Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

το σύνορο της γης


Απίθωσε το χέρι της στη σκιά που διέγραφε
Η λάμπα θυέλλης πάνω στον ασβεστωμένο τοίχο
Της παρθενικής κάμαρας με τα έξοχα μανουάλια
Λευκή μια καρδιά αποκαλύπτονταν ρυθμικά
Πάνω στο νοτερό χνούδι της αφής του ασπάλαθου
Πλησίαζαν οι ήχοι -ετοιμοθάνατα πρελούδια των στεναγμών-
Παραληρώντας μαρτυρικές καταθέσεις και χρονοβόρες εικασίες
Ιδανικών αυτόχειρων ανεβασμένων πάνω στις διασταυρώσεις
Των εξοχικών τάφρων της Λαυρεωτικής κώμης
Αποστολική η σιωπή βάραινε στα βλέφαρα
Μεταφέροντας που και που κρότους οξείς
Από τις συγχορδίες των γλάρων πάνω
Στις κλακέτες των απρόσιτων πυθμένων
Απόγευμα Κυριακής με σύντομες παύσεις
Στις γρασαρισμένες αυλακιές των δίσκων του γραμμοφώνου
Αναβοούσε η τετράκλωνη λάβα του Έρωτα
Στο σύνορο της γης -πέρα από το Σταυρωμένο όριο του πόθου-
Αντάμα με τον οργιώδη χείμαρρο των ηφαιστείων
Σύρονταν λυσίκομες κόρες με τα σταυροκάρφια της μοίρας στον μηρό
Εκούσια να μαρτυρούν στο μέλλον ανεκπλήρωτες αναβάσεις
Στο απαγορευμένο χωρίο της λαγγεμένης σάρκας των εραστών
Τυφλός ο οδηγός εξερευνούσε τα ίχνη του προγονικού χάρτη
Στο παράπλευρο ανάχωμα του κάστρου
Ασθμαίνοντας αργά πεζοπορούσε με μετέωρα βήματα
Ανάμεσα σε πυργίσκους ομίχλης και σε ρείκια ανεμοθύελλας
Κοντοζύγωνε ο χρόνος της τελικής αναμέτρησης με τις ριπές του στήθους
Το σκηνικό διαπλέκονταν αχνά στις ανασυρτές αίθουσες της μνήμης
Ένα ορειχάλκινο άγαλμα πλαγιοκοπούσε λίθινους αυλούς
 Η Αχερουσία η πηγή στάλαζε αρώματα λιγωτικά
Άγγιζε το άροτρο ελαιογραφίες φτωχών ζωγράφων
Στο μύθο της πέτρας παραδιδόσουν αμαχητί
Αφουγκραζόσουν το πετάλιο άλγος των ακτημόνων
Φωτοστέφανα  περίτμητα στο άγιο περιβόλι των παθών
Ανακαλούσαν το βρεγμένο περιστέρι με τα αμφίσημα μηνύματα
Ο έρωτας μεστός ροδίτης στα κοχλαστά χείλη των εφήβων
Κι ο θάνατος λυτρωτικό νεφέλωμα στο οριζόντιο δοκάρι της ερήμου
Πεταμένο το ζάρι του νεκρού πάνω στο λευκό ιστίο της ψυχής
Περιστοιχίζονταν από τις μυθικές χαράξεις μιας απελθούσας τρικυμίας
Ευρύς ο πόντος ξιφουλκούσε πανάγιες μορφές εξεγερμένων ναυαγών
Η θάλασσα αναπαριστούσε στις σπηλιές της το οργιώδη θυμό του πεπρωμένου
Λευκές μέδουσες ατίθασες ανεμώνες και μοιχαλίδες νύχτες
Ξεσκέπαζαν τις ιταμές προθήκες των λευκασμένων οστών
Βομβούσε η μέλισσα των αγρών στα υπέρθυρα των λογισμών
Σκέψεις λυτρωτικές εφορμούσαν από στόματα ετοιμοθάνατων
Η λύκαινα ζέσταινε τη χαίτη της απόκρημνης κρανιάς
Η μικρή Σαμάνθα κράταγε το ίσο στους ψαλμούς της ανώγειας Άνοιξης
Φύτρωναν οι μυθικές πέτρες και καρποφορούσαν σουσάμι και αγριοστάφυλλα
Ο οπλισμένος αστακός βαρύθυμος διάβαινε το άγιο βήμα του ιχνηλάτη
Οι πληγές έκλεισαν κι οι μάγισσες έπαιρναν το λεωφορείο για το σκοτεινό δάσος
Μέσα στη κάμαρα οι καθρέπτες απιστούσαν με τις ασύμμετρες υδρίες
Ήρθε ο καιρός για τον μεγάλο απολογισμό τα στάχυα μέστωναν στο μέτωπο της λήθης 
Μη καρτερέψεις τη κλαγγή της φθίνουσας ομορφιάς
Στις φλέβες σου κυλά ο αιμάτινος εφιάλτης των απόρθητων στενών  
Παρηγορήσου στις ακτινωτές ανακλάσεις του ειδώλου σου πάνω στο μνήμα του υακίνθου
Που μια εσπέρα λάβωσες με το δαμασκηνό σπαθί της μοιρασιάς
Οι γενιές των άστρων θα σε μνημονεύουν στο χαρτογραφημένο συναξάρι του έρωτα