Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Σπονδές ή πως να πλησιάσεις ένα ρόδο

-Στην καρδιά του χειμώνα
αναπνέω άνοιξη.

-Η άνοιξη με μπόλιασε κρυφά 
με χυμούς κι ανθίζω 

-Λιγνό το χέρι της Περσεφόνης 
που θα με κόψει, σεμνό όμως 
 εγώ και δεν θα το πληγώσω. 

-Μιας γερακίνας σταγόνα αίμα 
έσταξε πάνω μου και έγινα 
ολοπόρφυρο.

-Δανείστηκα από την άνοιξη 
πρωτόφαντη μια αχτίδα κι 
άνθισα πρόωρα. 
Στο ενεχειροδανιστήριο της 
ομορφιάς εξοφλώ τώρα τις 
δόσεις μου. 

Υ.Γ: Κάπου στα δυτικά της χώρας.

Τα φώτα της γιορτής ή μια ανάσα πριν το 2026

Έσπασα ένα ρόδι και με το ρουμπίνι 
των σπόρων του σου έδεσα 
ένα μενταγιόν.
Να σε ζηλεύουν τα παιδιά 
κι οι μανάδες να σε σπρώχνουν πέρα. 
Τα αρσενικά βαθιά να σε ποθούν 
τις νύχτες του έρωτα τότε που βγαίνουν 
τα αερικά με τα ψαλίδια 
στο χέρι και κορφολογούν 
τα λόγια της αγάπης και
του πόθου τους αναστεναγμούς.
Όλα για σένα και οι τριακόσιες 
εξήντα πέντε ημέρες που έρχονται
και λάμνουν στο περγιάλι σου
έχοντας τη γοητεία ενός έρωτα 
που έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί.
Σφοδρός σαν ένας υετός ολόχρυσος 
που με τη μορφή μιας αστραπής ασελγεί 
πάνω σε δυσθεώρητες κορφές. 

*
Ασημόχρυσα τα βλέφαρά σου ανοιγοκλείνουν 
σαν τα φωτάκια στην κουπαστή του μπαλκονιού
από όπου έπεσε ο έκπτωτος άγγελος. 

*
Ένα πάνινο μονόφθαλμο αρκουδάκι ίσως 
να είναι η μόνη παρηγοριά μας απέναντι 
στην πολιορκητική μηχανή του χρόνου. 

Το αθάνατο νερό

Ψηλά πήρα ένα βουνό 
να ψάξω τις πηγές του 
να βρω τ' αθάνατο νερό 
τις ώριες χαραυγές του

Συνάντησα έναν βοσκό 
μικρό 'να παιδαρέλι 
τα κατατόπια ήξερε 
κι είχε τα μάτια μέλι 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Έσκυψα και δροσίστηκα 
σε πέτρινη μια βρύση 
το μάτι πέρα πέταξε 
στη φορεσιά της δύσης 

Πήρα αθάνατο νερό 
στην πήλινη μου βίκα 
μα εκείνο ολο το ξόδεψε 
σταγόνα εγώ δεν ήπια 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα 

Κι έτσι σε μένα έμελλε 
γρήγορα να πεθάνω 
κι αυτό το χώμα να πατά
κι εγώ ζωή να χάνω. 

Άπονο εγώ το φώναζα 
από το μνήμα μέσα 
κι άλλη ζωή λαχτάραγα 
του πόθου το έγια λέσα 

Τα μονοπάτια μου 'δειξε
μου δώσε την αγκλίτσα 
να ' χω το βήμα σταθερό 
τα σύννεφα καρφίτσα.