Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

το σπίρτο

Αποτέλεσμα εικόνας για φλόγες

Ξαφνικά ένα εκτυφλωτικό φως κι ένας εκκωφαντικός κρότος έκρυψε
το σπίτι Χάθηκαν ολότελα οι μαργαρίτες οι τριανταφυλλιές και τα
μοσχομπίζελα Η ογδοντάχρονη μάνα με τα κλαμένα μάτια και τα
αχνογέλαστα χείλη Κι η ασβεστωμένη μάντρα που ποτέ δεν της
πήραν του έρωτα μυστικό χάθηκε κι αυτή στην κραυγή της πόλης 
Έτριψε τα μάτια με το παιδικό της μαντήλι Το φύλαγε πάντα στην
τσέπη της Αποκούμπι του φόβου της
Σαν να της φάνηκε πως ακόμα κρατούσε πάνω του τη μυρωδιά
απ' το λουλάκι την αψάδα από την αλισίβα το κάμα απ' τον ιδρώτα

-Μάνα! τι άνεμοι πέρασαν απ' τα μικροσκοπικά σου χέρια;
Παλάμες αργασμένες Ρόζοι σκληροί που μόνο στο μαύρο σου τσεμπέρι
μιλούσαν Πως να τρυφερέψουν κλειστοί οι ουρανοί
-Αχ μάνα πόσο εύκολα συμμάχησες με την αξίνα και με την οργή
της ασπαλαθιάς και πόσο ο καιρός ασυμπόνεστα ξέχασε να σου δώσει
το μερτικό σου...μια κιμωλία να χρωματίσεις τα μαύρα σκίνα του κήπου!

Σ' έσκαψε ο χρόνος μετά το θάνατο του πατέρα Έσκυψε το κορμί σου
σαν όπως σκύβει παραπατώντας ο μεθυσμένος στα σκαλοπάτια του
καπηλειού
Δεν τον ημπόρεσε αυτόν το θάνατο Μεγάλος έρωτας Μακρινά ξαδέρφια
οι δυο τους Στέγνωσε η μάνα Τραβήχτηκε απ' τη ζωή Έκλεισε την πόρτα
στους γειτόνους και μόνο στο μεροκάματο έστρεψε τη σκέψη της στο
αγώι και στα δυο της ορφανά
Μεγαλώσαμε μες την καταφρόνια και την ορφάνια με τη μάνα να
γδέρνει τα μνήματα και κάθε απόγευμα στο σπίτι να ανάβει εμπρός
στη νυφική φωτογραφία το καντήλι αποθέτωντας ευλαβικά ένα
ματσάκι άνθη κατά το πλείστον μαργαρίτες στη μνήμη του
Που τις έβρισκες βρε μάνα μες το καταχείμωνο τις μαργαρίτες
όταν όλα γύρω χείμαζαν νεκρά;
Αχ μάνα! Ποτέ δεν μας πήγες στα εαρινά σου περβόλια εκείνα
που μες στην καρδιά καλά κρυμμένα τα φύλαγες κακές γλώσσες
μη τα μολύνουν

Τι να ήταν αυτή η σκοτεινιά; Ο καιρός στου Απρίλη το ευωδιαστό
μίσχο δεν προμήνυε καταιγίδα Έλαμπε ο ήλιος μέχρι πριν λίγο στο
κάδρο τ' ουρανού όπως έλαμπε το χρυσό σου χαμόγελο ανακουφισμένο
μετά την πάστρα στην αυλή του παλατιού σου
Όταν συνήλθε μετά το πρώτο σοκ είδε τις φλόγες να καταπίνουν το σπίτι
Είδε τον ουρανό να μεριάζει να διαβούν δυο ψυχές σφιχταγκαλιασμένες
με κίτρινα στεφάνια στα μαλλιά Άγγελοι έμοιαζαν αληθινοί
Όταν τελείωσε το κακό κι οι φλόγες απόστασαν πια να καίνε το πρώτο
που αντίκρισε σαν μπήκε στο σπίτι ήταν ένα μάτσο ολόφρεσκες
μαργαρίτες δίπλα στα άψυχα χέρια της μάνας της κι έπειτα εκείνη τη
νυφική φωτογραφία θάνατο να καπνίζει
Στο γκάζι ένα μπρίκι Ετοίμαζε φαίνεται το βραδινό της γεύμα Μια
κούπα τσάι του βουνού και μια φρυγανιά όπως συνήθιζε Οκτώ η ώρα
το βράδυ Την ώρα εκείνη ακριβώς που άναβε επί πενήντα συναπτά
έτη το καντήλι
-Αχ μάνα έφυγες αναπαμένη κι αβαρής σαν φτερό
Έφταιξε το αίμα είπε το χωριό κι αυτό ήταν που την εκδικήθηκε!

Στο ξόδι της όλοι κρατούσαν κίτρινες μαργαρίτες από εκείνες τις
ολόφρεσκες της καρδιάς που ανθούν ολοχρονίς και ποτέ δεν χειμάζουν
Οι μαργαρίτες σου μάνα που κρυφά με μύησαν σ' ένα αδιάψευστο
μέχρι τέλους σ'αγαπώ!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με αξιοσύνη
διοργάνωσε η αγαπημένη φίλη me(maria)