Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

τη βραδιά που κάηκαν τα αγάλματα της πλατείας

                             
Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Μου είχες πει μυστικά ένα πρωί του Γενάρη
Δάκρυζες με αναφιλητά και γόους πικρούς
Ακουμπισμένος διαγώνια με καρδιά ξέχειλη
Στο δισκοπότηρο της προσμονής και της αγάπης
Σαν μια λιθοδομή που ξεκουράζει το εσώτερο βλέμμα των γλάρων
Όταν σκορπίζεται διχαλωτά στο αμετανόητο φως των νήσων
Αστεροειδείς σκούραιναν τη χλωρασιά της ακοίμητης πέτρας! 

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Σκληρό σαν το τελευταίο βλέμμα πριν το αντίο
Σπάνε οι κρύσταλλοι με ένα ανεπαίσθητο κραχ
Η ωλένη του μαρτυρίου μακραίνει τις υφές
Η μοίρα παραφυλάει σαν εκστατική Ανδρομέδα
Μπροστά στη μεσαιωνική πυρά ανασχηματίζοντας
Απαλά την παραφθορά του ονείρου και του χάους
Πυργίσκοι χάρτινοι στοίχειωναν την αμμουδερή πολιτεία!

Είναι σκληρό το χιόνι όταν φιλιέται με την φωτιά
Τα αγάλματα της πλατείας ζητούν επαιτεία
Από το σβηστό μαγκάλι του Κλύδωνα
Αφελείς νοσταλγοί του μέγα ίλιγγου
Αναζητούν το ανέφικτο στο μετέωρο πυροφάνι
Του νεκρού ιχθυοπώλη
Υφαίνοντας κλεφτά το δίχτυ του πόθου
Μπροστά στη κλειστή πολυτέλεια του άδειου κελύφους
Λάμιες βουβές του ποταμού περιθάλπουν ομαδόν
Την κοφτερή λευκότητα της φυραμένης τους σιλουέτας
Αγάλματα παγανιστικά φιλτράρουν την οδύνη του πρόσκαιρου
Συνθλίβοντας λευκές πεταλούδες στη παλάμη τους
Καραβόπανα σκηνής απομυζούν τη φθορίζουσα μαρμαρυγή του θανάτου!