Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

γυμνά σημάδια

Έστεκα να κοιτάζω την ουτοπία
Των σκιερών κληματόβεργων
Έξω από το παράθυρο
Στοιβαγμένες πειθήνια
Πάνω στο πεζούλι
Που μύριζε αυγή, στυφό κρασί
Κι αμφίσημη αναιμία
Απόγευμα Κυριακής στην εξοχή
Το παλτό κρεμασμένο
Σε ένα παλιό σκουριασμένο καρφί
Με το μαντήλι της Αλωνίσταινας στο πέτο
Υπάκουο το «καλώς ήρθατε»
Και η καλημέρα να διαθλά
Απαρηγόρητες νυχτοπεταλούδες
Ασταμάτητο πήγαινε-έλα
Κυκλικά πάνω στο παγωμένο κρύσταλλο
Αδύναμα φτερά κι πούδρα του χρόνου
Εξατμίζονταν σε κυβάκια γέλιου
Ένα αετόφτερο είχε πέσει στο πάτωμα
Ακριβώς στο σημείο εκείνο
Που εσύ ακούμπησες ένα μικροσκοπικό
Λινό ύφασμα σε σχήμα σκορπιού
Θυμάμαι τον βηματισμό σου, επιθετικός
Δεν είχες σβήσει από το σκαλοπάτι
Τα ίχνη του δόλιου δηλητήριου
Φοβόμουν να πλησιάσω
Οι ρόζοι στα ξύλα σάρκαζαν
Το νέο είδωλό μου
Άναψα φωτιά, καθαρτήριος ο καπνός
Ανέβαζε τις χρυσόμυγες του χτεσινού ονείρου
Το σπίτι ορμητήριο του φωτός
Ο αετός είχε εξαφανιστεί στο κτήμα
Μες τα κίτρινα πολύριζα της στάχτης
Όλο προπέτεια για τα άγνωστα σημάδια
Στο γυμνό του φτερό
Κανείς δεν τον αναζήτησε
Βράδυ Κυριακής στην εξοχή
Και το χώμα των αλσυλλίων έμεινε βουβό
Ξεπαγωμένη η πλήξη
Δίπλα στα αμπελόφυλλα μετρούσε
Το άγρυπνο γαλάζιο με περίσκεψη