Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2019

Άγγιγμα

Αποτέλεσμα εικόνας για βοριάς

Πρόσεχε τώρα που αλλάζει ο καιρός. 
Τώρα που η ομίχλη κυκλώνει με πυκνές τούφες την πόλη.
Κοίταξε να φοράς τα σακάκι σου. 
Τι συνήθεια κι αυτή να το θες πάντα ανάρριχτα. 
Θα παγώσεις.
Θα σε πιάσει πάλι εκείνος ο επίμονος βήχας 
και το χαμομήλι δεν κάνει τίποτα.
Που λεφτά για θεραπεία.
Που λεφτά για γιατρούς 
κι εκείνη η χοντρή κουβέρτα θαμμένη είναι στο χώμα
μαζί με το άψυχο σώμα του αγαπημένου μας σκύλου.

Χιόνισε στις γύρω κορφές χτες βράδυ.
Κρύωσε το σπασμένο μπαστούνι της γιαγιάς. 
Πού να στρέψω την προσοχή μου;
Συνεχώς να σας νοιάζομαι.
Διαρκώς να είμαι παρούσα. 
Πρόσεχε, εγώ έχω θητεύσει στο κρύο, ξέρω.
Χιονίστρες δεν έβγαλα παιδί,
η μάνα απορούσε τα αδέρφια ζήλευαν. 
Γελούσα μαζί τους, περηφανευόμουν, ήμουν σκληροτράχηλη 
Δεν φοβόμουν καιρό, ασήμωνα ένα αστέρι και περπατούσαμε μαζί 

Λυσσομανά ο βοριάς σαν χαλασμένη χύτρα.
Πρόσεχε, θα αρπάξεις καμιά πούντα.
Δεν κάναμε κάτι και για αυτό το τζάμι που έχει σπάσει.
(Μόνοι μας το χτίσαμε το σπίτι, 
δεν το πόνεσες όμως ποτέ,   
έστρεψες όλη σου την αγανάκτηση πάνω του)
Έβαλα πρόχειρα ένα χαρτόνι στο ράγισμα, 
μα τι τα θες κανένα το όφελος, μπάζει.
Φέτος θα φυτέψω ζουμπούλια,
θα τα βάλω μπροστά στο στο παράθυρο να μην φαίνεται η ζημιά. 
Μα ως τότε τι; 
Είπα να βάλω ένα παλιό μου ποίημα, μα δειλιάζω,
φοβάμαι κι αυτό το φεγγαρόφωτο μη το περιφρονήσει.
Αλλά εσύ πρόσεχε.
Έρχεται η νύχτα κι εγώ ξάγρυπνη θα μείνω, 
να προσέχω τον σφιγμό σου, 
να σου γράφω ποιήματα που δεν θα διαβάσεις ποτέ
κι εκείνη η χοντρή κουβερτούλα θα με ακουμπά απαλά κάτω απ' το χώμα