Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Ευχές!!!!



Χριστούγεννα αγάπης σε όλους
και εύχυμο το 2013

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

η μελαγχολία της ποίησης


Χτύπησες νευρικά το χέρι πάνω στο οβάλ τραπέζι προτάσσοντας την κραυγή σου
Περιπλεγμένος όπως πάντα στο πικρό δίχτυ των λυγμών της μέθεξης
Που τον αισθησιασμό της ματιάς σου ακούσια καταργούσε, χάλκευες με πείσμα τον αυλό
                                                                                                 του αράθυμου Φαύνου... 
Μαχόμενος πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη του Έρωτα - τοξοβόλος Θεός!

Mόρφασε ξάφνου η μικρή Σίβυλλα σαρκαστικά στη παρουσία σου
Παλινωδώντας επιμελώς τη μανιέρα της σκέψης της
Πάνω στους πλάγιους συνειρμούς της αδιαίρετης αμαρτίας
Άγρυπνη στο ιερατείο της μελετούσε τις πτυχώσεις του μεταξωτού σου μανδύα

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Αποσοβούσες αργά το φόβο και το τρόμο των ανήλικων ερωτιδέων
Σαν σκαπανεύς αληθινός των ωρών και των κρυφών επελάσεων της μνήμης που πονεί
Ανέστιος από καρδιά -νηπενθές φαράγγι χαοτικό- αποτραβιόσουν
Στην περιλαίμια καδένα της απόκοσμης μούσας!

Οι ποιητές των δρόμων ερωτεύονταν σιωπηλά και καρτερικά
Τα γραμμωμένα αγάλματα του Ερμή επιπλέοντα πάνω στη λίμνη
Διάσπαρτα με επιγραφές και στο έρεβος της θύελλας παραδωμένα
Κηλιδωμένα από μούσκλια και κρουστώδεις λειχήνες της δικής σου πένας

Αιμορραγώντας σύρθηκες στα βουερά πελάγη της Αμφιτρίτης
Στέλνοντας πυρσούς και πίδακες καπνού και τέφρας σε άγνωστα λιμάνια
Ένα μοιρολόι ακούγονταν από μακρυά- πέρα από το σύνορο του πρώτου κλαυθμού
Οι μικρές φώκιες σιγούσαν τρεμοπαίζοντας το αργυρό πέπλο της αρμύρας

Η ποίηση έλαμνε στα ρείθρα του φωτός και σαν αμίλητη θεραπαινίς ξαγρυπνούσε
Σκορπώντας μυροβόλους νάρδους στις θεοσκεπείς φοινικιές της απουσίας
Είχε ανοιχτούς τους κρατήρες της και τόξευε μικρά ζαρκάδια για να θηλάσει το αίμα τους
Η ποίηση αδιόρατη αδερφή αργά ακολουθούσε το φωτισμένο τετράγωνο του μηρού σου...

Στην εφτάχορδη σαμβύκη έκρουες ήχους εσπερινούς
Συρρικνώνονταν βιαστικά το απογευματινό σκηνικό του θερινού κήπου
Μπρος στην αχλή- ρυτίδα των χειλιών σου!
Για που χάραξες πορεία με το δοιάκι της παραδρομής αγκαλιά;

Μελαγχολώντας πορευόσουν προς τη καταπόρφυρη γη της Ποίησης- τοξοβόλος Θεός!

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2012

πυργόσπιτα ομίχλης (ύστερη απολογία )


Τι να σου προσάψω μάγιστρε χρόνε τώρα που κοιμήθηκαν οι εφιάλτες μου
Μέσα σε πυργόσπιτα ομίχλης με διπλά μανταλωμένες τις κάτω θύρες της ενοχής;
Διαβαίνουν οι μέρες μου βαριά σαν την ασθμαίνουσα ανάσα του ταύρου
Στη περιθωριακή υψικάμινο που διαθλάται κάθετα στον αγέρα της συνοικίας


Μια λαίλαπα αβυσσαλέα πυροκροτεί το έμβολο της ψυχής  μου
Ξεχνιέμαι σε επαρχιακά καφωδεία παρέα με τα ψαλιδισμένα φτερά μου
Πονώ και με άκρα μυστικότητα φυγαδεύω μικρές τουλίπες στο φως
Με ελικοειδή σχισμή διατέμνω τον άγουρο καρπό της δακρυσμένης Οφηλίας


Σείω τα βουνά όταν βοούν οι βράχοι από τον ασημένιο βραχίωνα του κύματος
Αλάτι και φως κουρσεύουν οι μικροί ηλιάτορες απ της γαίας τον ερυθρό περίβολο
Πουθενά δεν βρίσκουν αναπαμό οι χάλκινοι δισκοβόλοι του κερασφόρου θεού
Αδράχνω μικρές κουκκίδες κρυπτογραφημένης προσευχής σε ζωηφόρο παλάμη


Πληγιάστηκαν οι φτέρνες μου να αναζητούν την αλκή και τη λάμψη της θλιβερής παντιέρας
Στην ειμαρμένη σφραγίδα του νου δένω μεταξένια κλωστή για να δικάσω τους λιθοξόους
                                                                                                                    αγέρες
Καταδύομαι στα ωκεάνια πάθη της θείας πορφύρας και προϊστορικούς θησαυρούς ανασύρω
Μια μέγγενη κρατά τα πόδια μου σε στάση προμηθεϊκή και την πυρά πειθαναγκάζει στο σκότος!


Προσπέφτω στα πόδια του ουρανού ικέτης και με το χαράκι της ψυχής λοβοτομώ
                                                                           την άδολη μνήμη των πουλιών
Κατεβαίνω τα χάρτινα σκαλοπάτια σαν κλέφτης και ασκούμαι στη ματωμένη γραμματική
                                                                                                                του ξίφους
Συλλέγω ακατάπαυστα γλυκόηχους αυλούς και λινές κλωστές από της πεταλούδας το σάβανο
Και τελετουργικά φορώντας τα γάντια της πραότητας τα κοντσέρτα των λυγμών διευθύνω!

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

αγράμπελη (λόγος ερωτικός)



Στο σκοπευτήριο των ματιών σου
Σφηνώθηκε ολόκληρος ο εγκεφαλικός ιστός μου!
Αγγεία διαπλέοντα φως στα αδηφάγα μοιρογνωμόνια της σήψης
Διεσταλμένες κόρες ακούραστες απ τα σβηστά ηφαίστεια της ζωής μου
Ματοτσίνορα νωπά που θέλγουν σε διάταξη ανακόλουθη με τον ευγενή φόβο
Αγράμπελη των τραγουδιών λιμνιαίο πάρκο Του Έρωτα
Της προφυλακισμένης ωδής τίμια και αγαστή συνοδός
Αθώρητη ξεφεύγεις απ την οργή μου και λάμνεις στο εγκάρσιο πλάτος του Νοέμβρη
Στο περβόλι σου γέρνω αναρριχώμενος κισσός
Να περιπλέξω με μαεστρία το αποσιωπημένο σου αίνιγμα
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στη χαράδρα των χειλιών σου
Ανθούν τα σαρανταήμερα πάθη της φωνής μου!
Το σώμα μου υγρό λαμπαδιασμένο από τις ετερόκλητες Εστιάδες
Αποζητά μόνο μια μικρή ψίχα καλαμποκίσιο άρτο - στου κλέους τη βάγια συναγμένο
Χτυπώ στα χώματα σου νερό να βρω κι άγουρο δυόσμο
Γλιστρώ στα ύφαλα του τοξωτού πιγουνιού σου
Δαγκάνοντας σπιθαμή τη σπιθαμή σαβάνες απάτητες -χάλκινη λεοντή
Μετέωρος ψηλαφίζω τα αφρικάνικα σου ειδώλια
Προσκυνητής ασυμβίβαστος του ανεξερεύνητου πυθμένα σου
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

Στους στρογγυλούς σου ώμους
Απάνεμους βρίσκουν όρμους Γότθοι πειρατές!
Αίμα! Αίμα! Αίμα! καθηγιασμένο από τη τροπική βροχή
Θαλασσινή αντένα κατεβαίνει τη ραχοκοκαλιά σου και ξεμακραίνει
Σκιάζει με κάρβουνο ημιθανή την ηδονική καμάρα του πέλματος σου
Ναύτες νεοσύλλεκτοι και καπεταναίοι σε εκπορθούν αλαλάζοντας
Σεντούκια από αλάβαστρο αποθέτουν στο φωτεινό σου άντρο
Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! Σκοτεινιά! μεγενθυμένο πηγάδι της μοίρας
Νεράιδες τώρα συντροφεύουν το χαλκά που σε ατίμασε
Ένα ουρλιαχτό κι ένας θρόος διαπεραστικός τίποτα άλλο
Σπάει μέσα μου διάτρητος ο ουρανός της ποίησης χωρίς αιδώ
Κι εσύ αχνοφέγγεις στα δαντελωτά φιόρδ της ενοχής και του θυμού  
Θραύω σκληρό αμύγδαλο και βγαίνει θαυματοποιός ουσία στο σύμπαν!

"Συλλέγω φθόγγους από τη μπάντα της μελαγχολικής σου κρήνης" 

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

οι άγιοι ναυαγοί


Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Άνθρωπος σεμνός και ακριβοδίκαιος
Σαν τη χούφτα της μάνας στο κυριακάτικο τραπέζι
Έτσι αχνά τον θυμάμαι στην επιπόλαιη πια μνήμη μου
Ανάγερτο να βαδίζει δίπλα στον ποταμό Κλάιντ
Πιρόγα με φτενή τη πρύμνη-έρωτας ανεκπλήρωτος
Να γκρεμνίζεται στους υδάτινους φράχτες του χτες
Απροσδόκητα μοιραίος στο αλόγιστο βάραθρο της λήθης χαμένος
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά! 

Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά
Σαν ξερή φλούδα λεμονιού τώρα το πρόσωπο του
Μιλούσε με ανάγωγα χείλη λόγια εγκιβωτισμένα στη πυρκαγιά
Κυματοθραύστης που δονείται από κύμα παλιρροιακό
Το υπερβόρειο σώμα του ξέχειλο
Κυριαρχούσε στην ελαφριά ζάλη της μέντας
Φορούσε τουρμπάνι στα ψαρά μαλλιά του δίχρωμο βαρύ
Στέφανος κηλιδωμένος με αίμα καρχαρία
Να συντρέχει σαν υπάκουο πνεύμα το πανικόβλητο βλέμμα του
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

Στη Γλασκώβη συνάντησα ένα φίλο από τα παλιά  
Φώναζε και λοιδορούσε για τα μάτια μιας μελαχρινής τσιγγάνας 
Από τα μέρη της Βοημίας που βαθύ του χάραξε τατουάζ στο στέρνο 
Και άδοξα τον εγκατέλειψε για μια χούφτα βρόμικα ευρώ 
Ξεμπάρκαρε μιαν αυγή δαχτυλίδι να της δώσει δαμασκηνό 
Εύθυμα σφυρίζοντας σκοπούς ανδαλουσιανούς της αγάπης... 
Ξενίστηκε ο νους κι έγειρε τριγύρω στη πλάκα του φεγγαριού
Ξενύχτης ναυαγός στο ρύγχος της λησμονιάς ισορροπούσε 
Βούιζε το πλήθος στα σοκάκια σαν άκακο μελίσσι μουδιασμένο 
Καταγώγια που μύριζαν ψαρόκολλα τον ακολουθούσαν    
Σκερτσόζικα μάτια ποτισμένα στο αψέντι και στο υγρό κριθάρι
Καθρέφτιζαν τα φιλιά της ασετιλίνης που δεν έδωσε  
Τα καράβια που με αυτά κάποτε σαλπάραμε στο φως 
Έχουνε αγκυροβολήσει στις καταποντισμένες πολιτείες του Βορρά!

"Περίμενε μια στιγμή να σφαλίσω την κλειδαρότρυπα του ουρανού  
Άγιοι ναυαγοί διαβαίνουν τις κάτω πύλες των μύθων"

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

τα βιβλία των παθών

                               
Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις που λάγνοι εραστές προφέρουν σιωπηλά
Όταν κολυμπούν στο μαρσιποφόρο ψέμα τους
Επίδοξα ευτυχισμένοι
Πραγματευτές και πλάνητες της Ανατολής
Εξαγοράζουν απόκρυφα λόγια
Στα νησιά με τη σκαμμένη ελαφρόπετρα
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-
Φυσιοδίφες και εξορκιστές σεληνιακών πηγαδιών
Προσηλυτίζουν με αυτοθυσία τάγματα ποιμένων
Μπροστά σε τετράεδρους οβελίσκους λατρείας
Πορθητές του λωτού και του νάρδου
Ιερουργούν στο οικητήριο του μνήματος
Τους ολοφυρμούς του σκοτωμένου ποιητή
Λίθινα κλωνάρια του κοιμητηρίου βοούν
Κατεστραμμένα από την άμπωτη της τσιγγάνικης νύχτας

 "Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών κρύβουν στις σελίδες τους
Το λυγμό των εξαχνωμένων λέξεων
Λέξεις και σπινθήρες με την έκσταση του ασκητή
Που πιστά σκηνογραφεί πάνω σε σατινένιους ίσκιους
Τις πληγές του Βέρθερου
Έρωτες πλανόδιοι με τη σφραγίδα του αιώνιου εγκλεισμού
Φυλάσσουν παραδείσια όστρακα στα χιονισμένα αμπάρια τους
Ινδάλματα ελληνικά
Σκαλοπάτια του Σίσυφου
Θρύλοι απ τα μαλλιά του Αβεσσαλώμ

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Τα βιβλία των παθών λάμνουν σε φωσφορώδεις αφρούς
Ολολύζοντας τα θέλγητρα της νύμφης Καλυψώς
Έρωτες φαινόλες γλυκόπιοτοι
-Μακροθυμούν στην τρικυμία μιας αλλότριας εποχής-
Αληθινοί σαν ελλειπτικά ηλιοτρόπια την ώρα της σφαγής
Σκοτεινοί σαν τα περιστύλια της αβύσσου τη στιγμή της αδημονίας
Μαγεμένοι από το σκληρό νύχι του αηδονιού
'Οταν εγγίζει συνωμοτικά το χρυσάφι της φθοράς
-Βραδινά εγκόλπια στης αγάπης το κρεματόριο-

"Φιλί σκληρότητας περικλείει την ανήλικη αμαζόνα 
Αραχνοΰφαντη ερωτική αισθήτα σε μαστιγώνει με την ηδύτητα της" 

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

εν μιά νυκτί μόνο (προσφώνηση)


Εν μιά νυκτί μόνο διαπέρασες
Με τις δυο χρυσές σου αστραπές
Τη δεύτερη φάλαγγα
Του παγωμένου μου αντίχειρα
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους χαλκουργούς)
Κεραυνοί του παντός χτύπησαν διαμιάς
Το στηθιαίο παλάτι του ήλιου!
Φαέθων εσύ μυθικός
Θηρευτής και αρωγός της πλησμονής
Κατοικείς στον Ηριδανό ποταμό επηρμένος
Κόνδορας κραταιός και άγρυπνος
Σαν της Στύγας τον ακοίμητο δράκο
Στο άγνωστο πορεύεσαι τροπαιοφόρος

Λεύκες σγουρόμαλλες σκεπάζουν
Το υδάτινο κρατίδιο σου
Αρματηλάτη με το διακαή πόθο στα μάτια
Ρέπεις στον άρρητο φθόγγο της κόλασης
Κι ολομόναχος περιφρουρείς
Τις εσχατιές και τα έγκατα...
Ενυδρείο των πλάγιων θαλασσών
Καθελκυσμένο ιστίο της αρμύρας
Σαγηνεύεσαι από της Κόρης το ιερό στέρνο
Εν μιά νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!

Εν μιά στιγμή μόνο έλαμψε
Πάνω στην άλω του φεγγαριού
Η τελευταία ποικιλία των εξωτικών κρίνων
Κρίνα από το παιδικό σου φυτολόγιο
Που μια ομάδα φύλαρχων στο φως καλλιέργησε
Απαρχής του θείου λόγου των ανθέων
Οι κάλυκες σου
Ανέσπερη φορεσιά των εραστών
Φλοιός γεωμετρημένος σε βλέφαρο ελαφιού
Αναπνοή μεθυστική της αμπέλου
Φτερό από το σπασμένο μελανοδοχείο της αποκάλυψης

Εν μιά νυκτί μόνο λογάριασες
Την αμετροέπεια στη γλώσσα των γλάρων
Εβαπτίσθεις τη σιωπή της διάφανης πέτρας
Πολέμαρχος του ανήωου σκότους
Χαλάρωσες τη θηλιά από το λαιμό των άστρων
Αποδημώντας στα φεγγερά στερεώματα του έρωτα
Γητεύτη της παράκρουσης των μελισσών
Κρατάς στο οστεοφυλάκιο σου
Τη σπάνια περγαμηνή από τους τάφους
Της συλημένης Τροίας

-Κλαίει η Ανδρομάχη σε δώματα βασιλικά
Πλημμυρισμένα στην αιθάλη και στο βρώμιο-
Δάκρυα και αίμα από αδένες διαβρωμένους
Σκορπούν πάνω στο κρυστάλλινο κέρας της θλίψης
Τα υπερούσια αναφιλητά της λησμοσύνης
Εν μιά νυκτί μόνο σώπασες... ριγώντας
Άμποτε είχες πει η μουσική των δρυμών
Να μας ξεναγήσει
Στην αρχέγονη γη των Κενταύρων!
(Τετριμμένα όνειρα και παύσεις του μηδενός
Ζητούσαν εκδίκηση στην αλέα με τους χαλκουργούς) 

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

τα δέντρα βάφτηκαν κόκκινα


Γέρνω τα μάτια στη γη της μυρτιάς
Ανακαλώντας σιωπηλά
Την υλακή των πυρόχρωμων σκύλων...
Κύνες θηρευτικοί δρομείς του στερεώματος
Αμφιφανείς αστερισμοί σε γηραιό ουρανό
Παραδίδονται στη κοσμική αγάπη
Κυματωγή ξέφρενη των εραστών
Πάνω σε κλίνες που ξεχείλισαν από παράπονο
Ένας αλλότριος ουρανός
Εκτοξεύει το σκότος του
Στα φρυγμένα δέντρα της χαοτικής πολιτείας
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Βγαίνω στο λιμάνι
Να σκαλίσω στα ύφαλα των πλοίων
Την όμορφη γοργόνα με τα ρουμπινί λέπια
Με φρικαλέα χρώματα της δίνης να βάψω
Το μεσαίο κατάρτι που θρηνεί
Μελανόχρωμους γλάρους
Να αποθέσω στους γρανιτένους τύμβους των βράχων
Βγαίνω στο λιμάνι ασκεπής
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Πηγαίνω στο ερειπωμένο σπίτι
Να διαβάσω τον αψύ φόβο των φαντασμάτων
Τη σκόνη να αιχμαλωτίσω
Από το φιλντισένιο περίγραμμα των κάτοπτρων
Στη πόρτα που στα σπλάχνα της
Τετερίζει το σαράκι
Με μίνιο να γράψω σύμβολα αινιγματικά της νύχτας
Με καραβίσια αρμύρα
Να περιλούσω το παραπέτασμα των μύθων
Που χάσκει στο κενό αμετανόητο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Χρόνους πολλούς αναζητούσα
Τη σωτηρία μου στη φυγή
Ξεθωριασμένο το κίτρινο στη κόμη μου
Σαν θερισμένο άχυρο
Καθεύδει το κατώφλι του μηδενός
Εκεί που σκιρτά ιριδίζον
Το φωτεινό δάσος της Λευκίμης
Προσκυνητής του έρωτα
Με σπάρτο εαρινό τάχτηκα
Να τυλίξω τα αψηλάφητα εδάφια της καρδιάς
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σπουδή και ειρήνη πρόστρεξα
Να ρίξω τον πρώτο λίθο στη λίμνη
Το έρεβος βογκά
Τα ύδατα ανεβαίνουν
Το σκόρπιο μετάλλευμα εκρήγνυται
Μόνο οι δρόμοι παραμένουν ασύλληπτα αληθινοί
Μόνο οι λέξεις ξέρουν να αφήνουν
Τα ίχνη τους απαλά
Πάνω στις γαλάζιες λοφοσειρές με τις φλαμουριές
Είναι αργά
Να διασχίσεις το οροπέδιο της μελαγχολίας
Βούρκοι και σκίνα χλομά
Σε περικλείουν
Εκεί που κάποτε μοσχοβόλαγε
Η μέντα και η υγρή τύρφη
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σκαιούς σαρκοφάγους θα πληρώσω
Τη παγωνιά της ύπαρξης μου
Θα υψώσω ένα σταυρό
Πάνω από τα δέντρα που βάφτηκαν κόκκινα
Επιστροφή στης λήθης το κρύσταλλο
Παγωμένος αναθυμάσαι το παρελθόν  
Είναι ανώφελο μου είχες πει
Να οργώνεις με υνί
Τις άχρωμες σπείρες του φόβου
Ο χρόνος και ο θάνατος τα κυριεύουν όλα
Ηδύς ο βίος των εντόμων
Αναζητά
Το αλφαβητάρι της πεταλούδας
Που έμεινε στο βράχο φυλακισμένο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

η Παναγία της εσπέρας


Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε ατενίζοντας
Τα φαιά φουγάρα των καπνισμένων φορτηγήδων
Ή την ασημένια φυλλωσιά της ελιάς
Στις βραχώδεις εκτάσεις του Νότου;
Ξεχειλίζει ο λαιμός του ήλιου και ανασκάφτει
Τη ριζιμιά πέτρα των υπαίθριων βυρσοδειψίων
Ένας ιμάντας όλο αγκαθωτά σκοτάδια
Πλανιέται στον αέρα ράθυμα
Σαν βάρκα χωρίς κουπιά ακυβέρνητη
Στο ρεύμα του ποταμού αφημένη
Εξουθενωμένη η ματιά σου
Κόβεται σε χίλιες ρωγμές
Στέκει πειθήνια μπροστά στο ξεραμένο νερόλακο
Φρενιάζει αντικρίζοντας τη καυτή σκιά του απομεσήμερου

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε στις μυστηριώδεις γραμμές
Μιας γιγάντιας παλάμης
Που απέτρεψε το ερωτικό αγκάλιασμα των νεροσυρμών;
Ακρωτηριασμένη η παλάμη
Ντύθηκε την αγαπημένη φενάκη των μύθων
Οι χειροπέδες σφυρηλατήθηκαν στη κάμαρα του εγκλήματος
Δυο χελιδόνια μες το φως οι χειροπέδες
Δυο χελιδόνια που αργοσαλεύουν το κεφάλι τους
Προσμένοντας τη βροχερή εποχή να τελειώσει...
Πλαγιάζεις σε σεληνιακά πετρώματα
Και σε ξεπερασμένες τοιχογραφίες ανακτόρων
Ακουμπάς
Κάτασπρος με ένα φεγγάρι μαύρο μέσα στο στήθος σου
Λεπτουργήματα πλάθουν κάτω από το χοντρό χαλάζι
Τα αναστημένα χέρια σου
Λεπτουργήματα και ειδώλια της μισητής Θεάς
Παρηγορήσου στο ζωντανό ψύχος των αρμών
Που μεταμορφώνει την όψη σου
Θρηνώντας σε ερειπιώνες άυλες προσευχές
Το διηνεκές της παραφροσύνης
Δραπέτευσε από τα αλόγιστα κάλλη σου
Αρμολογημένοι οι σπόροι στο στάχυ
Τρέφουν τη μεγάλη καρδιά του ποιήματος

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως φυλακίστηκε στην αμμώδη κλεψύδρα
Που έγνεθε τον χρόνο της αποπομπής σου;
Ήσουν τρομαγμένος
Κι ο θόρυβος από τα βήματα σου
Σκέπαζε τους πολύβουους όρμους που είχες προσεγγίσει
Στο κήπο της λύπης αγρυπνούσαν
Οι δρόμοι της οδύνης και της μοναξιάς
Οι αγριάδες με τις λόγχες τους
Σημάδευαν το χλωμό πρόσωπο σου
Άρπαξες το περίκλειστο σου όπλο και σημάδεψες
Την ένοπλη γη τη γεμάτη σαλαμάντρες
Το ρόδο των ωρών είπες
Θα φυλλορροήσει αθόρυβα
Πάνω στα φωτεινά λιθόστρωτα της μνήμης
Δεν θα καταλάβεις
Η χώρα θα γίνει πάλι όμορφη
Και η λάμπα η μυστική
Θα διεγείρει τη στάχτινη θάλασσα
Και κόκκινη θα βάψει τη στερνή μέρα των ναυαγών
Στα νησιώτικα ξωκκλήσια
Οι μικρές Παναγίες της εσπέρας
Θα αναζητούν εναγώνια
Τη καλαμένια ράχη των χαρταετών
Οι τοίχοι του ουρανού σπασμένοι
Κι οι καταρράκτες αυστηροί
Θα ανατρέπουν τις ισχνές μορφές των φοινικόπτερων
Η Παναγία της εσπέρας με τα σμαραγδένια μάτια
Αναπολεί το θείο ρόδο των ωρών
-Αναγόρευση θεική-
Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Στο ψιχάλισμα του κύματος θα σε ανταμώσω!

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

στο φιόρδ του θανάτου


Ακούμπησα τα χείλη μου
Στην φτερωτή του ανεμόμυλου
Με άνεμο θέλησα να ενσαρκώσω
Το πήλινο μου σώμα
Οργίλος προπομπός της ιστορίας
Τη προσωπίδα μου εκτρέφω στο φως
Χάρτινοι μύλοι
Ιλιγγιώδεις σπείρες μαίανδρων
Και περιστρεφόμενες μαργαρίτες
Εξακοντίζουν την σβουνιά
Των αστεριών στα μάτια μου

Συνδαυλίζω τη στάχτη
Και σε αγγελτήρια αποχωρισμών
Γράφω της σκληρής νύχτας
Το πελεκημένο πόνο
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"
Ήρθαν οι ώρες
Που το διψασμένο ζευγάρι των γρύλων
Παράφορα με ηδύτητα
Την υδρόγειο πλημμυρίζει

Προφυλάσσω το ρακένδυτο σώμα μου
Από τη σκόνη των φαραγγιών
-Μήπως έχω πεθάνει;-
Και σκιές προσκρούω
Που αντιμάχονται το άρμα του ήλιου
Παραχωρώ στο αίμα μου
Δυο λεύγες καθαρό μετάξι
Από εκείνο που απέρριψες
Όταν στο καθρέπτη σου έπαιζε
Το μαύρο βιολί την άρια των πεύκων
Και ζωντάνευε το ακίνητο δοξάρι
Στο κάτοπτρο των ωκεανών
Αιώνιους θερισμούς
-Μήπως έχω πεθάνει;-

Φαλλικά σχήματα
Και μορφές απομακρυσμένων φιόρδ
Αποδίδω στην γη
Τα φυσίγγια μου εμποδίζουν
Τη κακόβουλη νύχτα
Να επιστρέψει πάνω μου
Την ύπουλη ηχώ
Που τη κλίμακα των ρείθρων πυργώνει
Δέντρα με απολιθωμένη φυλλωσιά
Γύρεψαν το ρόχθο μου
Ρόχθος μιας θάλασσας μυθικής
Η Σελήνη διασπείρει πάνω της
Μαρτυρικά ψεύδη της λήθης
Χάδια αρπακτικά του Τρίτωνα
Πουλιά που δεν συνάντησαν την αυγή

Έγκλειστα τα ποιήματα
Ανακλαδίζουν στη σκέψη μου
Στίχους κυκλωτικούς του άπειρου
Με φωτοστέφανα Μαρτύρων
Να με καλούν
Ριπές δονώντας στο έρεβος
- Φλόγες επιμήκεις καταλύουν
Το ράμφος του αήττητου χρόνου-
Ακούμπησα τα χείλη μου
Στην φτερωτή του ανεμόμυλου
Με άνεμο θέλησα να ενσαρκώσω
Το πήλινο μου σώμα
-Μήπως έχω πεθάνει;-
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

συνοχή λέξεων (η σημειολογία του αν)


Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν πριονίζαμε
Το σώμα της ποίησης
Δεν θα έσταζε
Ούτε σταλιά αίμα
Στο ενδοκάρπιο της

*
Αν ηττήθηκες στη μάχη του έρωτα
Κράτα την ασπίδα σου
Υπό μάλης
Και αναστοχάσου
Τη κόκκινη υδρία της προδοσίας
Που στα χέρια σου θρυμματίστηκε

*
Αν διάβηκες κάτωχρος
Τα περάσματα του πυρετού
Σημάδεψε τη τράπουλα...
Φαιδρός αλχημιστής
Η άρνηση σμιλεύει
Τα άπαρτα βουνά του γαλαξία

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο πέτρινο μνήμα
Του νεαρού ποιητή
Δεις μια λευκή πεταλούδα
Με διαπνέοντα μάτια
Απόθεσε σε κουκούλι πένθιμο
Το νωπό της δάκρυ
-Οι ψυχές κρύβουν
Στις τρίλιες της άρπας ένα λυγμό-

*
Αν σε προσπέρασε
Το λεωφορείο
Χωρίς ο οδηγός να σε αντιληφθεί
Μείνε στη στάση ετοιμοπόλεμος
Μυριάδες θροΐσματα αγέρα
Χαϊδεύουν τις οπλές
Του λέοντα-ασυρματιστή
-Μοναχικός ταξιδιώτης
Στην υστεροφημία σου-

*
Αν ένα υφέρπον παράπονο
Διαβρώσει
Τη χρυσή στεφάνη των ματιών σου
Γύρε και αποκοιμήσου
Πάνω στο αγλάισμα της βροχής
Δυνατός σαν κράμα αρχαϊκό
Περιπλανήσου στο φως
Ξένο ήταν το δικό σου βλέμμα
Πλην όμως αληθινή η ομολογία
Του Αίγισθου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν τις πλάκες του ουρανού
Δρασκελήσεις
Λαμπρός καβαλάρης
Για να παραβρεθείς
Στη λειτουργία των αστεριών
Άναψε ένα κεράκι λιγνό
Για τη παιδίσκη
Με τα υποκύανα φτερά

*
Αν στη ραφή
Του παλιού σου σακακιού
Βρεις ένα φίδι να κοιμάται
Αμέριμνο
Σκέψου μονάχα
Το γόρδιο δεσμό
Της μακρινής σου εφηβείας
Που ποτέ δεν ξετύλιξες
Και το καλιγωμένο άλογο
Που σε περιμένει
Μπρος στο ανάκτορο
Του Νέστορα

*
Αν ένα ανομολόγητο πάθος
Ξέκοψε από τα χειρόγραφα
Της καρδιάς σου
Μη το φέρεις στα χείλη
Είναι μάταιο
Να αποκωδικοποιείς
Τη προσωπίδα του κεραυνού
Όταν πέφτει ολόισια πάνω
Στη κάπα του Ομήρου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο θειαφισμένο αμπέλι
Αντικρίσεις
Τη σολομωνική του ηλιοβασιλέματος
Σκέψου πως ήρθε η ώρα
Του ολέθρου και της τρέλας
Που χωρίς ουδεμία πια διαφυγή
Σε πλησιάζουν...
Στα ερμάρια του πατρικού σου
Τοποθετημένα στη σειρά
Φίλτρα μαγικά
Συνουσιάζονται
Με αραχνοειδή και σκορπιούς

*
Αν αφουγκραστείς
Μια κατασκότεινη βουή
Να διαπερνά το αίμα σου
Μη μπερδευτείς και πεις
Πως είναι προμήνυμα θανάτου
Είναι μονάχα
Τα νικημένα τάγματα
Των ταχυδρόμων
Που καταλύουν στα χωριά
Με την άγνωστη γεωγραφία

*
Αν από τους κρουνούς
Του ήλιου
Αποσπάσεις
Μια ηλιοσταγόνα
Κρύψε την στο ανατρίχιασμα
Της λεύκας
-Εκεί που ένα σπουργίτι
Καβατζάρει
Το κάβο της ποίησης-
Μες στο σύθρηνο των φύλλων
Λαμπερό πετράδι
Μη πετάς
Ξεθικάρωτος ο ήλιος
Θα στερέψει
Το ύδωρ της Λοκρίδας

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

το αδιάψευστο άλλοθι (αφήγημα)



Στα φύλλα του ελίχρυσου
Χαράξαμε μία γυάλινη πολιτεία
Με μυρωμένα αποστάγματα στις στέρνες
Μια σπηλιά με αιώνιους σταλαγμίτες
Και μια μόνιππη άμαξα με το κουτσό αμαξηλάτη της
Φυτέψαμε ένα αμπέλι στους στήμονες
Για να έρχονται οι τρυγητές της χαράς
Όλο βαμμένοι με υγρό μούστο
Και με κερί μέλισσας στα άδεια πανέρια τους
Ενθρονίσαμε στα σέπαλα
Ένα μαύρο κύκνο
Να κοιτάζει το κυανό κρανίο του ουρανού

Καθίσαμε στο τραπέζι βουβοί
Στο τασάκι
Δίπλα σε ένα καμένο σπιρτόξυλο
Απόθετε με κατάνυξη τα κομμένα νύχια της
Η Διοτίμα από τα άγρυπνα χωριά της Μαντινείας
Στη πέτσινη ζώνη της
Είχε μια εγχάραξη βαθιά
Δεν ήταν θυρεός ούτε άστρο που λοξοδρόμησε
Ήτανε μονάχα το δεξί πληγωμένο φρύδι
Του στρατιώτη που ξιφουλκήθηκε στην μάχη
Έπειτα ήρθανε δυο πουλιά στο κατώφλι μας
-Απόγευμα και φύσαγε ο μπάτης-
Τα φιλέψαμε απλόχερα
Με ψίχουλα της χτεσινής γιορτής
Πλούσιοι μες τη ευδαιμονία των αρτόδεντρων

Ο μυλωνάς κρατούσε στον μύλο του
Αιχμάλωτες δυο λυσίκομες κόρες
Από τη ιερατείο των Νηρηίδων
Εκείνες άλεθαν το σιτάρι
Πάνω στη παλιά τροχισμένη πέτρα
Τα παιδιά μας σταύρωναν αποβραδίς το αλεύρι
Κι έπλαθαν τον μεγαλόσχημο άρτο
Αγαπούσαν πολύ τα πουλιά με τις προπετείς ουρές
Τα παιδιά μας έπλαθαν τον άρτο της γης
Ολονυχτίς
Έβλεπαν τα χέρια τους
Πασαλειμμένα στο ζυμάρι κι έκλαιγαν
Χλώμιαζαν ξάφνου τα ζυγωματικά τους
Οι γυναίκες έκρυψαν τα σακιά
Με το αλεύρι στο κελάρι
Πλάι στα κρασοβάρελα
Κλείδωσαν μες την ψυχή τους
Ένα μακρινό καράβι ένα πορθμείο απάνεμο
Και μια νήσο λευκή
Ανασκιρτούσαν σαν φλόγες σε καντηλέρι μικρό

Την άλλη μέρα
Γευμάτισαν με τους τρυγητές
Στο προγονικό τραπέζι άυλες και χλωμές
-Σάλευε ιερή η μαγγανεία του έρωτα -
Ύστερα πήγαν για ύπνο μεθυσμένες
Από της μασχάλης τους το κόκκινο μούστο
Στυφή η φλούδα του φεγγαριού
Τις αποκοίμισε
Στα όνειρα τους σεργιάνιζαν ανάλαφρες
Σε γυάλινες πολιτείες
Και σε σπηλιές με αιώνιους σταλαγμίτες
Αιωρούνταν αβαρείς στις παρυφές
Του αιωνόβιου δάσους
Μόνο ο μαύρος κύκνος έλειπε
Μεγαλοπρεπής είχε αποκοιμηθεί
Κάτω από το κρεβάτι τους
Παίζοντας πεντόβολα με τα σύννεφα του ύπνου

Στο καμένο σπιρτόξυλο
Ήρθαν και κάθισαν το πρωί
Δυο χελιδόνια
Καλός οιωνός είπαν οι γυναίκες
Ή μήπως ένα άλλοθι για τα δίδυμα όνειρα τους;
Σώπαιναν σαστισμένες
Ο ήλιος βάθαινε τις ρυτίδες τους
Κρύωναν
Ήταν η μέρα που κηδέψανε
Το κουτσό αμαξηλάτη
Το μόνιππο το κληροδότησε στα παιδιά
Αίφνης σταμάτησαν να κλαίνε τις νύχτες..
Οι γυναίκες γελούσαν περιπαθείς
Ζυμώνοντας με χάρη το μεγαλόσχημο άρτο
Τα παιδιά τους ταξίδευαν απέριττα στο φως
Κρατώντας στη παλάμη σφιχτά
Τους σπινθήρες του ελίχρυσου