί με νότες αγριόκυκνων  
Πετάριζαν στους μελλοθάνατους ύμνους της Αλόης  
Ένας Απολλώνιος άσπρος ίσκιος καλπάζοντας 
Αποτύπωνε το φως στους εαρινούς άκανθους
Το μανουάλι της καρδιάς αναμμένο
Συλλάβιζε το τροπάριο της οργίλης ήττας
Μια προσευχή θεϊκή του υστερότοκου έρωτα 
Σπαράζουσα ανέβαινε στα λάγνα σου χείλη  
Νεκρολούλουδα φύτρωναν στα χέρια σου
Άλικα να τα μαδάει ο αγέρας των παρθένων
Ωρών με δυο λαμπιόνια ηδονικά στο κόρφο

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

η γύρη της λήθης


Άτακτα τάγματα άπορων σπουργιτιών
Κατέλυσαν τις αλέες της πόλης
Πλάι στους ιστούς του εαρινού δρόμου
Μελαγχολικές υδραντλίες της φυγής  
Θορυβήθηκαν οι σπάνιοι κάλυκες
Των λευκών αστρολούλουδων
Έγυραν τεθλιμμένα και βουβά
Τα σγουρά κεφάλια της μικρής
Καλεντούλας στο πλοιάριο της ζωής
Οι βιοποριστές  της παραλίας
Φύσηξαν αγριεμένοι από το μεθύσι 
Την μπουρού του αρχιπελάγους
Χελιδονοουρές κυμάτισαν
Πάνω στα καφενεία των άστεγων
Προφητών και των λιποτακτών της βροχής 
Οι χρησμοί της ασημένιας ομίχλης
Εκτεθειμένοι κι ανερμήνευτοι 
Ακουμπούσαν στις σκαιές πληγές
Της ευλαβικής λεύκας
Στο πάρκο με τον τυφλό βιολιστή
Βγήκαν τα παιδιά με τα χρυσά λάφυρα 
Οδοιπορούσε το κλέφτικο χιόνι του στίχου
Να συνθέσει τον παιάνα του υπαίθριου άνθους   
Τα μονοπάτια και τα φαράγγια 
Της Όσσας πλημμύρισαν 
Με χαλύβδινους ανθρώπινους καημούς 
Έκαιγε θειάφι και σμύρνα 
Στο θυμιατό των ξεραμένων
Πευκοβελόνων εκεί στο ερημοκλήσι
Με τον ουράνιο άστρινο τρούλο 
Ακάλυπτο το δάκρυ πότιζε 
Το οπάλιο μάγουλο 
Της αμφιλύκης με τις δέσμες της αγάπης  
Μουσκεμένοι οι μηροί έτρεμαν μαζί
Με τα βαθυγάλαζα μάτια 
Του Άχραντου Έρωτα των βυθών 
Ανοικτές πληγές και ανεμικές παντιέρες
Έφεραν το σπόρο του αναγεννημένου 
Σύμπαντος στη κοίτη του ερωτόληπτου Πάμισου 
Όχθες με ποταμόχορτα βότσαλα και μούσκλια 
Αφιερώνονταν στη ροή της άνωθεν γης 
Πικροί δουλευτές ξεχέρσωναν
Το φως του ανθρακίτη
Από το πουκάμισο της γυναίκας
Αργός κι επώδυνος ο θάνατος 
Σημάδευε με δηλητηριασμένα βέλη 
Το γόνιμο χώμα της οπτασίας 
Βάραινε η ζωή στο ζεμπίλι της κόρης  
Η άμπελος κόχλαζε στο γιοματάρι του Ήλιου
Τον οίνο και τα κρασοστάφυλα 
Της νεογέννητης Λακωνικής κοιλάδας
Βομβούσε η μέλισσα μπροστά 
Στους βοστρύχους της Απέθαντης νεραντζιάς 
Ο μανιασμένος άνεμος ύμνος της ζωής 
Χτυπούσε και λάξευε τη πληγή 
Της λησμονημένης  Πανάρετης
Ήρθε ο καιρός της αναπαράστασης του φονικού 
Κλείσε την αυλαία πριν τα σπουργίτια 
Αναπολήσουν το κρύο χνώτο των συστάδων
Και ακμαία δοθούν στη γύρη της λήθης παντοτινά  

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

η μπαλάντα των μουσών


Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το κλειδί των Λυδικών φυλακών
Το χαμόγελο της στρατευμένης χαράς
Που λάμνει στο σκούρο κάγκελο του ναού
Με ένα γράμμα ερωτικό στη τσέπη
Τα αστέρια του ουρανού στασιάζουν
Μπροστά στο φως της τρεμάμενης αναλαμπής
Ο αποσπερίτης κρούει μια μικρή καμπάνα
Σμιλευμένη στο αδιαίρετο κέντρο
Του ήλιου και στης σελήνης τη φαρέτρα
Απάτητες απλόχωρες οι εκτάσεις
Που αρμονικά διάβαζες τις γραμμές τους
Τα πολυβολεία θαμποί καθρέφτες
Με είδωλα ανεμόδαρτων γλάρων
Το τατουάζ ξέφτισε στους μηρούς
Της λικνιζόμενης μπαλαρίνας
Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το άρωμα της μακρινής μανόλιας
Το όραμα της παλιάς αχυρένιας πολυθρόνας
Που πάνω της ξεκουράζεται
Ο πολεμιστής λαϊκός μάρτυρας
Της πυρπολημένης πεταλούδας
Πυρετός μπλοκάρει τους μαγικούς
Λεπτοδείκτες του υπαίθριου ρολογιού
Ο ερχομός του θερμαστή στο λατομείο
Ανατινάζει τις μεταξωτές κάλτσες
Της έγχρωμης ιερόδουλης
Τα γιασεμιά της πουλήθηκαν
Σε τιμή ευκαιρίας στα πλωτά παζάρια
Ναυαγοσώστες αποσύρουν στο σκοτάδι
Τις σκουριασμένες άγκυρες
Και τα αγάλματα των κούρων της πλατείας
Χαλιά με μαινάδες και σάτυρους
Στρώνονται στο ιερό βήμα του έρωτα
Τάματα ακριβά στο μεσαίο δάκτυλο
Της ατιμασμένης αδερφής προσκρούουν
Στις γροθιές της ανθισμένης τρικοκκιάς
Μένουν οι σκοτωμένοι ερωδιοί άταφοι
Στα κοιμητήρια ζητούν σειρά προτεραιότητας
Κυπάρισσοι αργοσαλεύουν
Τις φαιοπράσινες χλαίνες τους και μειδιούν
Το χακί της ανοιξιάτικης νύχτας
Είναι το μεσιανό κατάρτι
Της Αιγαιοπελαγίτικης πολιτείας
Ανήμερα στη γιορτή
Της πολιούχου Ορθίας Αρτέμιδος