Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2019

Κάλεσμα

Αποτέλεσμα εικόνας για Χαμομήλι

Η μάνα μου μαζεύει τώρα χαμομήλια στους ουρανούς,
σε κάμποτα σεντόνια τα αποξηραίνει.
Πάντα μάζευε χαμομήλια η μάνα μου στην τεράστια ποδιά της.
Έβγαινε στους καθαρούς αγρούς και στα ψηλώματα, απάτητο να 'ναι.
Με μέλι μαζί να το πίνεις μου 'λεγε είναι γιατρικό.
Σε ηρεμεί, σε καταπραΰνει, σε ρίχνει σ' ένα γλυκό λήθαργο.
Ποτέ δεν έστεκε η μάνα ήσυχη:
Έβαζε μπουγάδα, έπλενε τις λάμπες, γυάλιζε τα πόμολα,
ξεχορτάριαζε το παρτέρι, έκοβε χαμομήλια με λεπτούς μίσχους κι έφτιαχνε στεφάνια.
Είναι Του Χριστού έλεγε να τ' αγαπάτε μην τα παραγκωνίζετε όσο ταπεινά κι αν μοιάζουν.
Τα έβαζε πάνω στα χριστόψωμα, στα βάζα τα τοποθετούσε.
Γέμιζε το σπίτι λεπτά αρώματα κι όταν τα έψηνε τα σούρωνε έπειτα με τα λεπτά τουλπάνια της.
Αχ μάνα καλή σου ώρα....πόσο μας γνοιαζόσουν!
Είσαι μικροσκοπική έλεγε σε εμένα να μην παρακουράζεσαι.
Να δέσει το σώμα σου και μετά βλέπουμε τι θα κάνεις.

Τις νύχτες ύφαινε η μάνα αετούς, κυνηγούς και κινεζούλες.
Χτυπούσε η σαΐτα κι εμείς ονειρευόμασταν ανοιχτωσιές,
κόκκινες παπαρούνες, λευκά ξωκλήσια και γλυκόλαλα αηδόνια.
Το πρωί κοσκίνιζε το αλεύρι, μύριζε το σπίτι νοικοκυροσύνη και προκοπή.
Έψηνε μεγάλους άρτους και καλόσχημα παξιμάδια.
Πότε αναπαυόταν δεν ξέραμε...
Άυπνη έμενε η μάνα, άυπνη και πάντα ενεργή σαν μελισσούλα.
Τα απογεύματα ασβέστωνε την αυλή με χωνεμένο ασβέστη.
Τάιζε τα σπουργίτια με τα ψίχουλα του μεσημεριανού μας τραπεζιού.
Φρόντιζε τις χελιδονοφωλιές και έδιωχνε πέρα τα αρπακτικά.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο συμφιλιωνόσουν με τον κόσμο!
Είσαι σαν κλαράκι μου έλεγε να προσέχεις, έχει βοριά έλα μέσα
σου έχω έτοιμο ζαχαρόνερο να πιεις.

Τις Κυριακές η μάνα μας έκανε θαύματα.
Ανέβαινε στη σοφίτα και αέριζε τα ασπρόρουχα, ξεσκόνιζε το μπουφέ,
και συνομιλούσε με τους Αγίους.
Θυμιάτιζε το σπίτι κι ύστερα ετοίμαζε το φαγητό της Κυριακής.
Ψητό στο φούρνο με μπόλικο λάδι, σκόρδο και φρέσκια ρίγανη.
Γιόμιζε ο αέρας ευωδιές, γιόμιζε η αυλή μας παιχνιδίσματα.
Έστρωνε με τάξη το τραπέζι με το καλό σερβίτσιο,
τα κολονάτα ποτήρια και τα ανθισμένα τραπεζομάντηλα.
Γελούσε η μάνα μας, γελούσαμε κι εμείς ντυμένοι στα γιορτινά μας.
Φορούσαμε τα αμερικάνικα φορέματα με τους τεράστιους φιόγκους.
Καλοσιδερωμένα με τη μυρωδιά της λεβάντας.
Γιατί είχε λεβάντες πολλές στα παρτέρια η μάνα μας, λεβάντες δυόσμο κι άγριο θυμάρι.
Αχ μάνα ώρα σου καλή....πόσο ομόρφαινες τη ψυχή μας!
Είσαι μια μικρή παναγία μου έλεγε κι ο κόσμος σε φθονεί,
έλα να σου περάσω μια ματόχαντρα μάτι κακό να μην σε βρει.
Αχ μάνα μου πόσο με ήξερες, ποτέ δεν μεγάλωσα, ακόμα ποθώ τα χάδια σου
κι εκείνο το χαμομήλι να ξέρεις το κρατάω σε πάνινα σακουλάκια,
μην έρθει βοριάς μαμά και ποιος θα μου φτιάξει τότε ζεστό ρόφημα στη ζαχαρί σου κούπα. 

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Μονόλογος

Αποτέλεσμα εικόνας για ζογκλέρ

Όλα αφημένα στη σιγαλιά και της πρωινής λιακάδας.
Τα σεντόνια, τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης
κι εκείνος ο παλιός αμφορέας που ο παππούς
τυχαία έβγαλε απ' το χώμα ένα απόγευμα
όταν μερεμέτιζε τα τοιχία του κάτω κήπου.
Άλλη μια ηλιόλουστη μέρα σεργιάνιζε στις εμπασιές της πολίχνης.
Βελανίδια στρωμένα στη γη κι ένα πλήθος χρυσοκόκκινα φύλλα
συνέθεταν ένα καθαρά φθινοπωρινό σκηνικό.
Που πας χωρίς τα καινούργια σου παπούτσια;
Τα αγκάθια θα σε πληγώσουν κι εκείνο το σκουριασμένο
συρματόσκοινο θα σου τρυπήσει τα πέλματα.
Αν άκουγες τραγούδια ή διηγήσεις νεκρών κάτι θα είχες μάθει:
Θα ήξερες πως η μοναξιά είναι ένα ραβδί σε γεροντικό χέρι
που χτυπάει ρυθμικά στα πλακόστρωτα και που δύσκολα το αποχωρίζεσαι.

Τα χέρια ελεύθερα κι η καρδιά να αναπηδάει σαν τόπι.
Γύρισε σε βοριά τριγύρω και της ψυχής ο φανός τρεμουλιάζει.
Απόψε δεν θα μαγειρέψω, θα φας κάτι  πρόχειρο.
Μια φέτα ψωμί από εκείνο που ζύμωσες το πρωί,
καμιά ελίτσα και λίγο γαλοτύρι.
Αν ακούσεις χτύπο στην πόρτα μην ανοίξεις.
Θα είναι εκείνος ο ζογκλέρ με την τεράστια μύτη.
Δεν με διασκεδάζει πια.
Βαρέθηκα τα ξεφτισμένα δίχρωμα ρούχα του.
Βαρέθηκα τις λουστρινένιες μπότες του.
Την στιχομυθία του που δεν καταλήγει ποτέ πουθενά.
Μην ανοίξεις λοιπόν με απωθούν τα χλωμά πρόσωπα
τα επίπλαστα χαμόγελα με τρομάζουν και τα άπληστα μάτια με διώχνουν.

Προχτές τον συνάντησα στο δρόμο ήτανε πιωμένος κι έκλαιγε.
Τον πλησίασα κι αυτός τότε άρχισε σαν τρελός να τρέχει
κρατώντας μια τεράστια μποτίλια στο χέρι.
Κάποια στιγμή σταμάτησε και μου έβγαλε θρασύτατα τη γλώσσα.
Κάθισα στο παγκάκι συνοφρυωμένη κι ολίγον τι λυπημένη.
Τώρα γιατί στα λέω όλα αυτά δεν ξέρω
Ίσως να θέλω να σου ξυπνήσω το παιδί μέσα σου.
Εγώ μεγάλωσα κι από καιρό άρχισα να μην κόβω τα νύχια μου
Βιώνω θανάτους.
Βιώνω σκιές από μέταλλα.
Βιώνω πλαγιομετωπικές με τον έρωτα.

Τα ασπρόρουχα της κυρά - Ξένης πρέπει να στέγνωσαν.
Αν τα κρατήσει μια βραδιά έξω ακόμα θα τα γαργιάσει ο γαλαξίας.
Πάρε την τηλέφωνο να τα μαζέψει.
Στον αμφορέα έβαλα χτες το πρωί κίτρινα χρυσάνθεμα.
Δεν τα πρόσεξες κι η πικράδα απ' τ' άρωμά τους δεν σε συνεπήρε.
Πάω για ύπνο άλλαξα σεντόνια, έβαλα εκείνα τα νυφικά της μαμάς.
Ακόμα μυρίζουν λεβάντα και λουλάκι.
Αν σου χτυπήσει λοιπόν παρά τις αντιρρήσεις μου άνοιξε.
Μόνο μην του δώσεις να πιει θα αρχίσει πάλι να τρέχει και να χειρονομεί.
Αυτή η εικόνα ξέρεις θα περάσει στα όνειρά μου σαν εφιάλτης.
Α! ξέχασα να σου πω ήταν παλιός συμμαθητής μου και με ήθελε σαν τρελός.
Μόνο ψωμί να τον κεράσεις, ένα μεγάλο καρβέλι και θα δεις πως θα γαληνέψει.
Καληνύχτα εγώ θα συνομιλήσω με τους αγγέλους μου
Αύριο που ξέρεις μπορεί να βρέχει και να αδυνατούν να κατέβουν ως εδώ.
Καληνύχτα και μην ξεχάσεις να γυαλίσεις τα καινούργια σου παπούτσια.
Αύριο θα κατέβουμε στην πόλη να αγοράσουμε μια αλαβάστρινη κόρη.
Μου λείπει η συντροφιά κι ο καλός λόγος ειδικά τις νύχτες
που τόσο πολύ άρχισαν τελευταία να μεγαλώνουν.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Ετερόκλητοι συνεπιβάτες


Αποτέλεσμα εικόνας για τρένο

Πέρασε το τρένο των επτά και τέταρτο.
Παρά την μεγάλη ταχύτητα διέκρινα καθαρά τρεις φιγούρες στο δεύτερο βαγόνι.
Μια γυναίκα με μαύρο βέλο και τριμμένα παπούτσια,
έναν αρτεργάτη με μια ψάθινη καλαθούνα στα πόδια
και μια έφηβη -μαθήτρια θα 'ταν- με ένα τεράστιο κλουβί στο χέρι.
Στο κλουβί αν δεν κάνω λάθος ήταν μέσα  ένας παπαγάλος ή κάτι παρόμοιο
με χρυσοπράσινα φτερά κι ένα λοφίο γκρίζο.
Έφταναν ως το σπίτι τα κρωξίματα, οι συζητήσεις των επιβατών,
τα χαρούμενα γέλια των παιδιών κι οι τυπικές χειραψίες των ευυπόληπτων.
Βγήκα στην βεράντα.
Ο συρμός προχωρούσε κόβοντας λίγο την ταχύτητα του.
Ένας μεσήλικας με ημίψηλο καπέλο
και μ' ένα κόκκινο μαντήλι στα χέρια με κοιτούσε διερευνητικά.
Έμοιαζε με ζογκλέρ ή με μάγο, ίσως όμως και να ήταν και συγγραφέας
αστυνομικών διηγημάτων, το ύφος του τον πρόδιδε για κάτι τέτοιο.
Σίγουρα κατέγραφε τα βλέμματα, τις κινήσεις, τα ακατάληπτα λόγια των τρελών
για να τα χρησιμοποιήσει σαν υλικό για τις επόμενες ιστορίες του
Κούνησα το χέρι μου δεν σάλεψε καθόλου απλά το βλέμμα του έγινε πιο επίμονο.
Ποιος ξέρει μπορεί να ήμουν η επόμενη ηρωίδα του,
αυτήν που την εξαφανίζει μια σπείρα κακοποιών ζητώντας απ' τους οικείους της υπέρογκα λύτρα.

Μπήκα αναστατωμένη στο σπίτι, τράβηξα τη βαριά κουρτίνα για να μην τον βλέπω.
Το βλέμμα του όμως ήταν εκεί και με πολιορκούσε.
Βδελυρό, υποχθόνιο, σαρκαστικό σαν να μου καταλόγιζε κάποιες απροσδιόριστες ευθύνες.
Η κυρία με το μαύρο βέλο μου πρόσφερε ένα μήλο για να με γλυκάνει.
Στα πόδια της είχε ένα φιδοπουκάμισο και μια σπασμένη κορνίζα.
Έμοιαζε ταραγμένη και μάλλον κάποιο κακό προαίσθημα φαίνεται να την τριγύριζε.
Πλησίασα τη νεαρή μαθήτρια, χουχούλιαζε τα χέρια της, παρότι δεν έκανε κρύο
ίσως να το έκανε από αμηχανία, με κοίταζε με απάθεια και με μια μικρή δόση οίκτου.
Το πουλί εναγώνια πάλευε να βγει από το κλουβί
προτάσσοντας τα νύχια του και το γαμψό του ράμφος πήγα κοντά του ανήμπορη όμως να το βοηθήσω.
Σάστισα πολύ σαν το άκουσα  στη συνέχεια να μιλάει:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι".
Η μαθήτρια το πρόσταζε να σταματήσει αυτό όμως απτόητο συνέχιζε:
"Βάι βάι βάι, έχετε γεια καλοί μου φίλοι". "Έχει πονοκέφαλο η κυρία;", "Με λένε Φώτη, Φώτη, Φώτη".
Στο λοφίο του είχε κάνει κατάληψη μια αράχνη με μαύρα τεράστια πόδια.
Έπλεκε έπλεκε συνεχώς
και με την ταχύτητα που είχε πάρει
σε λίγο θα κάλυπτε όλο το κλουβί μαζί με τους ήχους, τα κρωξίματα και τα σπάταλα λόγια.
Έστρεψα αλλού την προσοχή μου, άλλωστε φοβόμουν από μικρή αυτά τα έντομα.
Ανατρίχιαζα και μόνο στη θέα τους.

Ο αρτεργάτης έστριβε τσιγάρο, η καλαθούνα στα πόδια του ήταν σάπια
και τα ψωμιά που είχε μέσα μουχλιασμένα.
Με χαιρέτισε με καλοσύνη και μου πρότεινε να χορέψουμε μαζί ένα βαλς.
Με ευγένεια του το αρνήθηκα.
Η εμφάνιση μου δεν ταίριαζε με τίποτα για ένα τέτοιο εγχείρημα.
Είχα σκισμένες κάλτσες, πολύ κοντό φόρεμα και μου έλειπε το οβάλ καπέλο.
Με αγνόησε και συνέχισε να καπνίζει λίγο θυμωμένα.
Ύστερα πήρε στα πόδια του ένα μεγάλο σακί γεμάτο αλεύρι
κι άρχισε να πλάθει ψωμιά σε σχήμα πλεξούδας, σπαταλώντας αρκετά
λίτρα νερού.
Θέλησα να τον βοηθήσω αλλά μου το αρνήθηκε,
χαρακτηρίζοντας με άπειρη για μια τέτοια εργασία.
Απομακρύνθηκα και βουβή πήγα στη κάμαρά μου.
Αύριο θα έφευγα ταξίδι κι έπρεπε να ετοιμάσω τη βαλίτσα μου.
Είχα πλέον μια μεγάλη ετερόκλητη παρέα, μια αμυχή στο μέτωπο από τα νύχια του παπαγάλου
κι ένα περιδέραιο από χαρούμενα παιδικά χαμόγελα.