Το μάτι ήταν κόκκινο απ' την αγρύπνια.
Τα χείλη ήταν στενά από την πίκρα.
Είχε σγουρά τα μαλλιά, δύσκολα
πέρναγε χτένι από πάνω τους.
Τα άφηνε έτσι ατίθασα να γεμίζουν
τον αέρα.
Ο λαιμός μακρύς να πηγαίνει ψηλά
πέρα από το μπόι του.
Εξέταζε τα πράγματα προσεκτικά
ειδικά εκείνα που δύσκολα φαίνονταν.
Τα χέρια του κουπιά σε βάρκα
αιγιοπελαγίτικη με φθαρμένο
το όνομα της, κάτι σαν Ιουλία ή Ιοκάστη.
Πήγαινε μπροστά στητός,
καμαρωτός κανένα πρόσκαιρο
σύννεφο δεν τον σκίαζε.
Βάδιζε με σταθερά τα βήματα
με δρασκελιές γεμάτες.
Τα πόδια του κορμοί από κυπαρίσσια
πανω στο λόφο του Άι Νικόλα
με τα σπασμένα μάρμαρα.
Είχε ραντεβού σήμερα με τη δόξα.
Δεν διψούσε.
Δεν πεινούσε.
Δεν φοβόταν.
Χάιδεψε νοερά το ξανθό κεφάλι
του δεκάχρονου παιδιού του, κάτι
ψιθύρισε κανείς όμως δεν άκουσε τι
και στήθηκε στη μάντρα πλάι στις
ανάσες των συντρόφων του.