Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

σύννεφα - άγγελοι

Αποτέλεσμα εικόνας για Σύννεφα άγγελοι

Αχνοχάραζε κι εσύ δεν ερχόσουν
Σύννεφα άγγελοι ψαλίδιζαν γαλαζωπές κορδέλες
Είναι οι ουρές των χαμένων χαρταετών
Μου είχες πει πριν φύγεις
Ψηλά ζουν οι ελεύθεροι χαρταετοί
Ψηλά έχουν το δικό τους κονάκι
Ένα πλίθινο ημικλινές κονάκι
Με φαντασμαγορικό σκηνικό
Χρωματιστά χαρτιά και ολοπόρφυρους λαμπτήρες
Μεταξωτά μαντήλια και πυράκανθους χλωρούς
Μην είναι εκεί ο τόπος σου;
Μην έδεσες εκεί;
Ανάμεσα στα αετόχαρτα και στα καλαμόξυλα
Στωικά να επεξεργάζεσαι
Τη λίθινη κεφαλή του μαχαιρωμένου γίγαντα
Ξόρκια να κάνεις στα άφυλλα δέντρα
Φως κι αέρας σκότος και χάλκινη βροχή

Ψιχαλόβρεχε κι εσύ παράπαιες
Φονικές λακκούβες εκτροχίαζαν τα ονειροπόλα φιλιά
Είναι κάποια φιλιά που αξέχαστα μένουν
Σαν να έχει η μνήμη χρυσαφένια κλουβιά
Και μέσα τα κλείνει
Πολύτιμα φιλιά λατρεμένα
Όχι σαν εκείνα τα λαβωμένα
Που αστέρια έγιναν και θρηνούν απελπισμένα
Έλα να στα γνωρίσω
Έλα να τα γευτείς
Έχει λάσπες στ' αστέρια και θα λερωθείς
Επικίνδυνες τάφρους έχει και θα παραπέσεις
Έτσι που κλεισμένα έχεις τα μάτια σαν να κοιμάσαι
Πρόσεχε
Μόνο τα φιλιά θα σου πουν την αλήθεια
Αυτά άδολα θα σου χαρίσουν
Τους ανθισμένους οπωρώνες των ποιημάτων
Φως κι αγάπη έρεβος και σκουριασμένη βροχή 

Σουρούπωνε κι εσύ περιπλανιόσουν
Ανάμεσα στις άγονες νησίδες του ουρανού
Κρατούσες δυο στήλες αλατιού στα χέρια
Αθάνατος για να πορεύεσαι
Άτρωτος να παραμένεις στο χρόνο
Στον ύπνο μου να εμφανίζεσαι γυμνός κι ωραίος
Με ένα τσαμπί σταφύλι στα χείλη
Στο μαξιλάρι μου βρίσκω κάθε πρωί
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Θέλησα να τα φυτέψω μα η καρδιά δεν βαστούσε
Θέλησα να τα φυλάξω μα μου ξέφυγαν
Τσάμπουρα και κουκούτσια
Μισή ζωή
Δένω τα μαλλιά μου
Κλίνω τα γόνατα
Κρύβω τις γραμμές της παλάμης
Και το θρόισμα των φύλλων προσκυνώ
Στην εικόνα σου προσθέτω καινούργια φωνήεντα
Μη σιωπάς
Άγρια η νύχτα πριονίζει το αγαλματίδιο της λήθης
Κι αν πέσεις
Από που θα αντλώ τη ζωή;
Φως κι αμαρτία θάμπος και ρυτιδωμένη βροχή 



Έλαβε μέρος στο 18ο Συμπόσιο Ποίησης της φίλης Αριστέας
που μακράν ήταν από τα πιο αξιόλογα και την ευχαριστούμε 

Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

κλείστρο

Αποτέλεσμα εικόνας για φόβος

Μάνα γυμνή δεν με γέννησες
Στον πλακούντα σου μέσα τυλίχτηκα σφιχτά
Τον ομφάλιο λώρο πότε δεν μου έκοψες
Σ΄αναπηρικό αμαξίδιο έσυρα το πρώτο μου κλάμα
Δεν έμαθα ποτέ μόνη να αναπνέω
Στον αγώνα λύγισα νωρίς
Δεν έμαθα να ισιώνω τους πλίνθους της ζωής
Σκόνταφτα πάντα και διαρκώς παλινδρομούσα
Μάτωνα ως το περικάρδιο κι ένας πόνος δριμύς αγκύλωνε τα νεύρα

Νεογιλούς δεν έβγαλα
Σκληρό το ψωμί στο στόμα
Παγωμένο το γάλα επίπεδη η θηλή
Πώς να δέσει το σώμα;
Μπούκλες δεν μπόρεσα να χαρώ στους ώμους
Κι ήταν ξανθά τα μαλλιά μου λεπτά όμως σαν τις ίνες του σταριού
Απαλά σαν το χνούδι στην κοιλιά των σπίνων
Ατροφικά τα νύχια μου πώς να ξεμπερδέψω τους ιστούς γύρω;
Με κατάπιναν οι ιστοί με απορροφούσαν οι ρουφήχτρες
Έγκλειστη έμεινα στη δίνη τους τρελά να περιστρέφομαι

Δεν έβλεπα μάνα παραέξω
Τα λουλούδια τα πετρώματα και τα φυλλώματα δεν τα ήξερα
Μόνο τις κρύπτες των βουνών ξεχώριζα
Γιατί οι τόποι μου μακρινοί κι απόκοσμοι υπήρξαν
Δεν άκουγα μάνα ήχο κανένα
Το σύριγμα των βελών το πλατάγισμα της θάλασσας
Το κρυφομιλητό της λεύκας δεν τα ένιωσα
Τους ψιθύρους των αστεριών μόνο πλησίασα
Γιατί από μικρή ήμουν παρμένη ολοκληρωτικά απ' τον ουρανό
Μια ισχνή πεταλούδα που άνθη γαλαξιακά γνώρισε

Μάνα γυμνή δεν με είδες
Έτσι που η νύχτα με βίαζε απείραχτο παιδί ακόμα
Του έρωτά σου η σύλληψη ατελής  
Όσο κι αν ηδονικά αγκομαχούσες χτυπημένη απ' τη φενάκη
Στα υπόγεια οι συγγενείς μοίραζαν δηλητήριο
Πολλά τα φιαλίδια κιτρινόμαυρη η χολή
Απόκαμες μάνα κι έφυγα μαζί σου
Εσύ κυρτή και πρόωρα γερασμένη
Κι εγώ μια έρπουσα ύλη
Με το σπασμένο κοπίδι του φόβου στα σκελετωμένα μου χέρια
Να αδυνατώ να σε προσπεράσω!

Έλαβε μέρος στο 18ο Συμπόσιο Ποίησης της φίλης Αριστέας
που μακράν ήταν από τα πιο αξιόλογα και την ευχαριστούμε

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Σαν απορία

Αποτέλεσμα εικόνας για χώμα

Αραιώσαμε το χώμα να πάρει η ψυχή αέρα
Ξεχορταριάσαμε την πεζούλα να κάθεται η παιδούλα
Με σταυρωμένα τα χέρια
Ψηλά να θωρεί
Χαμηλά να ξεχνάει το φιλί να μην ντρέπεται
Πήραμε στην αγκαλιά μας τα ξερόκλαδα
Να μην φαίνεται πια άλλο
Η ερημιά στα μάτια των πουλιών
Στης βραγιάς τη ζώνη ακουμπήσαμε το κεραμίδι
Μαζί με το θυμιατό
Ιερός να πνέει ο αέρας στα στήθη της γης μας

Αχ παππού εκείνο το αμπελάκι σου πόσο το ζήλεψα
Κόκκινες είχε ρώγες
Στιβαρούς είχε κλώνους
Ασημένια είχε γυρίσματα
Χαράματα το ξεφύλλιζες
Καρπούς σε φίλευε
Ξέχειλο σου κρατούσε το βαρέλι
Καθαρό σου τύλιγε το αντίο στο μαντήλι

Το κομπολόι σου παππού
Φυλαγμένο το έχω
Στην παλιά μπιζουτιέρα
Μαζί με τα μανικετόκουμπα
Αχ παππού
Μια ορμήνια σου και χρυσάφιζε το μέλι της ψυχής
Μπερδεύτηκα πολύ
Ξέχασα τα κυκλάμινα να μαζέψω
Δυσκολεύτηκα να γράψω την εντολή
Τρεμάμενα έχω τα χέρια
Σαν το παιδί που άγγιξε τη φωτιά και δοξάστηκε

Αραιώσαμε το χώμα να πάρει η ψυχή αέρα
Είχαμε χρόνο πολύ
Για να πλανέψουμε
Την μικρή ζητιάνα πριν μας ρίξει τα χαρτιά
Το αύριο αίολο  
Σαν μια πινελιά κυματιστή πάνω στις πτυχές του αέρα
Σαν μια απορία πριν τραβήξουμε το σκοινί  στο πηγάδι
Νερό ή αίμα
Πλησμονή ή αμάχη
Δύσκολη η πρόβλεψη
Κοιτάξαμε το φεγγάρι στα μάτια
Κι ελεύθερα αναπνεύσαμε μετά από χρόνια