Τετάρτη 6 Μαρτίου 2024

Μια απροσδόκητη άνθιση

Από το παράθυρο είδε το δέντρο
ανθισμένο.
Ταράχτηκε, τα έβαλε με
τον εαυτό της.
Πώς και δεν το πρόσεξε νωρίτερα;
Πώς το άφησε να ανθίσει χωρίς
την δική της επιρροή;
Λεπτό - λεπτό πώς δεν είχε
συμμετάσχει στη μεγαλουργία του;

Έβαλε τα τσόχινα γάντια της
και κατέβηκε στον δρόμο.
Το δέντρο εκεί να την κοιτάζει
μέσα από την πλήρη του άνθιση.
Κάποια πέταλα μάλιστα είχαν
πέσει κάτω.
Έσκυψε τα μάζεψε και τα παράχωσε
στην τσέπη της.
Απομακρύνθηκε με μια αίσθηση
αρμονίας να διαπερνάει την σκέψη της.

Στο σπίτι έκανε μια μεγάλη
ανδραγαθία: πήρε τα πέταλα,
στόλισε τα μαλλιά της κι έπειτα
μπροστά στον καθρέφτη της
εισόδου άρχισε να γελάει δυνατά.
Σήμερα θα αποτίναζε τα δεσμά της
με το θεριό.
Διακαώς πόθησε την δική
της άνθιση κι έξαφνα πριν
ακόμα γείρει το κεφάλι αριστερά,
ήρθε και την βρήκε ασυγκράτητη
η χαρά σφαλνώντας της τα χείλη.

Οι καταχραστές

Το γκρι φουστάνι είχε
ξεχαστεί στη ντουλάπα.
Μετά την εκδημία της
μαμάς κι όταν πήραμε
να μοιράσουμε τα ρούχα
βρήκαμε στο στρίφωμα
του τις πέντε χρυσές λίρες.
Ήταν το δίχως άλλο
ο οβολός της για την
απέναντι όχθη που
εμείς καρπωθήκαμε
ως άλλοι ψυχοπομποί.