Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2015

25 λέξεις # 3



 Κρατάς τα γκέμια
    αναφλέγεσαι
Στα καρουζέλ της ψυχής
         παίχτηκε
 Η τελευταία πράξη
  Σ' έναν κύκλο
            γίνονται όλα
 Κι η ζωή διάσπαρτοι
κύκλοι μικρών θανάτων
Στην κόψη του νήματος
       σε κέρδισα!

                *
 Μ' ένα στρόβιλο η ζωή
           ξεπετιέται
Εκεί το φιλί και το άπιαστο
 Εκεί το δάκρυ της χαράς
       μα κι η οδύνη
        του τέλους...
    Τα φτερά σε πάνε
       Εκεί που εσύ
       εξουσιάζεις!

Το πρώτο ολιγόλεκτο συμμετείχε στο δρώμενο
της Μαρίας Νικολάου "25 λέξεις" το δεύτερο
ήρθε συμπληρωτικά!


Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

ανεπίστρεπτο

Αποτέλεσμα εικόνας για ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΆΤΙΚΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΜΕ ΦΥΣΙΚΑ ΥΛΙΚΑ

Χριστούγεννα απόψε, θα ανάψω όλα τα φώτα
Να γιορτάσω κι εγώ
Στο βάζο τα γαρύφαλλα μαραμένα
Κι εκείνη η πράσινη στεφάνη στο μέσο του βάζου
Σαν θηλιά μοιάζει ή μάλλον σαν διάνυσμα
Ονείρων πεθαμένων, μια πύλη που βγάζει
Στη ψυχρή αίθουσα των ειδώλων
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ παρότι μόνη θα γιορτάσω
Άκου το χειροκρότημα  των άστρων για εμένα είναι
Με σκέφτηκαν κι αυτά τα ουράνια...
Έτσι θαρρώ πως δεν θα με ανακρίνουν στο μέλλον άλλο οι Θεοί σου!

Θα σταθώ εδώ δίπλα στο οβάλ τραπέζι
Θα ανάψω τσιγάρο κι όπως η στάχτη
Θα πέφτει ένοχα απ' το τρέμουλο
Πάνω στο ξύλο θα κάνω σχέδια πολλά
Γιατί ξέρεις οι πιο όμορφες μορφές μ' αποκαΐδια φτιάχνονται
Η τέφρα δεν πονά τις ρυτίδες, τις θωπεύει
Θα κάτσω εδώ λοιπόν ανήμερα Χριστούγεννα
Κι η γάτα μου αποφασισμένη θα εκλιπαρεί για ένα χάδι
Δεν ξέρω ίσως ενδώσω, ξέφτισε κι αυτή η κουβέρτα
Αλλά παραμένω ζεστή
Είναι που με τη φωτιά διαλέγομαι
Μην παίρνεις εσύ την ευθύνη 
Θα έχεις δει άλλωστε κάποιες κρυφές πληγές μου
Εσύ που δρόμους άνοιξες κάποτε στο αβέβαιο
Έλα εδώ στα στενά να με περιγράψεις!

Πολυλογώ το ξέρω, τι άλλο όμως μου έμεινε να κάνω;
Ίσως πάρω το μαχαίρι ν' ανοίξω ένα δυο χρυσούς καρπούς
-Εκείνο το μαχαίρι που το λέπτυνε το χώμα-
Ίσως ζήσω έτσι τ' όνειρο
Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να κρύβει στο βάθος
Ένα σκληρό περίβλημα
Τι έχω να χάσω;
Αλλά είναι Χριστούγεννα απόψε
Κι εγώ θα σταθώ γυμνή μπροστά στους ουρανούς
Πολλά τα φωτάκια δεν θα φαίνομαι
Το πολύ φως τυφλώνει όπως κι αυτό το μαύρο της νύχτας!

Αν θέλεις έλα, έχω στεριώσει τη σκαλωσιά
Πάντα ανέβαινα σ' αυτά τα δώματα
Εκεί τα πολύτιμα και τ' ακριβά, τα συντηρώ επιμελώς!
Μην ανησυχήσεις ποτέ
Εκεί θα πλανιέμαι φορώντας
Το καρό σου πουκάμισο που ξέχασες προ ετών...
Σ' αυτά τα δώματα
Φυλάω με προσοχή τα μικρά φυλαχτά μου
Μόνο που διαλέγω πάντα ένα
Αυτό δεν θα στο δώσω
Το μόνο δικό μου στολίδι
Ένα χάρτινο φιλί που διαφύλαξε στεγνό η μνήμη
Τώρα κρέμεται στο δέντρο δίπλα στα ξωτικά
Γιατί είναι Χριστούγεννα απόψε και σκοτεινά σ' αναπολώ!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" 
που επιτυχώς διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες
πολύ αξιόλογες συμμετοχές!


Κανείς δεν άκουσε τίποτα...

                          Αποτέλεσμα εικόνας για πόρτα και γάτα

Ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο γρατζούνισμα στην πόρτα, κανείς όμως 
δεν άκουσε τίποτα... καθώς μετά το οικογενειακό τραπέζι, παραμονή
Χριστουγέννων, όλοι είχαν αποσυρθεί στη μαλακωσιά των στρωμάτων
και στου ύπνου τη γαλανή πλάνη.
Μόνο το χριστουγεννιάτικο δέντρο έμενε ξάγρυπνο συνομιλώντας  με τα
βαρύτιμα έπιπλα, με τα κομψά βάζα και με τους περίτεχνους πίνακες κι
ανυποχώρητο -αναλάμποντας- ξεκινούσε έναν αέναο αγώνα με τον κόσμο
του σκοταδιού και του ερέβους, σαν προανάκρουσμα μιας μεγάλης θυσίας!
Δίπλα το τζάκι σκόρπιζε το αντιφέγγισμα του ακούραστα σ' όλες τις γωνιές
του σαλονιού και σαν ανταμοιβή εισέπραττε χιλιάδες επευφημίες κι ένα
παρατεταμένο χειροκρότημα από τα καλά ξωτικά και τ' αερικά του σπιτιού,
κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Αυτή τη νύχτα όλα στο σπίτι ήταν μαγικά λες κι ένα ουράνιο χέρι να τα είχε
παστρέψει και να τα είχε στολίσει με τα πέπλα της ζεστασιάς της θαλπωρής
και της ασφάλειας.
Έξω στον κήπο, φώτα παντού, γαϊτανάκια χαράς απλωμένα στα δέντρα της
ζωής φώτιζαν μικρούς κόκκινους ιβίσκους και ναρκωμένες τριανταφυλλιές..
Ο ήχος στην πόρτα το ίδιο χαμηλός έκανε πάλι την εμφάνισή του.
Μία παρατεταμένη επίμονη επίκληση λες στο λουστραρισμένο ξύλο της
εξώθυρας.
Κάποιος ν' ακούσει, κάποιος ίσως να γνοιαστεί και να τη συμπονέσει...
Σήμερα είχε αποχωριστεί βίαια το αφεντικό της -που είχε την ευθύνη της -
κι είχε χαθεί στα χαώδη δρομάκια της πόλης σαν ένα νόμισμα που κατρακυλά
σε αρπακτικούς υπονόμους κι αφανίζεται!
Τρόμαξε πολύ, τον έψαξε αδίκως, τραύλισε ήχους θλιμμένους , και τώρα
μπροστά σ' αυτή την πόρτα στο τέλος του δρόμου ζητούσε μια φωλίτσα,
ένα καταφύγιο για να βγάλει απ' τη σκήτη της καρδιάς της το μαχαίρι της
μοναξιάς της στέρησης και της πείνας, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...  
Έκανε προσπάθεια να ζεσταθεί αναπηδώντας ως το ρόπτρο αλλά άδικα,
τέντωσε τη γλωσσίτσα της να πάρει νοστιμιά απ' τον αέρα της χαραμάδας,
μάταια, άνοιξε τα ρουθούνια ν' αγγίξει τα μικρά πλάσματα της αρμύρας
αλλά απογοητεύτηκε κι έγειρε αποκαμωμένη στο πλάι το κεφαλάκι της
να κοιμηθεί.
Μια αχτιδούλα έφυγε απ' τα μάτια της και καρφώθηκε στα δέντρα της
αυλής!
Έλαμψε σαν πυροτέχνημα ο κήπος, κροτίδες ακούστηκαν δίπλα στα
κοιμισμένα ρόδα, κανείς όμως δεν άκουσε τίποτα...
Όταν ξημέρωσε άρχισε απαλά να πέφτει το χιόνι, ξύπνησε το σπίτι και
τα παιδιά έτρεξαν ξετρελαμένα στην πόρτα, στράφηκαν και κοίταξαν
όλο απορία στο χαλάκι της εισόδου...
Ο μικρός Νικόλας πήρε τη ξέπνοη γάτα στην αγκαλιά του και φώναξε
ενθουσιασμένος:
-Γιατί μαμά ξεχάστηκες και δεν μας έδωσες αυτό το όμορφο δώρο;
Έτρεξε η μαμά τους και κοίταξε κάτω σαστισμένη!
....................................................................................................
Εκεί στην άκρια δίπλα στους ιβίσκους θα υπάρχει πάντα ένας μικρός
ξύλινος σταυρός σαν ενθύμηση για εκείνο το πρωινό που όλοι άκουσαν
καθαρά το λυγμό των δυο παιδιών, κόντρα στο σκοτάδι μιας αλλοτινής
νύχτας που κανείς δεν άκουσε τίποτα!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" 
που επιτυχώς διοργάνωσε η me(maria) μαζί με άλλες
πολύ αξιόλογες συμμετοχές!

Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2015

το δικό του άστρο



Κάτω από το μαξιλάρι μου
Κρύβω ένα αστέρι
Με συντροφεύει στα όνειρα
Κι εγώ του εξιστορώ
Κάθε που φέγγει
Την κρυφή προπαίδεια
Της ζωής μου
Πάντα μ' ακούει
Είναι το δικό μου αστέρι
Που χρόνια πριν
Ένα παιδί με θυμωμένο αίμα
Μου το χάρισε

Τις γιορτές μ' αυτό στολίζω
Το δέντρο της αυλής
Προσδοκώντας να συναντήσω
Εκείνο το αγόρι
Που η φλέβα του πείσμωσε
Και καλπάζοντας πέρασε
Παραμονές γιορτής
Απ' το ζεστό ποτάμι
Της ζωής
Στο σεντόνι
Των χαμηλών σύννεφων

Γιρλάντες περνώ
Στα χέρια μου
Χαρούμενη να με βλέπει
Και στα σκαλιά ακουμπάω
Κλαδάκια γκι
Και λεπτά φύλλα σφενδάμου
Να γελαστεί απ' την ομορφιά
Και να 'ρθει έστω για λίγο
Στα γιορτινά παράθυρα
Αστέρια να σκορπίσει
Χρυσό και σμύρνα

Γιατί εκεί ψηλά
Μου ψιθύρισαν οι άγγελοι
Παγώνει κι ο Θεός ακόμη
Και τα χεράκια του παιδιού
Σαν κρύσταλλα θα σπάσουν
Σαν κρύσταλλα
Που πάνω τους αντιφεγγίζουν
Οι πλανήτες
Το χλωμό πρόσωπο
Εκείνου του Δεκέμβρη
Που τα πουλιά σίγησαν παγωμένα

Συμμετέχει στο νέο δρώμενο "μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία" 
που ξεκίνησε η φίλη Αριστέα

Μικρή Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

σαν σήμερα...


Ας υποθέσουμε πως δεν έχουμε φτάσει
από εκατό δρόμους, στα όρια της σιγής...
Κώστας Καρυωτάκης 

Ήταν σαν σήμερα
Που κάπου στον κόσμο ένας μικρός ακροβάτης
Ξέφτιζε τα δίχτυα διασπαθίζοντας το εφήμερο κενό
Κι εγώ τώρα πιστά τον καλώ και τον ακολουθώ
Αντικρούοντας σκέψεις μιας επισφαλούς ασφάλειας
Σπάζοντας κωδικούς μιας φυλακής οχληρής
Κι έτσι τρωτή σαν γυαλί πλησιάζω
Της αιθάλης τα απάτητα παλάτια
Χρυσά κλειδιά της νύχτας κρατώ
Κι ουρανούς πλέριους χαίρομαι
Ουρανούς που πάνω τους εγχάρακτα ζωγραφίζουν
Οι μύστες κωνικούς περιστερώνες και χαμόγελα Ποιητών

Μην αναρωτιέσαι λοιπόν γιατί τα βράδια σιγώ
Και δεν έρχομαι
Είναι που καταγράφω στο πινακάκι των βράχων
Τις βροχές των άστρων
Δεν συνηθίζω να κάνω ευχές
Απλά συγκεντρώνω σε πουγκιά λίγα γραμμάρια
Απ' την λάμψη των περσείδων
Κι ύστερα τα χαρίζω
Μάλιστα έχω να κάνω τόσες αποστολές
Που απ' τη βιάση μπερδεύομαι
Χάνω το μέτρημα
Πληθαίνουν οι αριθμοί
Κι αφήνομαι να αγαπώ ξανά τις παραλήψεις μου
Αυτές τις παραλήψεις που με κάνουν
Να πολλαπλασιάζω μέσα από μαρμάρινους τροχούς
Τα πλεονάζοντα όνειρα

Των ύπνων τα θαμπά σεντόνια έπειτα απλώνω
Στα φθινοπωρινά μου μπαλκόνια
Να φύγει μακριά η πένθιμη μνήμη τους
Κι εκείνο το άρωμα που μεθάει τα κορίτσια να σκορπίσει
Γιατί σαν σήμερα
Ξαστόχησα και σ' έδωσα στην αγκάλη των θρήνων
Αγνό και πάλλευκο
Μεγεθύνοντας τα όρια της χαράς παρά την απουσία σου
Και μάλλον έτσι θαρρώ πως ξαναερωτεύομαι
Τα αιθέρια βήματα των οδοιπόρων
Κι εκείνες τις ακριβείς κινήσεις των ακροβατών
Πάνω στο σκοινί
Το ίδιο σκοινί που πιο παλιά με έζωνε και με σφιχτόδενε μαζί σου
Μια θηλιά διπλή που τους κόμπους της χαλάρωσε η νεροποντή

Σήμερα στο ποτήρι μου επέπλεε ένα άστρο
Ίσως γι αυτό κι ο λόγος της μαρτυρίας αυτής...
Σε ελευθερώνω μ' ένα φιλί τελευταίο, γλυκό σαν αφιόνι!
Σύρε στα μεγάλα γιορτάσια των στιγμών...

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

25 λέξεις


            *
 Φεγγριστό το φως
     Ανέλπιδο
Κλέβω δυο δέσμες
     να ταξιδέψω
στη χώρα των σπονδών
  Εκεί που οι μούσες
κρεμούν
      στα παράθυρα
δαντελωτά κουρτινάκια
       νοσταλγίας!

           *
  Κρύο δωμάτιο
Οι τοίχοι ξερνούν
       απόγνωση
Σε περίμενα ολημερίς
Μαδώντας της ψυχής
     το επίχρισμα
Κι εσύ έστειλες λαμπρό
        το φως
     να με διώκει
Το σκούρο της καρδιάς
  αδρά να τονίζει!

             *
     Εγκατάλειψη
Χτες πέταξε ένα πουλί
Σήμερα ήρθε πλέριο
         το φως
Ξεκίνα από τους τοίχους
    Δωσ' τους ανάσες
Ύστερα σπάσε το πλέγμα
  Τα χέρια μπορούν
    ό,τι το μυαλό
 πολύτιμα θυσιάζει...

             *
Στα μάτια ένα πλέγμα
       Αγκαθωτό
     Όμοιο με τα
σκοτωμένα όνειρα
   Προλαβαίνεις;
   Το παράθυρο
βυθισμένο στο φως
        Αρκεί;
  Σκέψου τη ψυχή
   να λουλουδίζει
σε δωμάτια φθοράς
και βγες στο ξέφωτο
    ίδιος Ωρίων!

           *
   Μακραίνει το φως
   Μακραίνει η ζωή
Στενεύουν οι επιλογές
 Αύριο θα χρωματίσω
     τους τοίχους
Κι αυτό το παράθυρο
     θα το ξηλώσω
Πονούν τα σκοτωμένα
          σίδερα;

Τα δύο πρώτα ολιγόλεκτα έλαβαν μέρος στο δρώμενο
της Μαρίας Νικολάου "25 Λέξεις"...τα τρία επόμενα
ήρθαν μεταγενέστερα σαν συνέχεια των παραπάνω
κι είπα να μη μείνουν παραπονούμενα....
   

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

σταγόνες πάχνης (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για σταγόνες πάχνης (χαϊκού)

Πεθαίνουμε ένας ένας.
Σε λίγο αρχίζει 
η γιορτή των καντηλιών 

Issa 

Μέσα στις στοές,
Τα τριζόνια σαλπίζουν
Της θλίψης κόρνα

Μια αχιβάδα,
Ξαστόχησε κι έφτιαξε
Μικρούς θησαυρούς

Σαν λεμονανθός
Ευωδιάζει το σώμα,
Προτού ξυλευτεί

Λιώνει το κερί,
Τις νύχτες του χειμώνα
Κι ολόκληρο ζει

Όταν στον αφρό
Χορεύουν τα δελφίνια·
Λάμνουν οι χαρές

Στα άκρα πήγες
Ψυχή τις ανάσες σου..
Σαν να 'σουν ηχώ

Αναταράξεις
Στον ουρανό της σκέψης:
Οι πρώτες βροχές

Κρύσταλλα λάμπουν
Στης λίμνης τον καθρέφτη·
Έλα να πλυθείς

Κάθε σούρουπο,
Μελώνουν τ' αγάλματα
Φιλιά στον καρπό

Σαν τον κεραυνό
Διαπερνούν οι ματιές σου,
Τ' άδειο τ' ουρανού

Σελίδα χαρτιού·
Να έρθει η Άνοιξη
Με μύριες λέξεις

Λάμψη σκορπάω
Στου κελιού σου τα βάθη,
Κόσμους να θωρείς

Κι αν δεις κι αργήσω
Μικρό μου χελιδόνι·
Φωλιές θα χτίζω

Γέρνουν τα κλαδιά,
Φοβισμένα να μην δουν
Ψυχρές τις φωτιές

Με μια σου ματιά
Στου ήλιου τα περβόλια,
Βρήκες το κλειδί

Πέταγμα πουλιού
Και σκίζεται το πλέγμα
Της φυλακής σου

Κόβεις λεμόνια,
Στιγμές να συντηρήσεις
Από τη φθορά

Σε απάτητο
Δάσος, άραγε είδες
Ανθούς να τρέμουν;

Γλυκιά ζεστασιά
Στο χνούδι της μέλισσας:
Αγάπης κερί

Βάλσαμου στάγμα,
Τα λόγια που έκρυψα
Σε φύλλα τσαγιού

Σε ρόζο κορμού,
Στοχάστηκες κι έγραψες
Έξοχους στίχους

Πύρινο σώμα
Στα σπλάχνα του χώματος:
Της λάβας τροχός

Κι αν έρθει βοριάς,
Θα διπλώσω στα χέρια
Αχτίνες θαμπές

Με κυρίευσε,
Χρυσή η πανσέληνος
Κι αρμύρα σκορπώ

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

μια στιγμή φτάνει

Αποτέλεσμα εικόνας για ήχος δάσος βάρκα αντιπερισπασμός παραμύθι

Ξύλινο πάτωμα
Να τρίζει η απόγνωση
Στις χαρακιές
Μαζί με τα γυαλισμένα σου
Παπούτσια
Να τρίζει κούφια
Η αγάπη σου στο αόριστο
Σαν βάρκα χωρίς πηδάλιο
Να απομακρύνεσαι
Με τις τσέπες σου να εξέχουν
Στον αέρα
Ποια γραφή;
Ποια υφαρπαγή;
Να τρίζει η απουσία...
Στο τελικό σου πόρισμα
Να συστρέφομαι αμήχανα
Κι έκθετη να παραμένω
Με πυξίδα
Στο στιγμιαίο όλον
Των ωρών μαζί σου

Η πόρτα χάσκει στο κενό
Στο παραμύθι έλειπε το τέλος
Αλύτρωτη γυρνάω
Τη ροή της σκέψης
Στα παρεπόμενα
Σ' εκείνα που δεν είδες
Σ' εκείνα που πέταξες
Και στ' άλλα που θυσίασα
Στο παραμύθι έλειπε το τέλος
Στο εφαλτήριο εγώ
Μ' ένα πικρό φιλί στα χείλη
Να εκτοξεύω
Λόγια σιβυλλικά
Αν έρθεις τώρα να ξέρεις
Πως πίσω απ' το πρόσωπό μου
Κατοικεί ένα αιώνιο παιδί
Μην αδιαφορήσεις!
Κουράστηκε
Να απαριθμεί στα δάκτυλα
Τους φόβους της ματαίωσης
Τσακίστηκε
Του έρωτα το πλήρωμα
Να σκιαγραφεί
Με τις σπασμένες του ξυλομπογιές

Ανοικτό το παράθυρο
Να βγαίνει το σώμα
Στους ήχους του δάσους
Ανυπεράσπιστο
Να μην πλαγιάζει ούτε
Για μια στιγμή έστω
Να ακούσει
Του κούκου το τικ-τακ
Σαν μια μικρή υπόμνηση ονείρου
Πάνω στο τραπέζι το καπέλο
Το σώμα γυμνό
Μόνο του το καπέλο
Ένας αντιπερισπασμός 
Στην κραυγή που
Αργά φουσκώνει
Τα γιγάντια "γιατί"
Το σώμα βαρύ να περιμένει
Κι ας ήξερες πως μοναχή
Οδηγούσα στη σκηνή
Έναν ανύπαρκτο θίασο!

Έλαβε μέρος στο επιτυχημένο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
της me (maria) μαζί με άλλες πολύ υπέροχες γραφές!


στο ύψος των Θεών και των αγγέλων

Αποτέλεσμα εικόνας για κολαζ ελύτης

Μοιάζει με παραμύθι μα δεν είναι...
Μια μέρα γιορτινή
Που τα κοτσύφια στο δάσος τιτίβιζαν τραγούδια και ήχους της γης
Που τα κλαριά ανάπνεαν τους χυμούς της Άνοιξης
Και καρποφορούσαν αίμα και μέλι
Στάθηκα να ξεκουραστώ σε πέτρα ριζιμιά
Είχα αποστάσει απ' τη μάχη με της ψυχής τη φωτιά
Άκουσα που λέτε
Από μακριά να έρχεται ο ήχος της θάλασσας
Και των κυμάτων ο σφοδρός τροχασμός
Θυμήθηκα τότε τα ταξίδια μου τις σκέψεις και τα οράματα
Που η ζωή αρνήθηκε να ξεκλειδώσει
Σκόνταψα στην πίκρα της διάψευσης για λίγο
Μα πόθησα σφοδρά την αρχή του νήματος να δω
Εκεί στο φως
Θέλησα σε ματιές λαγαρές ικέτης να αφεθώ
Πάνω στη ριζιμιά πέτρα έφερα τον εαυτό μου
Στο ύψος των Θεών και των αγγέλων..την ομορφιά δρασκέλισα

Δεν ήταν ένας αντιπερισπασμός στη μοναξιά
Μια αποστροφή στα δυσάλωτα μονοπάτια
Παρά ένα τράβηγμα δυνατό της καρδιάς στη χαρά
Σαν που τραβιέται η βάρκα απ' τον κάβο γοργά
Για να ερωτευτεί το χιλιόχρονο νερό
Κοίταξα γύρω
Τα δέντρα μπουμπούκιαζαν όνειρα κλεφτά
Οι φτέρες ψιθύριζαν συλλαβές του έρωτα
Ο άνεμος θρόιζε μηνύματα ζεστασιάς
Κι ένας χρυσός ήλιος ζέσταινε το χνούδι των νεοσσών
Οργασμός ζωής και συναισθημάτων πολιορκία
Πάνω στην ριζιμιά πέτρα πέρασα βελονιές στη σκέψη
Κι έφτιαξα χρυσοπλούμιστα πουκάμισα για να γιορτάσω

Μοιάζει ουτοπικό μα δεν είναι...
Εκεί στο δάσος με τις δρυς και τα σφεντάμια
Άρχισε το αίμα ξανά να κυλάει στις φλέβες
Ολοπόρφυρο τραγουδιστό και θεριωμένο
Αναθάρρησα
Και τότε το χέρι της Περσεφόνης σαν να μου ένευσε μέσα απ' τη γη
Λάθεψα όμως
Δεν ήταν το χέρι της Θεάς παρά μια κιτρινόμαυρη πεταλούδα
Που στο άνθος της ζωής επικονίαζε φως
Πέρασα τα χέρια μου πάνω της
Και κάτι σαν ψίθυρο ν' άκουσα:
"Μέθη είναι η ζωή στα κύτταρα
Όταν στην πίκρα ηχηρά δεν ξεπεζεύεις"
Πήρα τα λόγια φυλακτό κι ευγνώμων αναλογίστηκα:
Ζωή, σελίδα φαιά και τη πετώ
Ζωή, φτεράκι ανοικτό σε χοροστάσια πρωτινά να πάω
Στο ύψος των Θεών και των αγγέλων!

Έλαβε μέρος στο επιτυχημένο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις"
της me (maria) μαζί με άλλες πολύ υπέροχες γραφές!


Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

χαϊκού μικρής ανάσας

Αποτέλεσμα εικόνας για Πεθαίνουμε ένας ένας. Σε λίγο αρχίζει  η γιορτή των καντηλιών

Χαρισμένα στην Αριστέα που ακόμα και στα μικρά φύλλα 
βρίσκει ανάσες....

Πόσο κρυώνει
Η καρδιά των μετάλλων
Στο παλιό κάστρο!

Δεν φτάνω το μπλε
Τ' ουρανού ν΄ακουμπήσω
Ξεφτούν οι κορφές

Μες στο ανθογυάλι
Των φυτών τα κλωνάρια
Γέμισαν βρύα

Σε παιδιού χούφτα
Αλητάκος σπουργίτης
Τσιμπά ουρανό

Στο πευκόδασος
Στρώθηκαν χρυσαφένια
Τα χαλιά της γης

Στο πρώτο φιλί
Δυο άγγελοι μου 'φεραν
Φτερούγες κρουστές

Φρουρεί το κάστρο
Παίζοντας την άρπα του
Τζίτζικας τρωτός

Στη φεγγαράδα
Ακόμα και η φτέρη
Στην αχλύ πλέει

Μαρτύρησέ μου
Χώμα τα μυστικά σου
Θεός να γίνω!

Μια πεταλούδα
Στάθηκε στο κλωνάρι
Κι αυτό λύγισε!

Χιονίζει πάλι
Κι οι μυγδαλιές δεν λένε
Να μπουμπουκιάσουν

Ο καβαλάρης
Σπιρούνισε τ' άλογο
Ή μήπως βρέχει;

Παλιά εικόνα
Σε σπηλιά υγραμένη
Φουσκώνει σιωπή

Κι αν έρθει βοριάς
Τα νύχια που σκλήρυναν
Στο τζάμι χτυπούν!

Κορυδαλλέ μου
Κι η ύστατη πνοή σου
Νότες διαλεκτές!

Χάρτινος πύργος
Σε χεράκια παιδικά
Στρατοί τον βάλλουν...

Πώς να διαβάσω
Τις βουλές του διαβάτη
Στο γκρίζο πούσι;

Μια καμινάδα
Γκρι τουλίπες υφαίνει
Αργείς Άνοιξη

Μαγεύτρα φύση
Εκτινάσσεις τα ρόδα
Σιμά στο χιόνι!

Τα ψάρια σιγούν
Μα στο χάρτη της άμμου
Ψηφίδες κολλούν

Δες το μετάξι
Πως τρίζει στον αέρα
Σαν φύλλο ξερό

Μα πόσος πόθος
Βοά στα ηφαίστεια
Με χίλιες φωνές;

Γυρνάς στη βροχή
Με ψάθινο καπέλο
Του ήλιου παιδί

Τρέμεις στο δείλι
Δίχρωμη πεταλούδα
Μη γίνεις σκιά!

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

αυταπάτες



Τα βράδια χορεύω
Ταραντέλα
Όχι για να ευθυμήσω
Απλά έτσι σε φέρνω
Πίσω στη μνήμη
Αληθινά δικό μου
Τεντώνονται οι μυς
Επίπεδη η κοιλιά
Πάλλεται
Κι οι λαγόνες λιγωτικά
Υπόκεινται
Στην θέρμη της ανάσας σου
Με εποικίζεις ριγώντας
Όπως ξωμάχος
Που ικέτης πέφτει σε χώμα φονικό
Πληθαίνω με το αίμα σου
Με τις κραυγές σου τις αντιθέσεις σου
Κι αναρωτιέμαι
Πως και δεν χάνομαι σε ριπές
Ίδιο φύλλωμα φτέρης ξερής
Πως σαν χώρα επιμένω ακόμα εδώ
Να σε καλώ απατηλά!

Κρυώνω τις νύχτες
Στριγκά ένα νυχτοπούλι
Μου μιλά
Τετριμμένα λόγια:
"Μη φοβάσαι"
"Τύλιξε τα πόδια σου στις κουβέρτες"
"Δείξε στον άγγελό σου τις πληγές"
Μην και δεν με αφορούν
Όλα αυτά;
Τι ξέρει ένα αγριοπούλι άλλωστε
Ή μήπως αγροικώ φωνές
Μιας άλλης εποχής
Που οικτρά φυγομάχησε
Στην παλαίστρα της κλίνης
Μάρτυρας
Ενός Νοέμβρη μακρινού
Που στο χώμα του δεν ευδοκίμησε
Ο σπόρος του πάθους;

Το βράδυ χορεύω
Ταραντέλα
Κι είμαι μόνη
Περνάω δυο βελονιές
Στο κέντημα
Δεν θέλω να τελειώσει
Σχήματα με εκπορθούν
Το ταξίδι ακυρώθηκε
Δεν έφυγα για το νότο
Σ' εκείνα τα μέρη που φαντάστηκα
Κι ονειρεύτηκα σε μια στροφή
Πλησίαζα σε έναν ελαιώνα
Το λεωφορείο έτρεχε
Χάνονταν το ασήμι άδοξα
"Δείξε στον άγγελο σου τις πληγές"
Αυτό κρατάω
Και στριγκά σου φωνάζω
Ο τόπος μου: το οχυρό μου
Κι η φτερωσιά μου διάπλατα ανοιχτή
Στην αξημέρωτη νύχτα..φυλάξου!

Συμμετέχει στο δρώμενο της φίλης Αριστέας "Ιστορίες της νύχτας"
μαζί με άλλους συνοδοιπόρους της γραφής....

                                             Ιστορίες της Νύχτας

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

αναπόληση

Αποτέλεσμα εικόνας για νύχτα

Σκορπιέται η νύχτα
Δεν το βλέπεις;
Είναι σαν να διαμοιράζει
Το μαύρο της πέπλο
Στους ονειροπόλους
Δεν το νιώθεις;
Σκορπιέμαι κι εγώ μακριά σου
Ψάχνω τις πτυχές να βρω
Της ζωής που ντύθηκα
Τις σελίδες του βιβλίου
Που έμεινε ατελές στο πάθος
Με το θέμα του τόσο περιπλεγμένο
Αναζητώ με λαχτάρα
Εκείνα τα πετράδια
Που με κρατούσαν ζωντανή
Μεγάλα πετράδια υποσχέσεων
Αμαζονίτης και χαλαζίας των πηγών
Της φιγούρας σου στολίδια
Που με καλούσαν
Στη δική σου παρτίδα
Με πάντα καλό χαρτί στο χέρι, ανέξοδο
Ήσουν της μοναδικής μου εύνοιας η αύρα
Και πριν ακόμα σε γνωρίσω θήτευσα κοντά σου!

Τραβιέμαι στην πόλη τη νύχτα
Τα στενά με γνωρίζουν
Αποφεύγω τις λεωφόρους
Τα φώτα, τη σκηνή των αγορών
Πως αναπνέεις στο μαύρο;
Έχω συλλέξει
Μικρά ανθρώπινα πάθη
Έχω κοιτάξει πίσω από τα παραβάν
Μοντάρισα στιγμές ακριβών φιλιών
Δεν το έμαθες;
Του ζητιάνου το χέρι φίλησα
Του ξενιστή το δάκρυ ακολούθησα
Του άστεγου το σακάκι συμπόνεσα
Πως αναπνέεις στο μαύρο;
Ήσουν ένα ψυγμένο πετραδάκι στη λίμνη
Κι εγώ μακριά απ' τη ψύχρα σε πήγα να ζεσταθείς!

Επιστρέφω στα πρωτινά
Στο σπίτι φωλιάζει το κρύο
Καλώ τις φωτογραφίες, τα αναμνηστικά μου
Τα παιδικά μου καμώματα
Κι όμως είμαι εδώ
Δεν με βλέπεις;
Σκουπίζω τα σκαλοπάτια
Τακτοποιώ τις πορσελάνες
Κι όταν κουραστώ
Ανοίγω τα σεντόνια και σε κλείνω
Μαζί μ' εκείνο το άρωμα που αγαπούσες
Ξεχνιέμαι στη νύχτα
Κι είναι σαν ν' ακουμπώ μαύρα βελούδινα ρόδα
Δεν προσέχω
Αγκυλώνομαι δεν πονώ
Πώς αναπνέεις στο μαύρο;
Όταν ξανάρθεις να ξέρεις
Πως στην πόρτα έχω αλλάξει την κλειδαριά
Και το κουδούνι μου γράφει: "επιστρέφω στιγμές"

Βέβαια και θα με βρεις πριν η ιστορία κλείσει τα κεφάλαια της! 

Συμμετέχει στο δρώμενο της φίλης Αριστέας "Ιστορίες της νύχτας"
μαζί με άλλους συνοδοιπόρους της γραφής....

                                          Ιστορίες της Νύχτας

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

στροβιλισμοί (χαϊκού)



Όταν χορεύει
σηκώνει τη φούστα της
να ιδώ την ελιά

Γιώργης Παυλόπουλος

Πίσω στα κλαριά
Κρύφτηκε το φεγγάρι
Τραυματισμένο!

Έφυγες νωρίς
Πρόχειρα να σφραγίσεις
Λαβές μαχαιριών!

Κι αν το σκότος ρθει
Στο περβάζι η μέρα
Καλλωπίζεται!

Κόκκινος κρίνος
Καλύπτει τα μαλλιά σου:
Έρπουσα πληγή

Κρύο δωμάτιο
Κι ακούω τα κοτσύφια
Να χουχουλιάζουν

Στρέφεις το κερί
Στο ύψος των διαττόντων
Χαμένα χρόνια

Πίδακας νερού
Διάνοιξε την πέτρα:
Ξάφνιασμα ζωής

Μέσα στον κήπο
Τα γιασεμιά πλήθυναν
Μ' ένα σου γέλιο

Κουρσεύεις καρδιές
Εσύ ο απαρνητής
Του επίπλαστου!

Μες στο καβούκι
Μια χελώνα αγροικά
Γαμψά τα νύχια

Μέσα στα μάτια
Ναυάγησε το δάκρυ
Πώς να πενθήσεις;

Ακριβά φέρνω
Στολίδια στην αυλή σου
Δυο μαγιού ρόδα

Δεν ήταν κύμα
Μα μια απλή σανίδα
Που διασώθηκε...

Κρεμάς στ' αστέρια
Σαν πέφτουν γκρεμισμένα
Φιογκάκια ευχών

Σπάει στην πέτρα
Με κρότο το καρπούζι
Έβρεξε σπόρια

Σέρνει τη φωνή
Πέφτοντας στο φαράγγι
Μαύρος κόρακας

Κοίταξε τ' άστρα
Με τα νερά του όρμου
Πως παντρεύονται!

Μες στο σύννεφο
Δες πως αλλάζει μορφές
Γλύπτης αέρας

Σιγανή βροχή
Στα κεραμίδια κλαίνε
Λεπτές φλεβίτσες

Έπιασε ψύχρα
Ακόμα και στα σκιάχτρα
Οι σκούφοι τρέμουν

Σε μια κορνίζα
Λύθηκε το παπιγιόν
Του γέρου μάγου

Όταν χαράζει
Ανεβάζει ο φλοίσβος
Παλμούς στα ρείθρα

Μες τη μαγνόλια
Ξέχειλα τα χρώματα
Τράβα μια γραμμή


Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

25 λέξεις



Στεγάζω στις γέφυρες
   όνειρα μιας ζωής
κι άστεγος καταφεύγω
   στα ικριώματα
   της πολιτείας
στο λάθος να βιοποριστώ!
             
               *
 Βάφτηκαν κόκκινοι
   από χέρι παιδικό
οι βραχίονες της πορείας
   απέναντι να σε πάνε
στις πλίνθινες νεκροπόλεις
 ουρανούς να θρηνήσεις!

Έλαβαν μέρος στο δρώμενο της Μαρίας Νικολάου
 "25 λέξεις" μαζί με άλλες δεκαέξι υπέροχες συμμετοχές!

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

χαϊκού γραμμένα σε τοίχο

Αποτέλεσμα εικόνας για φτερό

Ζούμε σκαρφαλωμένοι 
στη σκεπή της κόλασης 
για να δούμε τα λουλούδια.

Kobavashi Issa

Πάνω στα νέφη
Έκρυψες τα όνειρα
Πουλιά να τα βρουν

Σαν λιβελούλα
Στης νύχτας τα κράσπεδα
Πετά η ψυχή

Κοίτα πως κλείνει
Τον ουράνιο θόλο
Χρυσός αετός

Φυτρώνει στη γη
Σταλμένο απ' τα ύψη
Πάλλευκο κρίνο

Μες στους μπαξέδες
Όρισες τη ζωή σου
Σε μια χαρακιά

Καθώς βραδιάζει
Φεγγίζουν στα μάρμαρα
Χλωμά καντήλια

Σαν ακούς τριγμούς
Ψιθύρισε στη ψυχή:
Σιωπηρά να ζει

Φοράς κορδέλα
Σαν φτάνεις στα περβόλια
Να κλέψεις ανθούς

Στον άνεμο λες
Τα επίγεια πάθη
Λεύκα μυστική

Τα φύλλα πέφτουν
Ασθμαίνοντας να μάθουν
Τους νόμους της γης

Χτυπάς ουρανό
Αιθέρες κυριεύεις
Κορυφογραμμή

Ακούμπα στη γη
Αδρό το σημάδι σου
Χρυσόφτερο μου

Μιλιά δεν βγάζω
Σαν είναι ν' αντικρίσω
Τα κρύα καρφιά

Στη μνήμη μένει
Ο πόνος των μαρμάρων
Που κοιμήθηκαν

Στη νύκτα ανθείς
Με φλόγα τρεμάμενη
Αστρολούλουδο

Γύρη λουλουδιών
Φερμένη απ' τους κήπους
Τυφλώνει πυρσούς

Θα 'ρθω μιαν αυγή
Την ώρα που οι κρίνοι
Μαντάτα φέρνουν

Καθώς χαράζει
Τ' αστέρια καταθέτουν
Τα βέλη στο φως

Καμένη πλαγιά
Να 'ρθουν τα χαμομήλια
Μ' άσπρες τις φούστες

Άνεμος φωτιάς
Πλησιάζει τα στάχυα:
Δρεπανοφόρος

Λιτά πως φτιάχνεις
Τους στίχους σου αηδόνι
Κάθε χαραυγή!

Τόξα οι ψυχές
Ουράνια, να φεύγει
Ψηλά το βλέμμα

Μες στο τριβείο
Ισχνό το "σ' αγαπώ" σου
Θρυμματίστηκε

Κρεμάς φυλακτό
Στον κόρφο της Άνοιξης:
Μια πεταλίδα

Σε μια παρτίδα
Που χάνω αέναα.
Το όφελός μου!

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

είδα τη ρωγμή σου και φοβήθηκα

Αποτέλεσμα εικόνας για Πατρίδα

Μέσα στις θάλασσες οι ανάσες σου
Οι γοργόνες μεθούν με τα φιλιά σου
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη ξεμακραίνεις

Πάνω στα νέφη ανάγερτο το σπίτι σου
Σε παίρνουν οι βροχές στα περιβόλια
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη ξεχαστείς

Μέσα στα ηφαίστεια η αγκάλη σου
Πύρινα απογεύματα σε γοητεύουν
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη γελαστείς

Πάνω στα όρη βαθιές οι ρίζες σου
Ο κόρφος σου θυμάρι αναθρέφει
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη βυθιστείς

Μέσα στους οπωρώνες χυτά τα μαλλιά σου
Χυμούς αναδύεις απ' τα πλέρια στήθη
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη λαβωθείς

Πάνω στους τρούλους ελεύθερη η σκέψη σου
Αγκαλιασμένη γυρνάς με τους αγγέλους
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη μ' αρνηθείς

Μέσα στα πηγάδια οι μαρτυρίες σου
Θυμός δαγκώνει της καρδιάς την πόρτα
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μη μ΄αδικείς

Πάνω στα μάρμαρα η ιστορία σου
Σκληρά η κόψη του φεγγαριού σε δοκιμάζει
Εκλιπαρώ σε πατρίδα μου μη φοβηθείς

Μέσα στις πηγές ρέει ο λόγος σου
Ήρωες χαϊδεύουν τα δάκτυλά σου
Παρακαλώ σε πατρίδα μου μνημόνευσέ με!


Πλανιέσαι κι επιστρέφεις σ' άδειο κύκλο
Πατρίδα μόνη με τα φτενά σαντάλια  
Είδα τη ρωγμή σου και φοβήθηκα...

Έλαβε μέρος στο 9ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου η πατρίδα είδε πολλά θησαυρίσματα και πλούτισε χαμόγελα....



εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν

Αποτέλεσμα εικόνας για εμένα την πατρίδα μου την στέρησαν

Από μικρός είχα πάντα ένα προαίσθημα πικρό
Στύλωνα το σπίτι να μην πέσει
Μερεμέτιζα τη στέγη μη γκρεμιστεί
Διπλοκλείδωνα τα όνειρα να μη χαθούν
Κι είχα πολλά όνειρα μικρά και μεγάλα
Να πετάξω ας πούμε μ' αερόστατο
Ν' ανέβω στα βουνά της λατρείας
Χωρίς το πνεύμα να σκλαβωθεί
Να αντικρίσω την πατρίδα ελεύθερη
Κι ανυπότακτη να τρέχει στα λιβάδια με καλούδια πολλά
Να δίνει αέρα στην καρδιά για να στεγνώνει
Από της ορφάνιας το θυμό

Κρύωνε το σώμα με τ' ανοιχτά πορτοπαράθυρα
Έφευγε ο νους στη θαλπωρή της μάνας
Έπρεπε συνεχώς να περιστρέφομαι
Να κρύβομαι και την ανάσα να κρατώ
Το τοπίο εχθρικό
Χαλάσματα οβίδες και σκούρα προσωπεία
Χαράκωναν τους δρόμους
Τρόμαζαν τα πουλιά
Ψαλίδιζαν τις φυλλωσιές στους κήπους
Κι ήταν πολλοί κι ανθισμένοι οι κήποι της πατρίδας
Εκεί που πρώτα τα χαμομήλια μας έμαθαν την αγάπη
Εκεί που πρώτες οι πέτρες μας έμαθαν την υπομονή
Ήταν πολλοί οι κήποι και γόνιμοι
Τώρα χαλάσματα
Άνυδρες ρίζες
Λουλούδια πατημένα
Κι ένας χαρταετός περασμένος στο σύρμα να μας απειλεί

Ξεχάσαμε να μιλάμε
Ξεχάσαμε τους τριγμούς της ζωής
Πουλήσαμε τα υπάρχοντά μας στους ξένους
Πετάξαμε το κλειδί της καρδιάς
Στο πιο βαθύ πηγάδι μην το βρει η καταιγίδα
Φύγαμε
Χωρίς την ευχή της μάνας
Τυλιγμένοι μόνο με την παιδική μας κουβερτούλα
Στις βάρκες ήμασταν πολλοί
Καθένας ένας πόνος
Καθένας ένα λεπίδι οργής
Καθένας ένας κύκλος κλειστός
Εμένα την πατρίδα μου τη στέρησαν κι η γη με διώχνει
Παντού συρματοπλέγματα σκοτωμένα σίδερα
Να διαπερνούν τα όνειρα που αφήσαμε πίσω
Πρόσφυγες χωρίς επιστροφή
Που στο κόρφο τους ζεσταίνουν της πατρίδας το χώμα
Σαν που ζεσταίνει η μάνα το νεκρό της παιδί πριν την αυγή

Έλαβε μέρος στο 9ο Συμπόσιο της φίλης Αριστέας
όπου η πατρίδα είδε πολλά θησαυρίσματα και πλούτισε χαμόγελα....



Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

για μια πατρίδα



                                                                στη λακεδαιμόνια γη 

Αργυρή η σέλα του καβαλάρη
Το τσαμπί της χαμοελιάς
Κρατούσε ακόμα μεστά κουκούτσια
Οι μαύρες τρύπες στους καλαμιώνες
Γράφαν ωδές στα γυμναστήρια
Της επίμαχης πέτρας
Λιτά τα λόγια, σημαίες νευρώνων
Για μιαν ασπίδα, κόσμημα μάνας
Διχάλες στέλνουν πυρσούς στον Άδη
Στους μαρμαρένιους..!
"Τα σαντάλια είπαν της Άρτεμις"

Ανάρια τα γένια του καβαλάρη
Ξύλινοι φράκτες ελευθέρωσαν
Ματαιοδοξίες χρυσών ερώτων
Σβέλτο το σύρμα τρυπάει ακόμα
Ρωγμή στο αίμα.
Κι η εκστρατεία έπη διαβάζει
Σ' ακοίμητα δάση λεπτά απ' τη πάχνη
Το χαμοπούλι τσιμπάει τα νύχια
Εφορμούν σεντόνια, ταξίδια άδεια
Πικρός ο πόθος του ωραίου φύλου..!
"Οι βόστρυχοι είπαν της Ελένης"

Αμυγδαλωτά τα μάτια του καβαλάρη
Κόκκινος βράχος ιστός του νότου
Καράβια χτίζει εμπόρων χάντρα
Κάθετο φρύδι που ταξιδεύει
Μες στο Μυρτώο οπλισμένο εργαστήρι
Δωρικό το πείσμα φουρνίζει οβίδες
Στα γλαροπούλια με τις αψίδες
Κι ο ποιητής αναφλέγει οθόνες
Σε ματοτσίνορα πέτρινων κήπων
Κανόνι ελκόμενο που παίζει μήλα
Στην κρύα τάπια του Αλωνάρη..!
"Τα δισκοπότηρα είπαν της Σοφίας"

Σκληρό το στέρνο του καβαλάρη
Άνυδρες πλάκες συκόγαλα στάζουν
Για το γεράκι που όλο κράζει
(Οργή στο χνούδι ενός ερήμου
αναφλεγόμενου φραγκόσυκου)
Ακούει τη θάλασσα που τρώει αλάτι
Μοιρολογάει κι άγρια γκόρτσα
Φυτεύει στα μπράτσα της πέρα χώρας
Που πελεκάει μια πολεμίστρα
Με αδούλωτο πείσμα… διπλό δρεπάνι
Γενιάς μεγάλης της Μεσογείου..!
"Τα φλουριά είπαν της Φεβρωνίας"

Μυώδεις οι κνήμες του καβαλάρη
Βουνά αγριεμένα τα ασκιά γυρεύουν
Του γίγαντα δράκου
Διχογνωμούν λόγια σταράτα
"Μη σφυρίζεις την αυγή γιατί κρυώνω
Κατέβασε τη σκέπη μπαίνουν σύννεφα."
Ροές αιώνων πάνω στο χάρτη
Της κακοτράχαλης πατρίδας
Διαφεντεύουν κάστρα και τα πουλάνε
Μαζεύουν τσάι και μαύρη ελάτη
Στήνουν χορό μ' άγουρα στάχυα
Μοιραία γεννήθηκες μια κρύα μέρα
Πάνω στη χαίτη των δυο γιγάντων!
Αχ καβαλάρη καλίγωσε το
Το δίχρωμο άτι του Μενελάου!



Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

χαϊκού ατέρμονου πάθους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού

Κομμένα κλαριά 
δεμάτια για το τζάκι 
κι ανθίσανε

BUSON


Ήρθαν οι βροχές
Θλιμμένες να θυμίσουν
Τ' άγονα χρόνια

Χάσκουν τα σπίτια
Χαμένα στους ανέμους
Κι αλλάζουν φορά

Παίζεις στα ζάρια
Του καλαμιού την κόμη
Χωρίς συμπαίκτη

Βρήκες στην κρύπτη
Ξέχειλα τα σεντούκια
Μ' αρχαίους αυλούς

Ρίχνεις πετράδια
Σ' ακύμαντη θάλασσα
Γλυπτά για να δεις

Σαν ομπρελίνα
Στέκουν τα χαμομήλια
Μετά τη βροχή

Κρυφομιλητά
Στης νύχτας τα σεντόνια
Και να 'σου το φως

Άλικο βγαίνεις
Φεγγάρι στο ιστίο
Κι επαναστατείς

Θυμάσαι το χτες
Τότε που αμάρταινες
Για ένα φιλί

Μα πώς συχνάζεις
Στα περβόλια του ήλιου
Μ' άδειες τις τσέπες;

Κοιτάς τις σκιές
Στους ιστούς του καθρέφτη
Να πέφτουν νεκρές

Με μια τουφεκιά
Σκορπίστηκαν στο δάσος
Σμαράγδια φτερών

Διπλά δεμένος
Προσπαθείς να ξεφύγεις
Απ' τους θηρευτές

Ξάφνου το ρεύμα
Ανέβασε στο βράχο
Προβιές αλατιού

Στενά δρομάκια
Κι ανάμεσα στα πεύκα
Πράσινοι συρμοί

Μια παπαρούνα
Σε ποτήρι σπασμένο
Μετάλαβε φως

Πόσα σύμφωνα
Έκλεψες απ' τη γλώσσα
Και στο πλην χωράς!

Στήσανε χορό
Τα γιοφύρια του κόσμου
Πάνω μη σταθείς!

Μαύρα κουρέλια
Στοιβαγμένα στο σύρμα
Στη πίκρα λυγούν

Μεσοπέλαγα
Απλώνεις ασπρόρουχα
Κύμα της οργής

Έστησες δοκούς
Στους όρμους της πατρίδας
Γαϊτανιού γλέντια

Ρίχνει στο χώμα
Της άρνησης πέταλα
Μια μαργαρίτα

Μες στα σύννεφα
Καράβι τσακισμένο
Τους γλάρους καλεί

Ακούω τριγμούς
Ρίζες να προχωράνε
Με φιδιών μορφή

Μ' απαρνήθηκες
Πριν ακόμα σκορπίσω
Τις λέξεις στο φως


Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

βαδίζαμε...



Βαδίζαμε με τα χέρια στις τσέπες
Αδύναμοι να περάσουμε τα δάκτυλά μας
Στις άρπες του αέρα μην και πληγωθούν
Απ' των πουλιών τα μυτερά ράμφη
Κι είχαμε έναν φόβο διάχυτο στις φλέβες
Φόβο παγερό σαν τα κρύα σκουριασμένα ρόπτρα
Στα εγκαταλειμμένα σπίτια
Φόβο μήπως ξαφνικά
Ξεχάσουμε στα μισά της διαδρομής τα πάθη του αίματος
Τα ακριβά τα νωπά και βουβά σαν τη μνήμη πάθη

Τα δάκρυα, μας ακολουθούσαν ανασαίνοντας βαριά
Κι εμείς έπρεπε να τα ψυχώνουμε
Να τα γευόμαστε να τα ανακαλούμε
Ειδικά τις νύχτες εκείνες του καλοκαιριού
Που για μια στιγμή τα φεγγάρια ματώνουν από έρωτα
Το χαμόγελο μας ξεχασμένο σε μια παιδική ζωγραφιά
Μας καλούσε εναγώνια κοντά του
Μας αγκύλωνε με τις γωνίες του
Μας ρωτούσε το πως και το τι
Βαδίζαμε βουβοί
Τι να απαντήσεις στην λεπίδα της απαντοχής
Ένα γυάλινο χέρι μας τραβούσε εκούσια απ' το βυθό της χαράς
Φέρνοντάς μας  δέσμιους στα δαντικά μας κελιά

Βαδίζαμε με τα χέρια δεμένα
Ανίκανοι ν' αγγίξουμε τους παλμούς των δέντρων
Να νοιαστούμε τα τρεμάμενα γόνατα των φύλλων
Να στηρίξουμε πρόχειρα τις ρίζες στο χώμα
Μήπως έτσι μπορέσουμε κι εμείς να υπάρξουμε
Απουσιάζαμε όμως απ' τα αληθινά  
Χανόμασταν στην παχιά πάχνη
Έωλοι αφηνόμασταν στο κενό
Βαδίζαμε στη βροχή ασταμάτητα
Φορώντας τα αλήτικα παπούτσια μας τα σκισμένα
Σαν να θέλαμε να κυριεύσουμε
Τις κορφές των ονείρων
Που δεν μας διάλεξαν ποτέ συνοδηγό τους

Τα μονοπάτια προσέχαμε που δεν οδηγούν παρά μόνο στο τέλος
Αυτά αφήναμε πίσω και προχωρούσαμε!


Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

εκατόφυλλη λατρεία



Αγαπούσες πάντα 
Τα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Τα είχα στον κήπο μου 
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
Από εκείνα που η γιαγιά μάζευε την αυγή 
Κι έφτιαχνε το λικέρ της Κυριακής
Πόσο επιθυμούσες να τα κόψεις 
Στο πέτο σου να τα στεριώσεις
Πόσο ήθελες να τα μαδήσεις 
Στου τσαγιού σου την άχνα να αναδυθούν 
Πόσο ήθελες να τα κοιτάς 
Στων ματιών σου το πλέγμα να καρφωθούν
Κόκκινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα 
Ολοχρονίς να βγαίνουν στον κήπο σαν υπόσχεση 

Ώσπου μια μέρα ήρθε βοριάς ξεροβόρι καταιγίδα 
Σκιάχτηκαν τα φύλλα
Μούχρωσαν τα πέταλα 
Λύγισαν τ' αγκάθια κι οι ρίζες βάρυναν 
Τι συμφορά!
Ο κήπος λασπωμένη λίμνη 
Τριμμένο γυαλί στα μάτια μου
Διπλός πέλεκυς κεραυνού στην καρδιά 
Κι εσύ περιπατητής με τα χέρια ανοικτά 
Να μ' αποχαιρετάς με κίτρινους φθίνοντες φθόγγους  

Κι απόμεινα μόνη μετά το απόβροχο 
Να στοιβάζω στις άκριες νεκρές τριανταφυλλιές 
Να ματώνω απ' αγκάθια σκληρά 
Να χτυπιέμαι από κλαδιά έρποντα 
Ακούγοντας τα βήματά σου να ξεμακραίνουν
Ακούγοντας κρότους ξερούς 
Μπροστά να πηγαίνεις
Χωρίς ποτέ να κοιτάζεις πίσω
Ερωτευμένος με τα αμάραντα ρόδα της νύχτας 
Σαν κι αυτά που αφθονούν στις χώρες των ποιητών
Και των καταδίκων... Τα μαύρα ρόδα των ενοράσεων!


Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

χαϊκού πρώιμης μνείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού προπαιδείας

Πεσμένο λουλούδι
γυρίζει πίσω στο κλαρί -
ήταν πεταλούδα

MORITAKE


Στη ξερολιθιά
Στραγγίζουν τ' ασπρόρουχα
Πέρλες νυφικές

Λαλεί το πουλί
Μονάχο στη χαράδρα
Πού να ήσουν χτες;

Πρόσωπα ξένα
Φιλιά ματαιόδοξα
Τη λήθη κερνούν

Πάνω στο ράφι
Δίπλα στα μοσχοκάρφια
Βουητό δάσους

Κυλά μια πέτρα
Τυλίγοντας γύρω της
Της πάχνης ιστούς

Στον όχτο γερτή
Μια ροδιά συγκεντρώνει
Θυμούς στις ρίζες

Συρματόπλεγμα·
Τα φτερά τους κρεμάνε
Τρέμοντα πουλιά

Κορδέλες λευκές
Σε μαλλιά χρυσαφένια
Ποιος τις κούρσεψε;

Κρύο πετιέται
Το νερό απ' τις πηγές:
Της γης καθαρμός

Ιαίνει ο κόσμος
Κλεψύδρα που αδειάζει
Άπειρα πάθη

Στην αλφαβήτα
Περίσσεψαν γράμματα
Κι έπλεξες μύθους

Στο φυλάκιο
Ολόγιομο φεγγάρι
Τις ώρες σκουντά

Βγήκαν στην άμμο
Όνειρα να στεγάσουν
Κρινάκια λευκά

Νυχτοπερπατάς
Με το φόβο να σε βρει
Αστεριού βέλος

Λευκά μάρμαρα
Που πάνω τους ζάρωσε
Γυμνή η γραφή

Πάνω στην πέτρα
Τις πληγές της σκόρπισε
Μια παπαρούνα

Ζητάς τον καρπό
Που μελώνει στο δέντρο
Χαρά να τον πιεις!

Πεταλούδα μου
Πως και ξελογιάστηκες
Σ' αγκάθι πικρό;

Γλυκά τραγουδούν
Το πρωί τα κοτσύφια
Στην άυπνη γη

Στη πυκνόφυτη
Πλαγιά, τ' αστέρια πέφτουν
Σαν φύλλα νεκρά

Σεμνά προβάλλεις
Στα παραθύρια της γης
Κυκλάμινό μου

Ένα μπουκέτο
Αμαρυλλίδες κρεμώ
Σε τέμπλο χειλιών

Μια ραγισματιά
Στ' ουρανού τον καθρέφτη
Κι ευθύς λησμονάς

Φεύγει το θέρος
Και πάει να πλαγιάσει
Σε κλίνη ψυχρή

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

δεν ξεχνιούνται τα σπίτια

Αποτέλεσμα εικόνας για Σπίτια στη θάλασσα

Τα σπίτια που πέθαναν άδοξα
Από στιλέτα αγαπημένα
Η μνήμη καλά τα συντηρεί
Δεν ξεχνιούνται τα σπίτια ούτε ξαφνιάζονται
Κι ας καρδιοχτυπούν που και που
Κάτω από τις αχτίδες του σεληνόφωτος
Κι ας τα πνίγει πυκνός κονιορτός
Που τη πορφύρα στα πορτοπαράθυρα εξουσιάζει
Δεν λησμονούνται τα σπίτια
Ζητούν απέλπιδα ανάσες φυγής
Που θα τα επαναφέρουν σε χρόνο αλλοτινό
Τότε που οι νεφέλες τ' απογείωναν στ' άστρα
Κι ο νυχτερινός ύπνος φλέγονταν από όνειρα συμπαντικά
Τα σπίτια όταν μεγαλώσουν απιστούν
Ταξιδεύουν στις μέρες της άνοιξης
Στα ματωμένα από τη σφαγή σεντόνια
Υπογράφουν με τρέμουλο συνθήκες
Με πρόσωπα που θα τα σύρουν δέσμια στις ψυχρές νύχτες
Χωρίς έρωτα κρεβάτι πόθου ακριβά αρώματα
Μόνο με λέξεις χιλιοειπωμένες που πικρή νοσταλγία σταλάζουν

Τα σπίτια που παρασύρθηκαν στο κενό
Από χέρι Θεού τιμωρού
Η αγάπη αβρά τα περιθάλπει
Τούς στέλνει μηνύματα
Συντάσσει επιστολές λατρείας
Καλλιγραφεί αινίγματα στα υπερώα
(Μόνο που η γραφή ευθύς σβήνεται)
Φοβούνται τα σπίτια με τα χρόνια τους πυκνούς ιστούς
Γι αυτό  μετρούν ανάποδα την επιφάνεια των κιόνων
Σαν ανεβαίνουν στα κλιμακοστάσια με τα τρωκτικά
Ξεσκονίζουν με φτερά παγωνιών
Τα κρυφά δωμάτια που για τελετές προορίζονταν
Ξορκίζουν τα σπίτια την αμαρτία
Γι αυτό θυμιάματα ετοιμάζουν με βαριές μυρωδιές
Και στα σκαλιά αποθέτουν τρίποδα
Να 'ρθει η Πυθία να ελαφρύνει τη σκέψη
Με τα ιερά βαγιόφυλλα
Περιγελούν τα σπίτια τη λησμονιά
Στέκουν μια στιγμή μπροστά στο φακό του φωτογράφου
Κι ανθίζουν ξάφνου οι ακακίες στον κήπο
Τα γεράνια φουντώνουν επανάσταση
Τα ερωτικά γιασεμιά γεμίζουν το πανέρι της τυφλής

Απιστούν τα σπίτια και σε διώχνουν
Μαγεύονται από τα οδοφράγματα
Απ τα χάλκινα κρόταλα των παιδιών
Απ τα ράμφη των γερακίνων
Σπάνε όμως στο αιφνίδιο
Συντρίβονται
Σε περιπαίζουν χαιρέκακα
Σαν χάντρες πολύτιμες σε περιφέρουν στα παζάρια
Σπάνε τα σπίτια κι οι  ρωγμές τους
Αλυσιδωτά ραγίζουν κι εσένα
Κι ας τούς ετάχθης φρουρός έμπιστος πλην μοιραίος


Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

χαϊκού ζιγκ ζαγκ πορείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού σύνθετης πορείας

Δροσιά: πως αλλιώς 
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Matsuo Basho

Κράτα το δάκρυ
Πετράδι στο λαιμό σου
Χαρές ζυγώνουν

Δες πως ξεσπάνε
Στην ετοιμόγεννη γη
Ριπές βροχών

Πέρα στο δρόμο
Ανθίζει θρηνώντας
Λιλά βιολέτα

Λουλούδια μαδώ
Σε ολόχρυσο δίσκο
Ήλιους να ράνω

Λυγούν τα βουνά,
Αγέρας καβαλάρης
Σπαθίζει κορφές

Ψάρι εισχωρεί
Σε δίχτυα τρυπημένα
Βάση σχεδίου

Στις θαλάσσιες
Σπηλιές τα νερά παίζουν
Κρυφτό με το φως

Ξέρει απ' έξω
Τους οιωνούς των πουλιών:
Μύστης των κορφών

Έλατου σταυρός
Διατρυπάει το θόλο
Κάνε μιαν ευχή

Κι αν θα σου φέρουν
Χάλκινα κοσμήματα
Μίλησε στο χτες

Πόρτα άθικτη
Σε σπίτι γκρεμισμένο,
Τρέμει το κενό

Μοιράζουν τ' άστρα
Ματόχαντρες στα παιδιά
Και ξόρκια στ' αυτί

Πάνω στις ράγες
Φύτρωσε το τριφύλλι
Σημάδι ζωής

Σκισμένο παλτό
Παρατημένο στη γη
Βροχές το τρίβουν

Στο παλιό κάστρο
Πάνω στις πολεμίστρες
Κόκκοι μπαρουτιού

Πάνω στο νερό
Φυλλαράκια βιγόνιας
Άνθη πέταξαν

Σαν αρρώστησε
Ο κρίνος τον θώπευσε
Χέρι παιδικό

Στα καλντερίμια
Κροταλίζουν τις νύχτες
Άσπρα βότσαλα

Στρίβεις τσιγάρο
Με φύλλα του ανέμου:
Άθυρμα ζωής

Τράπεζα ναού
Σε βάθη πελαγίσια
Άρτους μοιράζει

Πάνω στο χιόνι
Έγραψα με μελάνη
Πύρινους στίχους

Κλειστό κοχύλι
Με τέχνη ετοιμάζεις
Ομορφιάς στέμμα

Φύγαν οι κύκνοι
Κι η λίμνη σκεπάστηκε
Με μαύρους σταυρούς

Στα πλακόστρωτα
Χαράζει το φεγγάρι
Ζιγκ-ζαγκ πορεία

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

η οργή της θάλασσας

Αποτέλεσμα εικόνας για πνιγμοί στην Μεσόγειο

Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κλαίει και λυγμικά παρακαλεί:
"Όχι άλλα θύματα"
Αυτή δεν ήξερε
Απλά είδε τη απονιά των ανθρώπων
Και θύμωσε!
Φουρτούνιασε και μαζί τούς πήρε άθελά της
Πολλές ψυχές
Παιδιά αθώα
Γυναίκες νέες ετοιμόγεννες
Ανήμπορους μαχητές
Απάτριδες ξωμάχους

Κλαίει η θάλασσα σήμερα
Κι αν δεν πάψει το κακό
Θα εκδικηθεί
Εκείνους τους βολεμένους που λένε:
"Ο γέγονε γέγονε"
Και μαζί της θα τους πάρει
Τσουνάμι θα γίνει
Να πνίξει τις επαύλεις τους
Τα κροκοδείλια δάκρυα τους
Τα πολύχρωμα μαλλιά τους
Την τόσο υποκριτική τους συγνώμη
Κι "o γέγονε γέγονε"
Θα πει υποχωρώντας!


Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

χαϊκού νεκρής πολιτείας

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού νεκρής πολιτείας

Χόρτα του θέρους:
ο,τι μένει απ' τ' όνειρο
των πολεμιστών

MATSUO BASHO

Τι κι αν φύγαμε
Απ' τους τόπους της καρδιάς
Η πληγή πονά

Κι αν επέστρεψες
Πρόστρεξαν τα φιλιά μου
Σε τροφούς νέους

Κλειστό κοχύλι
Πώς ένας κόκκος άμμου
Φτωχό σε κάνει;

Γκρεμνοί του βυθού
Γαλάζια για το μάτι
Σας δένω χάντρα

Απλώνει νύχια,
Το φεγγάρι προκαλεί
Χνουδάτος γάτος

Στην καταπακτή
Πεσμένο το νόμισμα
Που τύχη φέρνει

Μ' ανοιχτά φτερά
Ο έρως αλητεύει
Σ' άλικες κλίνες

Αναμάρτητος
Ξεπροβάλλει ο κρίνος
Σε χώμα σκληρό

Χάλκινη φορά
Πανοπλία τις νύχτες
Γρύλος μελωδός

Φοβηθήκανε
Του βοριά τη μάνητα
Και βγάλαν ρίζες

Ανεμότρατα
Τη γη ερωτεύτηκες
Πόντο τον πόντο!

Χαλιά υφαντά
Απλώνει η άνοιξη
Πάνω στο χιόνι

Υγρά πλατάνια
Παλάμες υψώνεται
Σε βράχου βωμό

Μασάς χαλίκια
Τ' όνειρο να φωνάξεις
Ολοκάθαρα

Στάσου στην πηγή
Ολόμαυρη η καρδιά
Να τη ξεπλύνεις

Μα πώς ξέπεσες
Αρχόντισσα μέλισσα
Σ' ανθούς ψεύτικους;

Μια μαργαρίτα
Αναποφάσιστη ζει
Μες στους αιώνες

Πώς επιστρέφουν
Στις νεκρές πολιτείες
Γόνιμες βροχές;

Ήρθαν και πάλι
Ολόδροσα τα βράδια
Κρατώντας ραβδί

Στο μπλε προσκυνώ
Και στων νησιών το σώμα
Παραδίνομαι

Με θρέφεις νύχτα·
Με τους εφιάλτες σου
Αναμετριέμαι

Σε βράχου σχισμή
Δακρυρροούσα στέκει
Μια πεταλίδα

Τινάζει φτερά
Κι η γύρη απλώνεται
Μέχρι τον ήλιο

Ψηλά κατοικείς
Κουπιά δεν σου πρέπουνε
Ανέσπερο φως



Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

απειλές εξαπολύεις

Αποτέλεσμα εικόνας για απειλές εξαπολύεις

Ήλιος είσαι
Με άρμα καυτό
Ανελέητα να ξεραίνεις
Των σταριών τις κόμες
Και των μικρών ναυκλήρων
Τους γλυπτούς ώμους
Βλάστημα να φιλάς
(Κι εγώ ένα δρομί παραδίπλα τα ηνία σφιχτά να βαστώ )

Ρίζα είσαι
Με πολλές υπόγειες
Διακλαδώσεις
Τις μαρμάρινες
Κόρες να ξεγελάς
Με λόγια ρηγματικά
Τα δάκρυα να εμποδίζεις
Να αναβρύσουν τίμια
Σε φράκτες αδιαπέραστους
(Κι εγώ μικρή στοά τα φονικά σου όπλα να αποθέτεις)

Θάμνος είσαι
Αγκαθωτός
Με βελόνες-ανθούς
Να πληγιάζεις τον αέρα
Αιμάτινα να βάφονται
Των εντόμων τα φτερά
Κι η χλόη μαντήλι
Σκισμένο να φορά
Με κρόσσια σαρκοβόρα
(Κι εγώ νεράκι κελαρυστό θαλερά να σε θεριεύω)

Γκρεμνός είσαι
Με πέτρωμα σαθρό
Να χάνονται τα ερίφια
Σε βάραθρα βαθιά
Τριποδίζοντας
Τα λιλά κυκλάμινα
Να ασφυκτιούν
Μπροστά στις άγνωστες
Κι απόξενες σχισμάδες
(Κι εγώ πέτρα που κυλά στον εφιάλτη του ύπνου τους)

Πλακόστρωτο είσαι
Με πέτρες αιχμηρές
Βροχή δεν τις λειαίνει
Μόνο μια αξίνα
Σκουριασμένη
Σκληραίνει ψυχρά τις φλέβες τους
Να σκίζονται τα γόνατα
Των ευλαβούντων
Και τα νυφικά σαντάλια
Να τρίβονται σαν χόρτα ξερά
(Κι εγώ μικρό στηθαίο δροσιά να σου κρατώ τα μεσημέρια)

Σύννεφο είσαι
Με πολλά εργαστήρια
Εδώ ο κεραυνός
Εδώ η όξινη βροχή
Εδώ το γκρίζο
Που το γαλάζιο μελαγχολεί
Παραμερίζουν τα παιδιά
Σκιαγμένα πίσω απ' τα δέντρα
Οι μανάδες ανοίγουν
Ομπρέλες μαύρες
Αδύναμες να υποδεχτούν
Της άνοιξης τη χρωματιστή καρδιά
(Κι εγώ ρηξικέλευθος θεός να σε σκορπίζω με πείσμα μακριά)

Απειλές εξαπολύεις
Με της ανάσας σου το βόμβο
Χωρίς κανένα επίχρισμα ενοχής
Κι εγώ ένας αθώος συνεργός
Που τους ρόλους του
Μέρα τη μέρα αλλάζει
Προς όφελος του φωτός
Δρόμους να ανοίγω καρτερικά
Μέχρι που στη θάλασσα
Να πλεύσω λυτρωμένη
Ζεστά και στοργικά
Nα αγκαλιάσω
Της δίνης τα πλεούμενα με τους λεπτούς υμένες μου!


Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Αποτέλεσμα εικόνας για χαϊκού φευγαλέου ρίγους

Διαμάντια σκορπάς
Φεγγάρι του Αυγούστου
Κι αξόδευτο ζεις

Στα ψαροχώρια
Σκαλίζουν οι άγγελοι
Υδρίες στη γη

Ενώ κοιμάσαι
Κουρντίζουν τα τζιτζίκια
Ονείρων χορδές

Οι τρυγητάδες
Μες στο μούστο βαμμένοι
Δειπνούν με Θεούς

Ρίζα στην μάντρα
Γκρεμνίζει τα τοιχία
Μα τ' άνθος ορθό

Πως μοσχοβολά
Το θυμάρι στη γλάστρα
Και χειρονομεί

Αναστεναγμός
Βαρύς βγαίνει απ τη γη·
Κοπετός νεκρών

Πικραμύγδαλο
Τ' άρωμα του κορμιού σου
Κι οι πόροι πάλλουν

Πως προσάραξε
Η βάρκα στον πευκώνα;
Μέθυσος καιρός

Είδα τον κόσμο
Με τα μάτια των παιδιών·
Δίχρωμη μπάλα

Κρέμεται η γη
Σε νήματα μεταξιού·
Αίολος τρόμος

Σαν σωριάστηκε
Η καλύβα του ψαρά
Σκόνταψαν τ' άστρα

Μυρμηγκοφωλιά
Που μέσα της χάθηκε
Αμύθητο βιος

Δεν υπήρξαμε
Ίχνη δεν αφήσαμε·
Όλα μια στιγμή

Προβάλλεις αχνά
Πίσω από τα πεύκα
Πέτρινε πύργε

Μια μωβ πινελιά
Στολίζει τα μαλλιά σου·
Ένθεη ψυχή

Μήνας Αύγουστος
Και στ' αγκυροβόλια
Ο κόμπος σφιχτός

Καπεταναίοι
Ξέμπαρκοι σχεδιάζουν
Ρωγμές στο κενό

Σκορπάς αλάτι
Σ' άγονα περβόλια
Κι ανθοί πετιούνται

Ψάχνεις το σπίτι
Των παιδικών σου χρόνων
Σε κρύους ιστούς

Φυλάκισε με
Στης αγάπης τα χέρια
Σαν μοίρας παιδί

Φυσάει νοτιάς
Στοιχίζονται οι γρύλοι
Δυο-δυο στα μπουριά

Κουδούνια χτυπούν
Κάθε βράδυ στο δάσος·
Βγάλε τα σκούρα

Σε χώμα υγρό
Που η πάχνη λείανε·
Ζωή εμφυσώ

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

χαϊκού φυλακισμένων ωρών



Σκυμμένη μετρά 
τα σημάδια των ψύλλων 
καθώς θηλάζει

Kobayashi Issa

Μπρούτζινο χέρι
Σε μια πόρτα γραμμωτή
Νότες σκαλίζει

Κρύβει ο Θεός
Τις ατίθασες ψυχές
Σε σπαθιών θήκες

Στην οχλοβοή
Ένας τρελός κλειδώνει
Άπιαστες λέξεις

Σε περίμενα
Μ' ένα χάρτη στο χέρι
Πόσο άλλαξες!

Πέφτουν τα φύλλα
Κι εγώ φυλακισμένος
Στη γη προσπέφτω

Κορυφές πατώ
Που πόδια δεν άγγιξαν
Σκαλιά τ' ουρανού

Σε ολόλευκα
Σεντόνια ένας λεκές
Πως εξαγνίζει!

Μια πεταλούδα
Μπέρδεψε το δρόμο της
Στα ψηλά σπαρτά

Μην ήταν ανθός
Τα χείλη που φίλησα
Κι ακόμα μεθώ;

Μάθε το καλά
Πως μια μέρα θ' ανθίζω
Μες στη χειμωνιά

Σε χαρτί πιστά
Τις βουλές αντέγραψα
Μιας μαργαρίτας

Φύγαν οι κύκνοι
Κι η λίμνη πως έμοιαζε
Με κόρφο άδειο

Στο σπίτι σβηστό
Το καντήλι προσμένει
Τον ξένο να ρθει

Ανθίζουν χλωμές
Οι κυδωνιές στον κήπο
Και δακρυρροούν

Πάψε φεγγάρι
Να κεντάς στη σκεπή μου
Βροχοσταγόνες

Γλυφό το νερό
Μα τα φιλιά ξεχνάνε
Να πιουν στη πηγή

Όρθια τα στάχυα
Τους θεριστές προσμένουν
Να υποκλιθούν

Αργοκυλάει
Το ρυάκι στο βράχο
Και γλυπτά φτιάχνει

Πήρα ρουμπίνια
Απ' του ροδιού τη σάρκα·
Αγάπης δώρα

Στους ηλίανθους
Παραγγελιά έδωσα
Αργά να γυρνούν

Λευκά γιασεμιά
Στην καρδιά απίθωσα
Να 'ρθεις να με βρεις

Χρυσή βελονιά
Στο μαντήλι πέρασα·
Πλούσιο δάκρυ

Άκου τον ήχο
Του σπασμένου κοχυλιού
Σε κάβου λαιμό

Βλέμμα αγγέλου
Πέρασε στα μαλλιά σου
Ν' ακτινοβολείς


Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2015

χαϊκού εγρήγορσης


Αποτέλεσμα εικόνας για γιαπωνέζικα χαϊκού












Η καλοκαιρινή καρέκλα 
κουνιέται μοναχή 
στη χιονοθύελλα. 

Jack Kerouac


Σβησμένο κερί
Σε αδειανή κεφαλή:
Τελετουργία

Μες στην ομίχλη
Τα σήμαντρα φαντάζουν
Με μάτια άδεια

Πεσμένα φύλλα
Στης λίμνης το μανδύα
Δαντέλες φτιάχνουν

Κρυφομιλητό
Ξεκίνησε ο γλάρος
Με τη κουπαστή

Χλωμό βατράχι
Γερμένο στο νούφαρο,
Λάγνα κοάζει

Μέσα απ' τη πέτρα
Λικνίζοντας προβάλλει
Πίδακας νερού

Κράτα τη φωτιά
Βαθιά μες στη καρδιά:
Τροφή στο ψύχος

Μπλε το φεγγάρι
Κι εγώ σαν σαλτιμπάγκος
Λαμπιόνια κλέβω

Σπαρταράς γυμνός
Στην άκρη της ποταμιάς
Κι ούτε φτερούγα

Σε κέδρου ξύλο
Έμπηξα μια αγκίδα,
Μην ήταν όρκος;

Στην πανσέληνο
Άδραξα απ' τα νερά
Μπλε δαχτυλίδια

Μια πασχαλίτσα
Στην κορυφή του κρίνου,
Σταλάζει αίμα

Ήρθε το μαύρο
Της ζωής το κοράκι
Με τρύπια σχεδία

Στην αμυγδαλιά
Πως άπλωσε το χιόνι
Νιφάδες ανθούς

Στ' αλμυρά φύκια
Που κορδέλες γίνονται
Χάντρες φόρεσα

Λεπίδι πόνου
Στα μάτια που φίλησα
Κι η φλέβα καυτή

Γέρνει η μυρτιά
Στο βάρος των ματιών της
Και τσακίζεται

Ερημοκλήσι
Στη μέση του πελάγου
Σαν πέτρα γλαυκή

Στ' άγνωστο φεύγεις
Βαρκούλα που βιάζεται
Δίχτυα ν' απλώσει

Μαρμαρόχυτη
Κόρη, σε στοά κρύα
Βάραθρα ντύνει

Ίχνη στην άμμο,
Από εδώ πέρασαν
Οιωνών καπνοί

Χτυπούν σήμαντρα...
Στο μπλε του ορίζοντα
Πάναγνο θέρος

Πένθιμη κρήνη
Νερό στάζει της λήθης
Στις φλέβες γλυφό

Διχάλα φτιάχνουν
Δρόμοι που απίστησαν
Στα θεία βέλη





Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

εν τη γεννέσει (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για (χαϊκού)

Πως ξεπέζεψες
Τ' άλογο και δεν σπάσαν
Οι λεπτοί βλαστοί

Σεληνόφωτο
Κι ακούς τον ιερέα
Ύμνους να ψάλλει

Αχυρόστρωμα
Που πάνω του ξάπλωσε
Ράθυμος έρως

Ήταν όμορφα
Σαν χείλη αφίλητα
Τα ρόδα της γης

Φυσάει βοριάς
Και στο συρματόπλεγμα
Ριγούν τα κράνη

Σκυφτός πέρασε
Ο τυφλός με το λύχνο
Κάμπτοντας το φως

Κάτω στους βυθούς
Ξαποσταίνει για λίγο
Σελήνης τροχός

Σκαρφαλωμένη
Σε βράχο απρόσιτο
Μια παπαρούνα...

Αλλάζεις μορφές
Καθώς βγαίνεις στο πάλκο
Κι όνομα άλλο

Νέος βαρκάρης
Μες στα νερά βυθίζει
Το γόνυ της γης

Κίτρινη βροχή
Κι ούτε μία μαρκίζα
Στον κόσμο στεγνή

Λάμπουν οι φάροι
Σαν Θεού αστερισμοί
Που πέσαν στη γη

Δρυοκολάπτης
Σε δέντρο γερασμένο,
Ανάσες δίνει

Κέλυφος άδειο
Τραγουδιστή τζίτζικα,
Μυρμηγκιών φωλιά

Γκρίζο βατράχι
Στο κάτοπτρο της λίμνης,
Χρυσό βάφεται

Σαλπάρει γοργά
Μια σκούνα στο πέλαγο,
Σαΐτα στο πέραν

Με το τσεμπέρι
Του σκιάχτρου ένας γκιώνης
Κρύβει το δάκρυ

Μες στην ομίχλη
Ανεβάζουν τ' αμπέλια
Διάφανους χυμούς

Βράδυ και πέμπει
Το σκυλί στο φεγγάρι
Ήχους της πείνας

Φεύγεις βιαστικά,
Κι ο έκπτωτος άγγελος
Σκότη συλλέγει

Ποτέ δεν ήρθες
Στην ουσία γνώρισα
Μια απουσία

Σπασμένη στα δυο
Η φτερούγα του γλάρου
Ταξίδια τάζει

Στη φυλακή μου
Ευρύχωρη η χαρά
Σήμα σου στέλνει

Κυλά το νερό
Στα παμπάλαια μέρη
Με όψη νέα

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

για μια σποριά στάρι (αφήγημα)

Αποτέλεσμα εικόνας για για μια σποριά σιτάρι

Στο πεζούλι η γιαγιά
Σου ξεσπύριζε σποράκι - σποράκι
Τα κομμένα απ' τους αγρούς στάχυα
Με περηφάνια περίσσια αρχοντική
Διάνοιγε αυλακιές στα πέτρινα τριγύρω τοιχία
Να ξεγελιέται για λίγο μια πείνα αρχέγονη
Δική σου πείνα και πείνα των οικείων σου
Χαιρόσουν σαν να σε άγγιζε
Φτεράκι πεταλούδας στη γυμνή σου κνήμη
Στο πεζούλι σκυφτή η γιαγιά
Μαυροφορούσα με βαθιές τις ρυτίδες
Και τα χέρια δύσκαμπτα από τις ταλαιπώριες
Σου 'φερνε τον πλούτο του κόσμου
Μέσα σ' ένα κυριακάτικο μπακιρένιο πιάτο

Ποτέ όσο ζεις δεν θα ξεχάσεις τα χέρια της
Ακάματα σαν τους ποταμούς του χειμώνα
Το κάπως αφελές και θλιμμένο βλέμμα της
Μα τόσο στοργικό για την ζωή των ταπεινών
Εκείνες τις ρυτίδες που χάρτες γίνονταν
Να μαθαίνεις σπιθαμή - σπιθαμή τον κόσμο ολάκερο
Που δρόμοι γίνονταν να σε πηγαίνουν
Στης ευτυχίας τη χώρα πάνω σε άτι ολόλευκο
Μα πάνω απ' όλα θα θυμάσαι για πάντα
Το ελάχιστό της χαμόγελο
Που στο άνοιγμά του στόχευες το μεγαλείο της χαράς
Και την γευόσουν μ' απλότητα φυσική
Σαν όπως γευόσουν τα άστρα απ' το δέντρο της αυλής
Παρέα με τ' αδέρφια σου ντάλα καλοκαίρι

Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
Για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά
Όπως τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
Που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
Και τόσο απέλπιδα ποθούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους
Αγαπημένος αυτός ο στρόβιλος σε συνέπαιρνε
Αγαπημένος κι αυτός ο μετεωρισμός σε ακολουθούσε
Γρήγορα όμως επέστρεφες ξανά εκεί
Παρηγοριόσουν με τα λίγα ξανθωπά σποράκια
Απ' το μεσάλι της γιαγιάς σου
Κι αν ένα σπουργίτι εμμονικά σε περιτριγύριζε
Συντράπεζο το έκανες στη γιορτή σου
"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
Ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"
Λόγια της γιαγιάς, θυμοσοφία αιώνων
Που το κύτταρο σου με αχορτασιά αφομοίωσε
Να έχει το μέλλον κληρονομιά να πάρει από εσένα