Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2008

ενδεδυμένο βρέφος

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"

Στο μοναστήρι στα γκρεμνά
με τα θαυματουργά ασπρόμαυρα
πλακάκια που δάκρυζαν
ανεμώνες βυθού
Και τις χλομές ξελογιάστρες
κυδωνιές στη στέγη
Μην πριονίζεις τη μνήμη σου
Όλα τα θυμάσαι!
Ναι, εκεί που κάθε Αύγουστο μήνα
ξεσκόλιζε το ποίμνιο του
ο δυτικός γύπας για προσκύνημα
Εκστράτευσες με τις τυφλές
κόκκινες μπέρτες
Απρόσκλητος!
Η ηγουμένη κάθονταν
στον σκαλιστό της άμβωνα
πλοηγώντας μονότονα ένα σκαλοπάτι
βάσανου τριγμού
Δίπλα της η νεωκόρος Αθηνά
άκληρη συμβία του έφιππου θεού σου
Κούρντιζε τροχαλίες κεριών
στον καθρέπτη του αιφνίδιου ύπνου.
Μια κεροδοσιά φωτεινών δαχτύλων
δεμένη πάνω στην μετόπη που έκλεψες
Τι να σου προσάψω;

Σπάσε τον καθρέφτη
δεν εννοείς πως το είδωλό σου
εφοδιάζεται με άσφαιρες ρυτίδες;
Στα χωριά σου,τα άμωμα άμφια
κοιμήθηκαν χωρίς εφιάλτες...
Παρότι λύθηκαν οι φασκιές
της μώρας δεν τα φίμωσαν
Αυτά μόνο επευφημώ!
Υπνοβατούσες κραδαίνοντας
τόπια μέντας για να μοιράνεις
τις υποδιαιρέσεις των φιλιών
Σεσημασμένος φυγάς πάντα

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"

Στο μοναστήρι στα γκρεμνά
κάθιδρη η Αθηνά κρατούσε
στα χέρια ένα ενδεδυμένο βρέφος
με αμφίβολο αρματωμένο βλέμμα
και ρόδινες πατούσες ελαφρόμυαλες
Με ένα σουγιά κι ένα σφυρί
άνοιγε καρύδια παραμυθένια, χλωρά
και ετάιζε το βρέφος εγκάρσια ψίχα.
Ήξερε πως η ηγουμένη
δεν είχε τροφή
την είχε ασημώσει στον ποιητή
με τα φωτεινά δάχτυλα.
Μεγάλωσε το βρέφος μόνο
με τα άπορα τσόφλια του κόσμου
Πικρόχολο το σώμα σκληρό το βλέμμα
στη σαρμανίτσα από εκδίκηση έβαλε
φωτιά!
Η φαντασία του πέτρινου κρίνου
στην παλέτα του πράσινου βάλτου
ποτέ δεν ενηλικιώθηκε
Μην περιμένεις πλέον να δεις
τις ρίζες να σκάνε πάνω στον πάγο
Στο μοναστήρι με τα ασπρόμαυρα πλακάκια
σκάκι παίζεις με απούσα την βασίλισσα
Μεταφύτευσε, έστω, τα χρόνια σου
στο κορμό της κυδωνιάς
να σου προσφέρει μία εστία φιλίας
Που ξέρεις;

"Λίπαζες μεγάλα αγκάθια σουβλερά
δεν ήθελες να σε πλησιάσει
το παιδί με τη κόκκινη χτένα"
Ήσουν εσύ!