Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

ολιγόλεκτα V



*
Τα σπίτια κυλούσαν
Σαν έλκηθρα στον πάγο
Πουθενά ήλιος
Τα σπίτια συνέχισαν να κυλούν
Φοβόσουν να μπεις στην τροχιά τους
Κρατούσες τα σχοινιά
Και τα αποκαθήλωνες
Στα σεβαστά τους μνήματα
Και ξάφνου μέγας ήλιος πρόβαλε
Και φώτισε τους τίτλους του τέλους!

*
Ήταν μακρυά η πηγή
Η κόρη κούτσαινε ελαφρά
Το λαγήνι στον ώμο της
Μετεωρίζονταν
Με ελαφρά κλίση προς τον λευκό της αυχένα
Εκεί είχε ακουμπήσει το βράδυ
Ο ιχνηλάτης το χέρι
Κι είχε βρει την πηγή των εφηβικών στεναγμών!

*
Έριξε το μαντήλι στα μαλλιά της
Αραχνοΰφαντο
Παρμένο από την σκάλα του γαλαξία
Δώρο εαρινό
Της νυχτιάς εκείνης που του Έρωτα
Πρωτογνώρισε τα μάτια
Χαμογέλασε ικανοποιημένη
Στο γιακά της ένας λεκές
Από αίμα σκούρο
Την έσπρωχνε να διαβεί αγέρωχα
Την σταχτιά οδό των ασφοδέλων
Αθάνατη και επηρμένη νύφη να πλαγιάσει
Στις βραχώδεις κλεισούρες παρέα με τον θάνατο!

*
Έχεις ζήσει ποτέ
Μέσα σε μια κλεψύδρα
Έχεις δει την άμμο απαλά
Να αυλακώνει τα δάκτυλα σου;
Αναδιπλώσου και
Σκέψου τον εαυτό σου
Σαν ένα μικρό έντομο φτερωτό
Που αναζητά κρύπτη στο άπειρο!

*
Έσφιξε την μυρωμένη παλάμη
Της Μαγδαληνής
Ψηλάφισε τις πληγές του
Επουλωμένες τώρα από καιρό
-Με τη νοτιά όμως
Ανεπαίσθητα τον μάγκωναν-
Άνοιξε την κοσμηματοθήκη
Τα καρφιά κλειδωμένα εκεί
Παρήγγειλε μια διπλή αλυσίδα
Να τα κρεμάσει στον λαιμό
Να φοβηθεί ο δήμιος
Να μην τον καταμηνύσει στους χρυσοθήρες
Αυτός το μόνο που επιθυμούσε
Ήταν μυρωμένες παλάμες να σφίγγει
Και της ζωής τους βοστρύχους σταυρωτά κι ηδονικά να πλέκει!

*
Υπέφερε από καιρό
Από κρίσεις αμνησίας
Ξεχνούσε να κοιμηθεί
Ξεχνούσε να δειπνήσει
Ξεχνούσε την διαδρομή του
Τις νύχτες ανακαταλάμβανε τα κάστρα του
Και εφησυχασμένος παραδίδονταν
Το πρωί σε μέθυσο ονειροπόλημα
Το περίσσιο της τροφής
Το έριχνε στα περιστέρια
Κι όταν κάποιος τον ρωτούσε που πήγαινε
Απαντούσε ευπροσήγορα
Πως ξέχασε το εισιτήριο
Στο παλιό του κοστούμι...
Βλέπεις είχε απολέσει το ρουχισμό του
Στις εκατοντάδες μάχες που είχε δώσει
Μόνο μια ακίδα στο χέρι που και που
Του υπενθύμιζε πως τα σπαθιά του
Ήταν ξύλινα και τα κάστρα του σαθρά κι αμμώδη!

*
Ένιωθε κουρασμένος τελευταία
Το ενδιαφέρον του
Είχε μειωθεί
Αλλά εκείνο που περισσότερο
Τον προβλημάτιζε
Ήταν πως αργούσε
Η είδηση να ρθει
Είχε συνάξει δεσμό αίματος
Με τους αθίγγανους της πολιτείας του
Κι η είδηση - πρόσκληση
Που περίμενε εναγώνια
Ήταν να γίνει δεκτός στα καραβάνια της φυγής
Να γίνει κι αυτός ο αυτενεργός άνθρωπος της φωτιάς!

*
Τα σπίτια κυλούσαν
Σαν έλκηθρα στον πάγο
Πουθενά ήλιος
Τα σπίτια συνέχισαν να κυλούν
Φοβόσουν να μπεις στην τροχιά τους
Κρατούσες τα σχοινιά
Και τα αποκαθήλωνες
Στα σεβαστά τους μνήματα
Και ξάφνου μέγας ήλιος πρόβαλε
Και φώτισε τους τίτλους του τέλους!