Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2018

Σταγόνες πάχνης

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Λεπτό μαντήλι,
να μπαίνει το σιτάρι
της λειτουργίας.

Ισχνή ομίχλη,
μες στη στιλπνότητα
του πρώτου χιονιού.

Πάνω στο μίσχο
του μαραμένου κρίνου,
μια πεταλούδα.

Γέρικη μουριά
πλαταίνει τον ίσκιο σου,
σμήνος σπουργιτιών.

Μικρή λεμονιά,
πώς σκόνταψε τ' άρωμα
σε δυο σου φύλλα;

'Άγουρος καρπός
στου κοριτσιού τα στήθη,
ώριμος μοιάζει.

Σ' όχθη ποταμού,
δροσίζει τα φύλλα του
πεσμένος κλώνος.

Σπάει το ρόδι,
κι η γη ανεβάζει
ευθύς ρουμπίνια!

Δρόμους διανοίγει
γαλάζια πεταλούδα,
στα ερείπια.

Άβολες στέκουν,
ακόμα κι οι ομπρέλες
μέσα στη μπόρα!

Πύρινο τάσι,
απόψε το φεγγάρι
κοίτα μην καείς!

Κάτω απ' τα φύλλα,
καταφύγιο βρίσκει
μερμηγκοφωλιά.

Κρύσταλλα λάμπουν
στης λίμνης τον καθρέφτη·
έλα να πλυθείς                                                              

Πέταγμα πουλιού
και σκίζεται το πλέγμα
της φυλακής σου.

Δεν φτάνω το μπλε
τ' ουρανού ν΄ακουμπήσω,
ξεφτούν οι κορφές.

Ο καβαλάρης
σπιρούνισε τ' άλογο,
ή μήπως βρέχει;

Δες το μετάξι,
πως τρίζει στον αέρα
σαν φύλλο ξερό.

Σαν λιβελούλα,
στης νύχτας τα κατώγια
πετά η ψυχή.

Καθώς βραδιάζει...
φεγγίζουν στα μάρμαρα
καντήλια χλωμά.

Καμένη πλαγιά,
να 'ρθουν τα χαμομήλια
μ' άσπρες τις φούστες.

Σαν ομπρελίνα
στέκουν τα χαμομήλια,
μετά τη βροχή.

Ξάφνου το κύμα
ανέβασε στο βράχο,
προβιές αλατιού.

Πάνω στην πέτρα,
τις πληγές της σκόρπισε
μια παπαρούνα.

Άθικτη πόρτα
σε σπίτι γκρεμισμένο,
τρέμει το κενό.