Ξεντύθηκε κι έβγαλε τελευταίο το πουκάμισο.
Πήρε τα χρυσά μανικετόκουμπα και
τα ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο.
Αποσταμένος κοίταξε γύρω του.
Όλα τακτοποιημένα. Όλα στη σειρά τους.
Το βλέμμα του σταμάτησε στα
μανικετόκουμπα. Απόρησε, σαν ταριχευμένα
έντομα έμοιαζαν τώρα. Κάτι σαν προνύμφες
ή σαν χρυσαλλίδες. Σαστισμένος τα έκλεισε
μέσα σε ένα κουτί. Τα χέρια του έτρεμαν.
Το πρωί όταν ξύπνησε κι άνοιξε το κουτί
είδε πως ήταν άδειο.
Πήρε να ντύνεται για τη δουλειά.
Όταν φόρεσε το πουκάμισο διαπίστωσε
πως τα μανικετόκουμπα ήταν εκεί.
Μόνο που το σχήμα τους τώρα ήταν αλλιώτικο.
Είχαν μεταμορφωθεί σε δυο μικρές πεταλούδες
με πορτοκαλί φτερά.
..................................................................................
Ξαφνικά ένιωσε να χάνει σταδιακά το βάρος του.
Πραγματικά μπορούσε τώρα να πετάξει.
Ένα εντυπωσιακό έντομο κι αυτός που θα
ξέφευγε άπαξ δια παντός από την κλεισούρα
ενός ψεύτικου κουτιού.