Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

το πορτρέτο της ποίησης


Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει  η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ο χρόνος κρυμμένος στον βραχίωνα του άστρου
Μέτρο αυστηρό στην ώρα της καρδιάς
Πριν τελικά  ξεπεταχτεί το βέλος του ουράνιου τόξου στο πελιδνό σου χώμα..
Αμφίρροπες μεταλλάξεις του μικρού σου  κόσμου με κατοικούν ακούσια
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Ή απλά περιφέρεσαι στον άγνωστο ολολυγμό του ανθρακίτη
Μέσα σε υποθαλάσσιες νησίδες που απανθράκωνες με τόση συστολή
Αναμετριόσουν με το υπογάστριο πόνο της βουβής αράχνης
Κολόνες ανάπαιστοι και εδάφια κλείδωναν τις ψυχές των εντόμων
Μέσα σε τετράκλινα δωμάτια περιφερειακών νοσοκομείων
Νοσούσε το επτάφωτο σμαράγδι της αγριελιάς του νόστου
Ο πλους στην πύλη με τις μαρμάρινες λεοντές κρατούσε αιώνες
Ο Οδυσσέας απερίφραχτο αλωνάκι με τη μικρή λεμονιά στο κέντρο
Να σπαρταρά αταξίδευτους παμπάλαιους χάρτες με κλειδωνιές ξένες
Γραφήματα αυστηρά στο χέρι του από το μελανοδοχείο της ειμαρμένης φύσης
Ο έρωτας είπες μικρός κορυδαλλός με τη  σεπτή φωνή του αρχάγγελου
-Παραλίμνια η αγάπη με τις υφές της επαρμένης πικραλίθρας στη χαίτη-
Μικρός ηνίοχος ο έρωτας με σπασμένο το σταμνί των μύρων του
Καλπάζει ορθός στα χάη της ψυχής
Όταν σε πλάθω με πηλό μου διαφεύγει πάντα
Η ακτινοβολία του παγωμένου βλέμματος σου
Το δάκρυ που αργοκυλάει η απουσία πάνω στα χείλη σου
Ποτέ δεν μου δόθηκαν ακέραια
Σαν να φοβόντουσαν το ατελεύτητο
Δάμασμα  της βυζαντινής πορφύρας
Που δειλά αντίφεγγε κάτω από δίχρωμο φέγγος των ματιών σου
Που ζεις;
Τι γεύεσαι;
Πως ξυπνάς;
Μήπως πονάς;
Μια καμπάνα στο σκοτεινό σύμπαν δονείται από τις χειρονομίες σου
Υγρή απόκοσμη ιερότητα στο περικάρδιο ιστό της νύχτας
Επανέρχεται αέναα στο φως του λησμονημένου κεριού
Χαοτική σκιά στο ακάνθινο στεφάνι της ανοιχτής πληγής 
Αφυπνίζει το έφυδρο πορτρέτο της ποίησης
Μετά λύπης σου μιλώ!