Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

απόψε θα σε αρνηθώ



Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Σε κορμούς που κάποτε χαράξαμε τα αρχικά μας
Με χαρτοκόπτη θα χαράζεις αινίγματα δυσεπίλυτα
Δεν θα σου απαντώ
Οι λύσεις είναι για τους οργισμένους και τους ημιθανείς
Εκείνους που η καρδιά τους αφόρμισε απ' την σκληράδα
Κι εγώ ισορροπώντας πάνω σε τεντωμένο νήμα
Πάει καιρός που αποστασιοποιήθηκα
Απ' τον παγωμένο ορυζώνα του Νότου και ρίζες έριξα στην ξενιτιά μου!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Ανάρριχτα θα φοράς τις πυγολαμπίδες του πόθου
Το σακάκι σου τρύπιο θα μπάζει ανέμου φλόγες
Δεν θα βρίσκεις πατρίδα να απιθώσεις και να σβήσεις
Τα φλογισμένα του μετώπου σου στεφάνια
Τίγρεις με καψαλισμένες κεφαλές
Θα αναπηδούν ανενόχλητες στα κύκλια αλώνια του χρόνου
Δεν θα σε αγγίζουν
Μα εσύ πυρός θα γίνεσαι μες τη κόλασή σου
Θαύματα θα υπόσχεσαι
Οριογραμμές θα φράζεις
Κάθετα τις ράγες θα τοποθετείς
Κι εγώ με ημίψηλο καπέλο θα τριγυρίζω ανάλαφρη
Στις σκαμμένες βραγιές των ηφαιστειακών ποιημάτων
Να αναθερμαίνω με ανάσες κοφτές της σκέψης τη χάρτινη λάβα!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Σε χάρτες που κατοικούνται από πόλεις ερημωμένες
Θα ψάχνεις εναγώνια κλειδί να προσβάλλεις τις πύλες τους
Άδικος κόπος
Ουρλιαχτά θα σε συνοδεύουν
Κεραυνοί θα χτυπούν το υστερόβουλο βλέμμα σου
Μοχλοί σκουριασμένοι θα σε οδηγούν πέρα στο άγνωστο
Σε σφαιρίδια χίλια θα σπάζει το σώμα σου θα λυγούν τα φτερά σου
Στη θέαση μου και μόνο
Σε καθαρτήριο θα εισέρχεσαι μολεμένος να εξαγνιστείς
Δεν θα πετάς από πάνω σου της ενοχής την εξάρτηση
Περιπλανώμενος σε λειμώνες οι ποιμένες ξένιο θα σε ονοματίζουν
Κι εγώ άγκυρες θα ανασέρνω  παλαιών ναυαγίων
Πλεύση θα βρίσκω ξανά σε γαλήνια πελάγη πρωτόγνωρα
Την δική μου βραχονησίδα ζητώντας να ανακαλύψω μακριά απ' τα εφήμερα!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Στα παγκάκια της έρημης πλατείας τσίλιες θα φυλάς σαν κλέφτης
Τα νύχια σου θα σκληραίνουν ξάφνου
Αιμόφυρτες οι παρειές
Προσωπεία θα σου τάζουν νέα θεοί βλοσυροί
Να γητεύσεις του έρωτα το κρυφό πηγαινέλα σε οθόνες ψυχρές
Κωδικούς θα ξεχνάς
Το σφουγγάρι της λήθης θα σφίγγεις
Νάμα γλυκό θα προσφέρεις σε υφάλμυρες κοίτες
Με πλοιάριο φτενό διαδρομές θα διανοίγεις σε χιλιόγωνες λίμνες
Θα μετράς τις ακμές και θα πλήττεις
Το νερό θα απαρνιέσαι και τον ίσκιο της πέτρας
Χοϊκός και δασώδης μες τη πλάνη θα ζεις τα στενά όρια σου
Κι εγώ πικραμύγδαλα άγουρα θα τρίβω στα χείλη
Και στου ύπνου τα πέπλα θα βυθίζομαι μόνη
Να σε δω και περνάς στο όνειρο μου ένα αντίο στερνό να σου αφήνω στη πλώρη!