Τρίτη, 9 Μαΐου 2017

μικρές αποστάσεις

Σχετική εικόνα

Οι δρόμοι που άνοιξε η ψυχή σου
Είναι πνιγμένοι στ' ασφοδέλια
Χωμάτινοι δρόμοι στενοί
Που πάνω τους οι χωρικοί σέρνουν τ' άροτρα
Αξημέρωτα μιλάς με τους αγγέλους
Στοιβάζεις τ' άχυρο
Ελέγχεις την κίνηση των αστερισμών
Τίποτα να μην μείνει τυχαίο ή αζύγιαστο
Κι έπειτα με ευθύβολο βλέμμα εκποιείς
Τα πολύτιμα πετράδια της νύχτας
Κι ακριβά  μου φέρνεις αρώματα
Απ' τα ριζά του βράχου βγαλμένα
Σκαπανέας τ' ονείρου ολημερίς προσκυνάς
Της γης την έγκατη μήτρα
Σαν μητέρα σαν πόρνη σαν αδερφή
Κι όπως αγέρας εσπερινός
Αισθαντικά χωρίς κλειδί επιστρέφεις
Αφήνοντας αποτυπώματα στίλβης στο κορμί μου

Τα συρματόσκοινα που έδεσες
Στης ψυχής μου το ιστίο
Ανάλαφρα είναι δίχτυα του βυθού
Έτσι που να μην αγκυλώνονται οι λέξεις
Έτσι που να μην μαδούν
Τα υψηλά του κόσμου οράματα
Κάθε ξημέρωμα εκεί ακουμπώ
Τα γαλάζια φτερά μου
Καψαλισμένα στις άκριες
Από εκείνες τις φωτιές του Έρωτα
Που ηδονικά με περνούσες
Αδυνατώ να μην σε έχω
Προσπερνώ την πρωινή αχλή 
Κανονίζω το βήμα μου
Στου ήλιου να βγω το ιερατείο
Σινιάλα να σου στείλω και φιλήματα
Μαζί με το κομπόδεμα της συντριβής
Ξέρεις εσύ!

Τα επίχρυσα ρολόγια των προγόνων σου
Τα κλειδώνω στην καρυδένια συρταριέρα
Μην τα ακούς!
Μην τα πιστέψεις!
Μην τους δοθείς!
Ονειρικά κι αν σου τάξουν ταξίδια
Μην υποκύψεις
Εσύ ο μόνος οδηγός
Εσύ ο άρτος το αίμα κι ο οδυρμός
Εσύ η άκανθος και τα υδρόφυτα
Για σκέψου για λίγο μαζί να πλέουμε
Στις άβατες λίμνες της λήθης
Αγνοί ωραίοι κι άμωμοι
Να ξανοιγόμαστε στο χρόνο
Να μην μετρούν πλέον οι στιγμές
Να μην ωριμάζει ο καρπός στις λαγόνες
Να μην ανασαίνει ο σπόρος στο κιούπι
Όλα έγκλειστα στη φωτιά
Όλα μαζί και μυστικά
Όλα χαραγμένα σε παλίμψηστα αρχαία
Που κάποιος ιεροφάντης εντολέας
Στο αυγινό φως αμυδρά θα ανασύρει
Ένα Σάββατο του Απρίλη
Σαν κι εκείνο το Σάββατο που κρυφά από εμένα απέδρασες

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με επιτυχία
διοργάνωσε η καλή φίλη me(maria) όπου είχαμε την ευκαιρία να δούμε
πολλές ποιοτικές και δυνατές συμμετοχές!!

Σάββατο, 6 Μαΐου 2017

εκείνα που δεν σου 'πα


Σχετική εικόνα


Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα
Με τη δροσό του πρωινού τα έκοψα 
Αγκυλώθηκε λίγο το δάκτυλό μου 
Αλλά μικρή η θυσία 
Έλα να δεις πως μοσχοβολά ο χώρος 
Έλα να ανάψεις το φανάρι της ψυχής μου 
Μικρή νιώθω ναυαγός 
Γύρω μου βράχοι συρματόσκοινα σκουριασμένα
Κι ένας εφιαλτικός ίσκιος να με καταδιώκει
Δως' μου το χέρι σου
Έχασα το δρόμο 
Μαζί να βγούμε στην αυγινή αχλή
Να σκαλίσουμε τα χορταριασμένα παρτέρια
Δες πως έπνιξαν τα χόρτα το μικρό δεντράκι
Καρυδιά μου είχες πει πως είναι
Τότε που γελαστός τη φύτευες στο χώμα
Κιτρίνισαν τα φύλλα της
Έγυρε ο κορμός της
Ξέχασε να καρπίζει και να μιλά
Φοβάμαι...

Παράμερα μια καλαμιά ακατάπαυστα θροΐζει:
Χρησμούς μελωδίες αινίγματα
Πώς να τα εξηγήσω χωρίς τη δική σου ματιά;
Θυμάσαι εκείνο το παιχνίδι με τους γρίφους
Που παίζαμε τα βαρετά βράδια του Νοέμβρη
Πόσο δύσκολα τους έλυνα
Πέθαινες στα γέλια ξεχείλιζες ομορφιά
Κι εγώ τραβούσα την κουρτίνα να δω το φεγγάρι
Να μου φανερώσει τη λύση
Ή κατέφευγα στα βιβλία
Να ψαύσω τις μαγικές λέξεις
Θυμάσαι;
Στο τέλος πάντα τα κατάφερνα
Ήταν ανοιχτός ο ορίζοντας
Απλωμένα τα χέρια
Κι ας με περιέπαιζες σαν παιδί μικρό
Ήταν διάφανα τα κρίνα το ξημέρωμα 
Είχα γιορντάνια δακτυλίδια βραχιόλια
Είχα εσένα και μπόλικο ουρανό να γράφω τους στίχους
Τώρα άγουρος απόμεινα καρπός στυφός
Που κανείς δεν θέλω να τον γευτεί
Σ' αποθύμησα...

Μην αργείς
Ετοίμασα το δείπνο με καλούδια του Απρίλη
Έβαλα και το καλό μου φουστάνι
Εκείνο που μου χάρισες ένα μαγιάτικο δείλι
Πώς να βρω την κουμπότρυπα;
Πώς να δέσω το βιολετί φιόγκο;
Πώς να με δω στον καθρέφτη;
Μια αίσθηση πνιγμού με καταπίνει
Ακούς το σκυλί πώς αλυχτά;
Κοφτερά ξεπροβάλλουν δρεπάνια
Πολλά επιστρέφουν ψέματα
Άγριοι με περισφίγγουν ζόφοι
Φοβάμαι
Σ' αποθύμησα
Μην αργείς
Άναψα μυριάδες κεριά μην και σκοντάψεις
Έλα να ξεδιψάσω
Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα
Στο πηγάδι το νερό μουρμουρίζει ερωτόλογα δικά σου
Τα πρώτα του νου μου λεξιλόγια
Σε περιμένω!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο "Παίζοντας με τις λέξεις" που με επιτυχία
διοργάνωσε η καλή φίλη me(maria) όπου είχαμε την ευκαιρία να δούμε
πολλές ποιοτικές και δυνατές συμμετοχές!!

Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

μια ανάγνωση


Αποτέλεσμα εικόνας για ανατολή ηλίου

Τράβηξε την κουρτίνα Αχνοχάραζε Όλα μες στο πέπλο της ακινησίας αναπαμένα 
Η φιλύρα ο σκίνος το δυοσμαρίνι ο χαλικόδρομος Όλα έμοιαζαν σαν να ψιθύριζαν 
μεταξύ τους μυστικά που κανείς δεν θα ήθελε να ακούσει Ο αυγερινός αγέρωχος 
όδευε στο θυσιαστήριο
Ξάφνου ένα φτερούγισμα ακούστηκα κάπου μακριά Ίσως να 'ταν κάποια κουκουβάγια
ή ένα ορτύκι που ξέφυγε απ' το βόλι
Τα μάτια της αποχαιρετούσαν το σκότος Τα χέρια της αγκάλιαζαν το λυκαυγές Οι
σκέψεις της ανέλυαν τα όνειρα που τη συντρόφεψαν τη νύχτα
Κάποτε -σε νεαρή ηλικία- έβλεπε συχνά ότι πετούσε  Καλό όνειρο είναι της έλεγε η 
γιαγιά της Θα πας ψηλά Θα ευτυχίσεις Θα απολαύσεις τις χαρές όλου του κόσμου 
Την ελαφράδα θα γνωρίσεις της γαλήνης 
Α! ρε γιαγιά χαμένα πήγαν τα λόγια σου!
Εσύ που σε όλα έπεφτες μέσα τελικά  σε ό,τι για μένα πρόβλεψες διαψεύστηκες οικτρά 
Χαράμι γιαγιά πήγαν κι οι μαντεψιές σου!
Εσύ που με τα σκίνα έφτιαχνες στεφάνια ολοστρόγγυλα πως και λάθεψες αγκάθια 
να μπήξεις πάνω τους αντί για ρόδα και κρίνα Εκείνα θα μου ταίριαζαν Εκείνα θα με
προετοίμαζαν για τα μελλούμενα 
Τα φορούσα αυτά τα στεφάνια και χόρευα Μαγιάτικα στεφάνια πλεγμένα με τέχνη 
Φιγούρες έκανα μπροστά στον καθρέφτη Φιγούρες μπροστά στα ανοιχτά μπράτσα 
της στέρνας που μυστικούς φρουρούς είχε στη δέση της 
-Λουλούδι μου φώναζες έλα γρήγορα μέσα μη σε πάρει καμιά νεράιδα έτσι όμορφη 
που είσαι Μη σε βασκάνει του ουρανού το μάτι και χάσεις τη λαμπράδα σου
Σε άκουγα Πώς να σου χαλάσω χατήρι; Έμπαινα στα λημέρια σου Αλεύρωνα τα χέρια 
μου και τραβούσα προς το κατώι Άπλωνα το αλεύρι στο πρόσωπό μου Γελούσα Ήμουν 
μια πραγματική νεράιδα ένας κρίνος στο έβγα του Απρίλη Με έπαιρναν οι νεράιδες που 
λες γιαγιά χωρίς ποτέ να το καταλάβεις 
Ζούσα πλάι στο ποτάμι των χεριών τους Ζούσα πίσω από τη ματιά του φεγγαριού κάθε 
που απογειωνόμουν στα ονειρικά της φαντασίας ύψη και όταν μέσα στη χρυσόσκονη
των αστεριών περιδιάβαινα τα κρύες μου φωτιές μαγευόταν ο νους μου! 
Εσύ ράφτρα σπουδαία μου έφτιαχνες εσάρπες φουστάνια και μπολερά Ποτέ όμως δεν
είχες δει τα μυστικά αραχνοΰφαντα φορέματα μου Τα δερμάτινα σαντάλια μου Ούτε τα 
γαλαζωπά φτερά μου γιαγιά ποτέ δεν θώρησες Έπαιρνα τις προφυλάξεις μου σαν να μην 
ήθελα να σε οδηγήσω στις περιπλανήσεις μου μην και χαθείς Τόσο που σ' αγαπούσα 
Σε σεντούκια τα έκρυβα κάτω από τα λινά χειροποίητα σεντόνια σου που μοσχοβολούσαν
λεβάντα βανίλια και κίτρο
Εκεί τα φύλαγα και κάθε που πήγαινες το καταμεσήμερο να ξεκουραστείς τα ξετρύπωνα 
θριαμβευτικά κι έβγαινα από το σπίτι Νεράιδα γινόμουν γιαγιά κι επιθυμούσα να με αγαπούν 
τα ξωτικά οι μάγισσες κι οι άγγελοι τόσο που κι εσύ με αγαπούσες
Μίλαγα στα τζιτζίκια πλάγιαζα στα άγανα των σταριών κατέβαινα στο ποτάμι κι έπαιρνα  
τη μιλιά του Πόσες μου έμαθε λέξεις δεν φαντάζεσαι Λίγο κρατούσε η περιπέτεια τελικά
όμως μήπως σ' αυτό το λίγο δεν εφορμούν όλα τα μεγάλα; Ψήλωνα γιαγιά όπως ψηλώνει
ο κισσός την Άνοιξη όπως ψηλώνει η κορμοστασιά στη νεότητα 
Κι έπειτα ήρθαν τα ακάνθινα χρόνια Ήρθε η αρρώστια και τα κλειστά παραθυρόφυλλα 
Τέλειωσαν οι αποδράσεις Έφυγες κι εσύ γιαγιά Μάζεψε κουβάρια μαύρα η πίκρα και μου 
ύφανε το νέο μου φόρεμα Ξέφτισαν κι εκείνα τα αραχνοΰφαντα που φύλαγα στα σεντούκια 
Ένα μόνο έμεινε ανέπαφο απ' τη φθορά κι ήταν εκείνο το τετράδιο με τα πατρόν σου γιαγιά 
χιτώνες να φτιάχνω στης μοναξιάς τις ώρες για τις δικές μου νύμφες 

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

αν ήξερες

Σχετική εικόνα

Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο
Συχνά πυκνά βλασταίνουν
Στέρεες ρίζες μπήγουν στο νερό
Ωραίες υποθαλάσσιες ρίζες
Να 'χουν οι μικροί αστερίες κι οι ιππόκαμποι
Διχτυωτά να βρίσκουν καταφύγια
Να 'χουν κι οι ψαράδες
Μεγάλους να μετράνε καημούς
Κόμπο το κόμπο να σμίγουν
Το δάκρυ με την αρμύρα
Στεριά πουθενά ούτε καν ένα χαλικάκι
Ή έστω μια νησίδα με γλαροπούλια
Μόνο κάθετοι αλατόβραχοι και φυκιάδες
Αφρίζουσες λησμονιά κι αιθάλη πνιγμού

Τα ίχνη που αφήνω στην άμμο
Παλαιικές γίνονται εικόνες
Με άγνωστους Αγίους
Που στου έρωτα βούλιαξαν τη δίνη
Στις παλάμες του βυθού ορκίζονται
Με άρρητα λόγια που καταλύουν το φόβο
Έγχρωμους χαρίζουν αρμούς
Στα θρυμματισμένα κοχύλια των ακτών
Αν ήξερες τι συνομιλίες κάνω μαζί τους
Πόσα μελισσοκέρια μου φέρνουν
Πόσο μου παραδίδουν οπλισμό
Πόσο μου απομυζούν φαρμάκι
Τη ζωή δεν θα ξεχνούσες ξανά να πάρεις αγκαλιά
Μακριά να πάμε εκεί που οι άνθρωποι
Δουλεύουν το μάρμαρο μονάχα με τα νύχια
Και προτομές στήνουν στον Μέγιστο Ήλιο

Τώρα που σου μιλώ μόνη είμαι
Σαντάλια δεν έχω να διασχίσω τις ακτές
Και που ακτές κοντά τους να βρεθείς
Παντού βουνά πανύψηλα λαγκαδιές απάτητες
Φαράγγια δύσβατα και τόποι πνιγμένοι στους ασπάλαθους
Έχασα τις ρίζες μου
Πισωπατώ τρομαγμένη
Έχασα τους ψαράδες και τ' άγνωστα κονίσματα
Αποθηκεύω δάκρυα στην κλεψύδρα
Παραμερίζω τους πέτρινους όγκους
Βοτανίζω τα δηλητηριώδη φυντάνια
Κι ύστερα φτιάχνω
Μικρά φυλακτά με το μάτι του Θεού στο κέντρο
Αν ήξερες πόσο με παιδεύουν οι βελόνες
Πόσο οι πληγές μου πυορραγούν
Χάρτινους αετούς θα ανέβαζες στα ύψη
Για να σε βλέπω καθαρά
Πλουμιστό γενναίο ταξιδιάρη
Στου ανέμου το ξωκκλήσι προσκυνητή
Αν γνώριζες την ξηρασία  της γης μου
Θα μου επέστρεφες έντρομος
Τις θαλασσογραφίες που μαζί σου πήρες
Μαζί με τα τραυματισμένα κοχύλια
Τα ίχνη μου πάλι στην άμμο να ριζώσουν
Ψυχορραγεί καιρό η θάλασσα μου
Και κοντά της με θέλει
Κληρονόμο να με ορίσει κι αρμυρίκι της

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

μ' ακούς;

Αποτέλεσμα εικόνας για Αγαπημένε

Αγαπημένε πρόβαλαν οι παπαρούνες στα λιβάδια
Καλοσυνάτες πασχαλίτσες βουίζουν στ' αυτί τους εαρινούς ύμνους
Έλα να σε ντύσω με φιλιά ηδονικά μην και πεινάσεις
Μίκρυνε το περίγραμμα των χειλιών μου απ΄τη θλίψη

Αγαπημένε εξανεμίστηκε τ' άρωμα στα ζουμπούλια
Με γοργό βήμα ο Απρίλης ανακατανέμει τα θαύματα
Έλα να με σκεπάσεις με στίχους ερωτικούς
Κρυώνω πολύ στα τυφλά σκαλοπάτια των άδειων πόλεων

Αγαπημένε μπουμπούκιασαν οι τριανταφυλλιές
Βιάζονται τα ρόδα απ' το ποτήρι του ήλιου να μεθύσουν
Έλα να τραβήξεις το αγκαθωτό συρματόσκοινο
Φοβάμαι πολύ τις αραχνιασμένες φυλακές της ψυχής

Αγαπημένε φούντωσαν οι θάμνοι στα πεζούλια
Καλά κρυμμένες θέσεις βρίσκουν τα παιδιά στο παιχνίδι
Έλα να διαλέξεις απ' την τράπουλα το πιο καλό χαρτί
Άφησα ανοικτό το πορτατίφ και με τις σκιές χορεύω

Αγαπημένε οι μαργαρίτες αναποφάσιστες κοιτούν τον ουρανό
Διαλέγουν τις πιο φωτεινές αχτίδες να πουν το "σ' αγαπώ"
Έλα να αναμετρηθούμε με του πόθου το ύψος
Έμεινα μόνη ν' αναπολώ τις κοφτές ανάσες που μου στέρησες

Αγαπημένε χορεύει ο άνεμος αγκαλιά με το κύμα
Ο μαΐστρος με κατακόκκινα τα μάγουλα αφιερώνεται στις σπηλιές
Έλα να αποκρυπτογραφήσουμε τα ιερογλυφικά της μνήμης
Άνοιξα το πήλινο πιθάρι και ξέχειλο ήταν με αρχαίες γλώσσες

Αγαπημένε λευτέρωσαν οι νεραντζιές τ' αρώματα του έρωτα
Βγήκαν και τα σπουργίτια αίμα να φέρουν και σπόρους χαράς
Έλα ολάνθιστα να φτιάξουμε στεφάνια του Απρίλη
Στης πόρτα μου το πόμολο ψυχορραγεί ο χάλκινος κύκλος

Αγαπημένε κόμισαν οι πασχαλιές μενεξεδιά πάθη στης γης το γιορτάσι
Σταύρωσαν τα κλαριά τους στην αχλή του κάλλους ταγμένες
Έλα να κατέβουμε στους κήπους τους φόβους να ξεριζώσουμε
Έχω μια πληγή βαθιά κι έναν ξύλινο πόνο στον κρόταφο που καίει

Αγαπημένε ξεπρόβαλαν τα χαμομήλια στο κοκκινόχωμα
Ζεστές φέρνουν ευχές κι ίαμα στις φλέβες που στο κρύο μάτωσαν
Έλα να κυλιστούμε στο χώμα οι ρίζες να μας γνωρίσουν
Τ' απογεύματα μου τα πήραν για πάντα οι καταρράκτες της Σαπφούς

Αγαπημένε κέρδισαν τα κυπαρίσσια δέκα πόντους ουρανό
Εκεί να ξαναγράψουν με μεγάλα ψηφία το όνομά σου χαρακωτά
Έλα τις ακίδες να βγάλουμε απ' το βλέμμα των φύλλων
Ξετυλίγω τις λέξεις στα σύννεφα να φτάσει η φωνή μου μελίρρυτη

Μ' ακούς;

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

πρόσκληση

Αποτέλεσμα εικόνας για ζωή

Σήμερα μετά από καιρό
Ήπια μια μεγάλη κούπα ζεστό καφέ
Κάτι που συνήθιζες τα κρύα πρωινά
Κι εσύ να κάνεις
Ξέφευγαν οι δείκτες
Κι η ζωή με διεκδικούσε
Θυμήθηκα τα λόγια σου
Λόγια παρακλητικά
Που τα χάιδευε ο παλμός της προστασίας:

-Κόψε τους κάθε λογής τυφλούς συλλογισμούς
Με το σκούρο πετράδι της νύχτας μη συμπλακείς 
Τα σχέδια στα πλαϊνά δόντια των φύλλων
Μη τ' ανιχνεύεις
Οι μάγισσες δεν κρατούν πάντα ψάθινη σκούπα
Οι δρόμοι -αν κι ανοιχτοί- μπερδεύουν το "τώρα"
Κι εκείνος ο καβαλάρης κομμένα έχει τα γκέμια
Μαύρος καβαλάρης μ' επίπεδο πρόσωπο
Μην τον στοχεύσεις θα γκρεμιστείς
Κρύψε τις ματιές σου στου ουρανού το βήμα
Άλλες γραφές μάθε να σε οδηγούν
Νέα γράμματα στο αλφαβητάριο της ζωής
Με πάθος περήφανα να προσθέσεις

Η αγάπη έφυγε
Η αγάπη δεν έφυγε ποτέ
Μένει το λεπτό άρωμα
Το ηχηρό "έλα"
Το επιθετικό "σε θέλω"
Η άδηλη ανάγκη
Άτακτα τοποθετημένη στο ακλόνητο "μαζί"

Σήμερα μετά από καιρό
Φύτεψα στο χώμα ένα πέτρινο λουλούδι
Είχε το χρώμα των ματιών σου
Είχε τους χυμούς του μόχθου σου
Πολιορκημένο ήταν από τη ξηρασία της μοναξιάς
Του κάκτου λουλούδι;
Της λίμνης αχνός πρωινός;
Του ποταμού πέτρινο λάβαρο;
Ένα λουλούδι κλεισμένο σε δυο ζωές
Αργά να κυλούν οι ώρες στους ζυγούς
Άβολο να παραμένει το χαμόγελο πριν τη κραυγή
Τα λευκά μου χέρια παραμάσχαλα να παίρνεις
Κρυφά να σ' ανασαίνω πικρά να σ' αγαπώ

Η αγάπη δεν έφυγε
Η αγάπη στο σύμπαν τραμπαλίζεται
Πλέει στους ωκεανούς
Μικρός αστερίας γίνεται
Άγουρος καρπός
Στα στήθη της κοιλάδας
Μπροστά σου μια χαραυγή θα φανεί
Στεφανωμένη κι αιμορραγούσα
Με ένα τσαμπί σταφύλι στα χείλη υπερώριμο
Να σε ζητήσει για χορό!

Έλαβε μέρος στο 15 Συμπόσιο Ποίησης που  διοργάνωσε για άλλη μια φορά επιτυχώς η αγαπημένη μας φίλη Αριστέα

 

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

η μάχη των ρόδων

Αποτέλεσμα εικόνας για εκατόφυλλα τριαντάφυλλα

Γεμίζω τις φλέβες μου με χυμούς
Από εκείνους που ενδυναμώνουν
Τις εκατόφυλλες τριανταφυλλιές
Κάνοντάς τες πλούσια την άνοιξη να ανθίζουν
Στις ξερολιθιές συστροφικά να μπερδεύονται
Σαν στρατιές αγγέλων
Πριν την κωδωνοκρουσία
Γεμίζω τις φλέβες μου με βρόχινο νερό
Ανθοφορεί το σώμα ιαματικά
Ευωδιάζει το τρίχωμα ουρανό
Αγκυλώνουν οι κοιλίες της καρδιάς
(Κραυγές αταίριαστες παλμικά αναζητούν σήματα)
Μέθη γεμίζουν τα κύτταρα
Διασπώνται πολλαπλασιάζονται ριγούν
Την έλευση των δροσοσταλίδων αναμένουν
Έναν έρωτα άτρωτο κι ανίκητο να πενθήσουν

Σήμερα στον κήπο μου
Έκανε περατζάδα ένα λαβωμένο σπουργίτι
Ράμφιζε το χώμα
Ξεχορτάριαζε τα νεκρά καύκαλα
Ένας σπουργίτης μοναχικός
Δίπλα στο πέτρινο πηγάδι
Ήχος νερού
Κελαηδισμοί
Φτερουγίσματα
Και ρόδα πολλά ρόδα                
Ένας ολάνθιστος όχτος με ρόδα
Ν' απλώνει η ευτυχία τα μπρισίμια της γιαγιάς
Να καλαφατίζει ο χρόνος της ζωής το μερεμέτι
Κι εγώ να συνομιλώ μαζί τους παρηγορητικά
Πετραδάκια να πετάω στον πόνο
Να λαβώνω τις κρύες λαμαρίνες
Αλαφρωμένη
Στο χαμόγελο του φεγγαριού ν' ακουμπώ το δείκτη
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος

Γεμίζω τα υψώματα με διχάλες παιδικές
Ψέματα μου είπανε οι μύστες
Στρεβλό ήταν το όνομά τους
Κακιωμένο το βλέμμα τους
Κι εκείνος ο πανάρχαιος κρίκος
Που στις ανασκαφές βρήκα
Έκρυβε όλη της γης τη σοφία
Μα εγώ θα γεμίσω τις φλέβες μου με σκούρο αίμα
Σημάδια θα ψάξω στα νεκρά μου αδέρφια
Που εκατόφυλλα είχαν τα όνειρα
Σαν τα λευκά πέπλα της νεκρής ιέρειας
Κι ύστερα εξαγνισμένη θα μπω στην πομπή
Τι κι αν γκρεμίστηκε το ιερατείο
Τι κι αν βεβηλώθηκε η σκηνή των παθών
Μπροστά θα σταθώ στο στηθαίο
Να παραθέσω την οργή των λέξεων
Εκείνες που ψέλλιζε το πεινασμένο παιδί
Μπροστά στο κόνισμα της μάνας του
"Ήρθε η ώρα να σηκωθείς άνθισαν τα ρόδα στα μνήματα"
Σώπασε μη μιλάς
Κοιμάται η Ροδάνθη πλάι στο βάθρο του αγάλματος

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

1ο δρώμενο χαϊκού




Νωθρός στο σύρμα
-πανόπτης του απείρου-
διανέμει το φως

Ψηλά στο σύρμα,
μονάχο κατοπτεύει
της γης τον παλμό

Αμυδρό στίγμα,
ηλεκτροφόρα στέλνει
φορτία στη γη

Στιγμές έπαρσης
κρεμασμένες στο σύρμα,
φορούν ουρανό

Θαμπός ουρανός,
ηλεκτρισμένο στέλνει
στη γη το άγγελμα

Κρουστές φτερούγες
αμφιταλαντεύονται
πριν το ταξίδι

Βραχύς ο χρόνος,
σαν πλάνος ταξιδευτής
τα νέφη τέμνει

Στάσου για λίγο!
οι άνεμοι θερίζουν
άγουρα φτερά

Κλειστές φτερούγες
σ' απόρθητα φρούρια
ασφαλίζονται

Βιαστικά φύγε,
σπιρούνι του ανέμου
φορτία κυλούν

Κόντρα στο γκρίζο
φορτία φυλακίζει,
φτερωτός θεός

Ποτάμι μαύρο,
ανέβα στη σέλα του
κι ασήμωσέ το

Φιδιού συριγμός
γητεύει την κοιλάδα,
ξυπνά το νερό

Ψάχνεις το ξόρκι
στη κούπα της κοιλάδας,
τσιγγάνα ροή

Κρυφοί στεναγμοί
Στις χλωρασιές της όχθης,
Κρατάς μυστικό;

Τρέμουλο νερού
πιρόγες ξεσηκώνει:
Αρχαίος χορός

Φιδίσιος ίσκιος,
στο στέρνο της κοιλάδας
καιροφυλακτεί

Τρίξιμο πέτρας...
νεροσυρμές βουνίσιες
γλυπτά σμιλεύουν

Νερά στο ψύχος,
σαν γίγαντες έγκλειστοι
άκαμπτα στέκουν

Στο μέγα ύψος,
γυμνή νεροσταγόνα
ενδύεται φως

Δες πως ουρλιάζει,
η ψυχή του καταρράκτη
κερματισμένη

Αλλάζεις δέρμα,
μα ποτέ δεν θέλησες
άλλο μαίανδρο

Σε νερού συρμό,
ξεχνάει το βατράχι
τον κοασμό του

Με χέρια υγρά,
η θάλασσα μπατσίζει
γέροντα βράχο

Τα δύο πρώτα έλαβαν μέρος στο 1ο δρώμενο χαϊκού 
που επιτυχώς διοργάνωσε η φίλη Μαρία Νικολάου
(τα υπόλοιπα συμμετέχουν στον σχηματισμό 24αδας
καθώς έτσι συνηθίζω να τα αναρτώ)

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

συμπερασματικά...

Αποτέλεσμα εικόνας για κόκκινη ομπρέλα

Κόκκινη ομπρέλα μεγάλη κι ούτε ένα ίχνος βροχής
Αχνά σύννεφα στην παλέτα
Του απογευματινού ουρανού
Κόκκινη ομπρέλα διάτρητη από τα σπαθιά των αχτίδων
Γάντια δαντελωτά στο χρώμα της ώχρας
Σώμα νεανικό Βήμα ανάλαφρο
Παραθαλάσσιο δρομάκι Αυγουστιάτικο δείλι
Με σκονισμένα τα σκίνα κι άχρωμα τα χείλη των εφήβων
Μετά τις καταδύσεις στα κρουστά νερά
Κόκκινη ομπρέλα με διακοσμητικό χερούλι Κριός η αίγαγρος
Δεν έχει σημασία
Ο άνεμος σαν χαιρέκακος τυμβωρύχος την έριξε στα βράχια
Εκεί που τα παιδιά είχαν σκαλίσει
Μια πλέρια γοργόνα τον προηγούμενο Σεπτέμβρη 
Κριός η αίγαγρος Σπασμένες μπανέλες Χωρίς ουρανό
Κείτονται στων αλατιών τις γούβες 
Ηττημένες από τα χέρια που τόσο αγάπησαν
Κριός η αίγαγρος Άγνωστο
Μόνο το κόκκινο -εμποτισμένο απ' την ανάσα της γης-
Καρτερεί την ώρα
Άγνωστο το πότε
Γνώριμο το μαζί!

 *
Στο βυθό φύονται αιωνόβια δέντρα Κεχριμπάρια έχουν για φύλλα
Και στους κορμούς τους οι πεταλίδες βρίσκουν καταφύγιο δροσερό
Αιωνόβια δέντρα που με τα κυρτά τους κλαδιά
Μυθικούς προκαλούν κυματισμούς
Κι άγνωστες ανεβάζουν νησίδες καταμεσής του πελάγου
Στην άμμο οι ρίζες τους Στις δίνες οι καρποί τους
Ταξίδια ονειρεύονται Στις αγορές του μέλλοντος να εκτεθούν
Αιωνόβια δέντρα που κάποιοι γέροι ναυτικοί συνομίλησαν μαζί τους
Και απ' τα μυστικά τους συνέλεξαν αρμύρα και φως
Αν δεις μπουκάλια να ξεβράζονται στη στεριά θα μάθεις τους θρύλους τους
Θα αφουγκραστείς το γλυκό πρελούδιο των φύλλων τους ερωτικά να σε καλεί
Την προϊούσα  αγάπη -απ' αρχής κόσμου- νοσταλγικά να σε γυρεύει
Κι ίσως -αν συνετός σταθείς και δεν τα προσπεράσεις- στην γυάλινη μήτρα τους
Αλλόφρονες θα συναντήσεις φυλές να σε εξετάζουν προσεκτικά
Φυλές με έγχρωμα χέρια και μάτια αδειανά
Καλλιεργητές της θαλάσσιας ξέρας
Άγρυπνοι φρουροί των υποθαλάσσιων κήπων 
Αν θαρρετός σταθείς και δεν τους παρακάμψεις 
Σ' εσένα θα εμπιστευτούν τους αρχαίους παπύρους 
Σ' εσένα θα παραδώσουν τη χρυσή πόρπη 
Μάρτυρα θα σε χρίσουν και σκληρό τιμωρό
Των ψυχών που αναίτια λιγοψυχησαν!

*
Έχεις προσέξει μετά τη βροχή τις νεροσταγόνες πως φυλακίζουν
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
Πόσο σφιχτά τα αγκαλιάζουν;
Αν ένα πινέλο πάρεις και στη σάρκα τους το βουτήξεις 
Το πιο όμορφο πορτραίτο του κόσμου μπροστά σου θα φανερωθεί
Εκεί θα βρεις το λιλά το πράσινο το κίτρινο το θαλασσί
Να εμπεριέχονται στο γκρίζο της συννεφιάς
Εκεί θα νιώσεις το αμετάκλητο της ρευστότητας να σε διαπερνάει
Καμβάς το σώμα σου Ακουαρέλα το κορμί σου
Χείμαρροι τα χέρια σου Βαρκούλες τα πέλματά σου
Ταξίδια αν δεν σου τάξουν πολλά
Μην πικραθείς
Στη ψυχή σου βαθιά σκάψε
Να διανοίξεις δρόμους φιδωτούς
Που σε ολάνθιστες θα σε οδηγήσουν πεζούλες 
Πάντρεψε τα χρώματα των δρόμων 
Σμίξε με τ' αρώματα των κρίνων 
Κλάδεψε τις μνήμες στα γόνατα 
Απέριττος να εισέλθεις στο μαντείο
Πρόσεξε όμως
Ανατολικά να είναι η ρότα σου
Εκεί που οι σαΐτες βρίσκουν πάντα το στόχο τους 
Εκεί που η ταχύτητα εκμηδενίζει την παραδοξότητα  
Σεμνός ιεροφάντης να εισβάλεις στο πλήθος
Μπροστά στη νωπή υδατογραφία της αγάπης
Ταπεινά να εμβαπτιστείς στις λίμνες των χρωμάτων
Με ακολούθους πολλούς!

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

της καρδιάς μελωδός

Αποτέλεσμα εικόνας για της χαράς μελωδός

Στα γήινα να στέκεσαι
Έτσι σου είχα πει
Τέρμα οι περιδιαβάσεις στο ασαφές
Τέρμα το μικρό κουβούκλιο
Με τα σπασμένα οστά
Ο ήλιος είναι ο άρχοντας τ' ουρανού
Ο εμπρηστής των αστρολούλουδων
Μόνο λίγες σπίθες του να κλέβεις
Εκείνες που τρεμοπαίζουν
Με τις σκιές των λέξεων
Και σπάνια αστοχούν στις ρίμες
Τα σύννεφα είναι οι αυλακιές της θλίψης
Οι μανδύες του απόλυτου
Κι αυτό που επίμονα σου ζητώ
Στα βαμβακοχώραφα της φαντασίας
Σαν μπαίνεις    
Μικρά να κλώθεις νήματα
Στα κουβάρια των σιωπών να μιλάς
Υγρός μην σε βρει άνεμος
Κι εισέλθει η σκουριά των απόντων
Στις κλειδώσεις του νου 

Στις γιορτές να πηγαίνεις
Έτσι σου είχα προτείνει
Πυγολαμπίδες να κλείνεις στα χέρια
Σταθερά να κρατάς το ποτήρι
Σταθερά ν' ανοίγεις του κάστρου τις θύρες
Στον πάτο της λίμνης
Έπεσε το δαχτυλίδι
Μην υποπτευτείς κανέναν
Χρυσωρυχείο η καρδιά
Φλεβίτσες θ' ανοίγει στο χώμα
Κι' αμύθητους θησαυρούς θα σε κερνά
Στα απόκρημνα φαράγγια
Σαν ακούσεις την ηχώ σου
Χάιδεψε των φωνηέντων τους παλμούς
Κι ανδρώσου
Στο λίκνο της γης που σου εδόθη
Με τις λαβές των δακτύλων
Καμάκωσε τη μυρτιά τον ασπάλαθο τη νεραγκούλα
Μεγάλα να γευθείς στις ρίζες ταξίδια

Στις φλόγες άφοβα να μπαίνεις
Έτσι σε συμβούλευα
Πυροβασίες μην κάνεις στ' αστέρια
Στη στάχτη των κεραυνών μην αφεθείς
Μακριά να σε πηγαίνουν τα βήματα
Ζωντανές να σου φέρνουν εικόνες
Κι άγριες μνήμες
Μια εστία ασβεστωμένη
Μια πυροστιά σκοτεινή
Ένα σύμφωνο καμένο στα άκρα
Το τρύπιο σιγκούνι
Της προγιαγιάς σου άλλωστε
Εσύ το κληρονόμησες
Μαζί με τα δυο λινά προσόψια
Βιγλάτορας να γίνεις της ψυχής
Από εκεί να εποπτεύεις το διαρκές
Ήφαιστος και γυμνή τραγωδός
Πλάι στο σβηστό καμίνι να δροσίζεις
Τους κόμπους των δακρύων σαν στεγνώνουν


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

βλασταίνει η θάλασσα;

Αποτέλεσμα εικόνας για βλασταίνει η θάλασσα;

Ψιθυριστά μια νύχτα με ρώτησες
Βλασταίνει η θάλασσα;
Καρπίζουν οι βυθοί;
Θερίζονται τ' ακρογιάλια;
Ψιθυριστά όπως ξέμπλεκες τα δίχτυα
Μια απάντηση ζητούσες
Κι εγώ σαν βρέφος με ζεστό ακόμα το χνώτο
Έσκαψα στα βιβλία μου
Κατεβασιές χειμάρρων επικαλέστηκα
Αμπέλια κεχριμπαρένια επισκέφτηκα
Βρύα παιχνιδιάρικα ψηλάφισα
Και σε θαλάσσιους κήπους μυθικούς
Στων εσπερίδων τη γλυκύτητα αφέθηκα

(Λυτρωτική η απάντηση ήρθε
Από μια ισχνή σταγόνα
Που μές στην κρυψώνα των όρμων
Στοίβασε το βιος της
Γλυκιές να τη βρούνε μπουνάτσες
Της άμπωτης τα νεκρά κοχύλια
Σάρκα να την κουμπώσουν)

Βλασταίνει η θάλασσα
Σαν το χέρι της κόρης που κρατά το φιτίλι
Στην πόρτα των παθών αναμμένο
Καρπίζουν οι βυθοί
Χρυσά ανεβάζουν στάχυα το καταμεσήμερο
Ανεμώνες σεμνές κι ίριδες σκορπούν το δείλι
Και στης ανατολής την ιερή ώρα
Γονατισμένα τα όνειρα των ξενιστών
Απ' αυτήν σκύβουν και μαζεύουν
Παπαρούνες χλωρές και κι άγριες τουλίπες

Θερίζονται τ' ακρογιάλια
Όπως θερίζεται η κόμη της γοργόνας
Απ' το άγριο στιλέτο των κουρσάρων
Και μ' αμίλητα τα χείλη
Στην αδηφάγα λεπίδα της δίνης
Ικέτιδα προσφεύγει
Υπόσχεση να δώσει αναπνοής
Χρυσό καλέμι
Στο χέρι της μνήμης να εμπιστευτεί
Σκαλιστοί ν' αρμενίζουν οι θρύλοι
Στις στοές των απόντων για αιώνες πολλούς

Άγρυπνος αν μείνεις προσκυνητής
Θα δεις βοστρυχωτά μηνύματα
Τα κύματα να σου στέλνουν
Μελωδική αν γίνεις σειρήνα
Θα δεις ακυβέρνητα σκάφη
Να διανοίγουν στους βυθούς
Βαθιές αυλακιές για τη νέα σπορά
Βλασταίνει η θάλασσα
Απ' το αίμα των ναυαγών λιπαίνεται
Και στο σώμα του κόσμου εδράζεται σαν μυθική τροφός!

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

μιλούν τα χέρια;

Αποτέλεσμα εικόνας για μιλούν τα χέρια;

Έστρωσε το κρεβάτι της Κατευθύνθηκε στο μπάνιο Μαύροι κύκλοι
σκίαζαν τα μάτια της Το δέρμα χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες
Σμιχτά τα χείλη Κι ένα άτολμο δάκρυ στο κάτω βλέφαρο τρεμόπαιζε
αναίτια Άτολμο κι αναποφάσιστο Ανήμπορο να χωρέσει στον
κόσμο της λήθης ή της ανυπαρξίας Διαμάντι να γίνει στη χώρα της
χαράς!
Τα πρωινά δάκρυα είναι τα πιο αληθινά σκέφτηκε όπως και τα όνειρα
της αυγής την ώρα του ενυπνίου
Τόσο ζωντανά που θαρρείς πως με αίμα τροφοδοτούν τους αυλούς
της ψευδαίσθησης Και με κραυγές χθόνιες εφοδιάζουν τη λίθινη
φαρέτρα της μοναξιάς
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Πραγματικότητες κοφτερές σαν λάμες ενθυμίων:
Ένα σώμα αγαπημένο Μια αύρα κυματιστή Μια συμφωνία ημιτελής
Μια παρουσία άυλη Ένας ιππότης με κομμένο πόδι και πλατύ χαμόγελο
Ένας κήπος χέρσος με κουτσουρεμένα δέντρα Ένας καρπός στα λαξευτά
βράχια της μνήμης Μια τελεία που εμποδίζει το όποιο νόημα Μια αγάπη
που στερήθηκε από παιδί!
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Περιστροφές γύρω από έναν σταθερό άξονα
Χέρια πολλά χέρια άκαμπτα να επιζητούν ανυπόμονα φίλιες επιστροφές
Χέρια λευκά να κρατούν μαντήλια με σχέδια χαριτωμένα Σάμπως να
θελαν ν' αποδιώξουν έτσι το άδικο Να βρουν τρόπους  ν' αντιπαλέψουν
τις μεγάλες απώλειες
Μαντήλια που βούτηξαν την πίκρα τους στις ακονόπετρες για να λειανθεί
λίγο το σκληρό νύχι του ζέφυρου!
Χέρια πολλά χέρια και μαντήλια υγρά
Ακόμα τα κρατά στη ζεστασιά της τσέπης της Ακόμα τα χρειάζεται Να
σφουγγίξει τα μάτια Να σκουπίσει τα χέρια Κυρίως τα χέρια Τα δικά της
αλλά και τα ξένα Εκείνα τα αποσταμένα Εκείνα που ποτέ δεν συνάντησαν
τους δρόμους Χέρια που δεν αγαπήθηκαν πολύ Χέρια που μάτωσαν στο
ψύχος Χέρια που σιγά - σιγά ατρόφησαν μοναχά Χέρια που στις φλόγες
παραμορφώθηκαν για πάντα!
Η μαμά της είχε πάντα σημάδια στα χέρια Το χειμώνα συνήθως παίρναν
το χρώμα της αργίλου Σκάγανε κι αυτά όπως σκάει η άργιλος στην ανομβρία
"Με λαδάκι απ' το καντήλι να τα αλείφεις" την συμβούλευε η προγιαγιά μου
Έτσι ημερεύουν τα χέρια Έτσι απαλύνονται οι πληγές Έτσι επιστρέφει η
ομορφιά στο κορμί Είναι ρίζες τα χέρια Φυσικοί ταμιευτήρες!
Κι ήταν όμορφη η μαμά
Κι είχε πολλά χέρια η μαμά Όλα τα προλάβαινε Ένα όμως της ξέφευγε
μονίμως να κάνει Να τα αφήσει ελεύθερα Φτερούγες να γίνουν ζεστές
Να την αισθανθούν Να τα απλώσει γύρω απ' τον παιδικό της λαιμό
Στοργικά να την αγκαλιάσει Να της μιλήσει Να την προσέξει Χάδι
να γίνουν πριν την βραδινή προσευχή Σεπτά ευαγγέλια κάτω απ' το
μαξιλάρι Ανάλαφρα να την οδηγήσουν ως το λυκαυγές...
Χωρίς φόβους Χωρίς ψιθύρους Χωρίς αβίωτες στιγμές
Ίσως εκεί να οφείλονταν κι η συχνή παρουσία των ονείρων που για
χρόνια την ταλάνιζαν
Στα αμίλητα χέρια καθώς και στα μαντήλια που ποτέ δεν ποτίστηκαν
απ' της αγάπης τα μύρα
Το λουλάκι της μαμάς τελικά αποδείχτηκε πανίσχυρο όπως αλύγιστος
ήταν κι ο χαρακτήρας της!

(για όποια μάνα πατρίδα ή ιδεολογία)

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

το σκισμένο καλσόν

Αποτέλεσμα εικόνας για Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο καλσόν σου

Βάδιζε πολύ ώρα Μισοάδειοι οι δρόμοι Που και που ζευγαράκια ερωτευμένα
Παράνομοι εραστές κι απ' τα στενά να βγαίνει η κάπνα των δακρυγόνων
Απόγευμα Τετάρτης στο κέντρο μιας πόλης που χρόνια την ανεχόταν
Κλειστά τα καταστήματα.Τα ρολά κατεβασμένα με γκράφιτι και συνθήματα
πάνω τους φωλιασμένα
Πρόσεξε ένα σύνθημα που της έκανε εντύπωση:
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Αυτή τι θυμόταν;
Πόσες ξενιτιές την έδιωξαν;
Πόσα καπέλα σκορπίστηκαν στον άνεμο;
Πόσα αποτσίγαρα φύτεψε στο κενό;
Περπατούσε ασταμάτητα Άναψε τσιγάρο Παρότι η Άνοιξη ήταν στο έμπα της
έκανε ψύχρα ακόμα Ο κόσμος αναρωτιόταν ποσό θα αργούσε να ακουστεί
μέσα απ' τη γη το ξάφνιασμα της χλόης
Έβγαιναν από έναν βαρύ χειμώνα κι η Άνοιξη σαν παραμελημένη γυναίκα
γύρω στα πενήντα της δεν έλεγε να φτιασιδωθεί λίγο
Έβγαλε από την τσάντα το κραγιόν της κι έβαλε μια ιδέα απ' αυτό στα χείλη
Καλοφτιαγμένη γυναίκα που παρότι διένυε την τέταρτη δεκαετία της ζωής
της κρατούσε κάποια στοιχεία νεότητας ακόμα Μια κομψότητα Μια χάρη
Μια τσαχπινιά Μια επιτήδευση
Συνέχισε να περπατά χωρίς καμιά στάση χωρίς επίμονες σκιές και σκέψεις
Μόνο το σύνθημα σαν αυτοκινητάκι κουρδιστό κλωθογύριζε στο μυαλό της
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Αυτή τι θυμόταν;
Πόσα μαντήλια είχε αποσπάσει απ' τη λήθη;
Πόσα άδεια βαγόνια την περίμεναν;
Πόσες κιτρινισμένες σελίδες έμεναν κενές;
Εκείνη με ένα φόρεμα πάνω απ' τα γόνατα είχε μια τέλεια κι άψογη εμφάνιση
Παπούτσια ψηλοτάκουνα ταιριαστά με την τσάντα της Καλσόν καλοφορεμένο
σταθερό Ούτε ένας πόντος δεν έλεγε να ξεφύγει Να αναπνεύσει το σώμα
Να ξεκινήσουν οι σπασμοί Να κινητοποιηθεί η καρδιά Να χαλαρώσει ο βρόγχος
Ούτε ένας πόντος να την συμπονέσει να την τσαλακώσει να δει ξανά τα χέρια
της γεμάτα Να δει τις αρτηρίες του κόσμου να συμπιέζονται και να ξεσπούν
Στάθηκε μπροστά σε μια βιτρίνα Ρουχάδικο ήταν Οι κούκλες γυμνές Τα λίγα
διακοσμητικά στο δάπεδο ξεφτισμένα απ' το φως του ήλιου
Οι κούκλες γυμνές και μόνες Δεν είχαν τι να φορέσουν Δεν είχαν που να πάνε
Αργούσε κι αυτή η Άνοιξη Ανυπόμονες την περίμεναν με κέρινα χαμόγελα
Λαχταρούσαν να βάλουν τα φλοράλ φορέματα Να ρίξουν τις κοτσίδες μπροστά
Να φορέσουν τα δαντελωτά  ως τον αγκώνα γάντια Να στρέψουν τα καπέλα
τους αριστερά Μήπως κι  αντέξουν τ' αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών
Να φορέσουν τις αέρινες εσάρπες με τις πέρλες Να μην ακούν τα δάκρυα των
νεκρών δρομέων στα πλακόστρωτα
Σκέφτηκε τ' αγάλματα στο μουσείο με τους βαριούς χιτώνες Σκέφτηκε τα άδεια
βλέμματα Σκέφτηκε τους πονεμένους καρπούς Εκείνο το τραχύ που η γη δεν
διαπραγματεύτηκε ποτέ
Εκεί θα πήγαινε στον κήπο του μουσείου στο καφέ που και σαν φοιτητριούλα
επισκεπτόταν
Έριξε μια τελευταία ματιά στη βιτρίνα και με μια σπασμωδική κίνηση - με τα
μακριά της νύχια - έσκισε ως κάτω το καλσόν
Στο Μουσείο την καλωσόρισε απορημένη η ματιά ενός ζητιάνου
Μήπως ήταν αυτός που είχε σκαρώσει το σύνθημα;
Πολύ πιθανόν Την μάγευαν πάντα τα βλέμματα που δεν κρατούσαν μυστικό
Όταν της σερβίρισαν τον καφέ είχε πια εμφανή τα σημάδια της ελευθερίας
στα πόδια
Στο γκαρσόνι μάλιστα που την λοξοκοίταζε χάρισε ένα μικρό χαρτάκι με τα
ψεύτικα της στοιχεία κάτι που συνήθιζε να κάνει από παλιά Κι ένα φιλοδώρημα
καθόλου ευκαταφρόνητο Τουναντίον
Έφυγε και ποτέ δεν ξανακοίταξε με περιπάθεια τις γυμνές κούκλες
"Εκείνο που θυμάμαι από σένα περισσότερο είναι το σκισμένο σου καλσόν"
Σιώπησαν τα ερωτηματικά Κοιμήθηκε η πόλη πάνω στα ιδρωμένα της σεντόνια
Στις γάμπες της επιτέλους έρεε ξανά αλκοολικός ο έρωτας!

Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

πεινάω μαμά....

Αποτέλεσμα εικόνας για πεινάω μαμά....

Πεινάω μαμά
Εσύ μου δίνεις τα χάδια σου
Την αγκαλιά σου
Το παγωμένο φιλί σου
Αλλά πεινάω
Δεν μου αρκούν μόνο αυτά μαμά
Πεινάω
Κι αυτή η παγωνιά στο σπίτι μαμά
Κρυώνει τα δάκτυλα μου
Παγώνει τα χρώματα
Και πως να ζωγραφίσω τα χαμόγελα
Τους ήλιους και τ' αστέρια στο παράθυρό μου
Προχτές η κ. Ευταξία
Με κέρασε ένα μπισκότο βουτύρου
Πολύ νόστιμο
Έπειτα με πέρασε στο αρχοντικό της
Τι να σου λέω μαμά
Πίνακες ακριβοί στους τοίχους
Ασημικά στις βιτρίνες
Και κρύσταλλα μαμά πολλά κρύσταλλα
Στους πολυελαίους στα ράφια στα τραπέζια
Φαντάσου
Τόσο πολύ θαμπώθηκα
Που νόμισα πως και το ταβάνι
Κρυστάλλινο ήταν
Έφεγγε το σπίτι μαμά
Σαν όπως έφεγγαν τα μάτια σου
Πριν αρρωστήσεις

Η κ. Ευταξία που λες
Έχει κι έναν κήπο
Με πολλά δέντρα και λουλούδια
Και με συντριβάνι μαμά
Το φαντάζεσαι ένα συντριβάνι
Με πολλά χρυσόψαρα
Και βότσαλα γύρω - γύρω μαμά
Και κοχύλια και μάρμαρα
Γυαλιστερά μάρμαρα
Σαν τα κρύσταλλα της
Τόσο πολύ γυαλιστερά μοιάζαν
Πόσο θα 'θελα
Στην διχάλα της κιτρολεμονιάς
Πλάι στο συντριβάνι
Να δέσω μια κούνια
Να πηγαίνω ψηλά και να βλέπω τα χρυσόψαρα
Πως κολυμπούν
Να πηγαίνω χαμηλά και να βλέπω
Τα μάτια των πανσέδων
Πως γελάνε

Η κ. Ευταξία μου έδωσε
Κι ένα ζουμερό φρούτο μαμά
Μα τι λέω ένα ολόκληρο πιάτο
Με ζουμερά φρούτα
Ανανάδες κεράσια φράουλες και μάνγκο
Και μια πιατέλα μαμά
Με ζαχαρωτά φουντούκια και φιστίκια
Κι ύστερα χορτάτη όπως ήμουν
Από μια σκάλα εσωτερική
Μ' ανέβασε στη στέγη του περιστερώνα
Κι έστειλα πολλά μηνύματα μαμά
Σ' εσένα στην αδελφούλα στον Μιχάλη
Στον κόσμο που βουρτσίζει τ' άλογα
Στον κόσμο που μαζεύει τα δίχτυα
Στον κόσμο που βυθίζει τους κουβάδες
Στην παγωμένη λίμνη
Πολλά μηνύματα έστειλα
Στα παιδιά μαμά και στα λασπόνερα
Στους γκρίζους τοίχους και στις κλειδωνιές
Γιατί με ξύπνησες τόσο νωρίς μαμά;
Η κ. Ευταξία αλήθεια σου λέω
Προχτές με κέρασε ένα μπισκότο βουτύρου!

Συμμετέχει στο δρώμενο της φίλης Αλεξάνδρας

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

να γιατί σ' αγαπάω ακόμα....(20 + 2 λόγοι)

Αποτέλεσμα εικόνας για γιατί σ' αγαπάω ακόμα....

Σ' αγαπάω γιατί κάποιον Μάρτη
Πριν φύγεις απόσπασες απ΄την καρδιά μου
Ένα βαρύ συρματόσκοινο!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτό το συρματόσκοινο έπλεξες
Σφεντόνες και μικρές τουλίπες
Που ακόμα κρατώ!

Σ' αγαπάω γιατί ξεχειμώνιασες
Στα γόνατά μου δουλεύοντας
Τα υφαντά της ποίησης με χέρια που κλαίγαν!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτά τα υφαντά
Κοιμάμαι τις νύχτες χωρίς εφιάλτες
Κομίζοντας πετράδια στην αυγή!

Σ' αγαπάω γιατί μες στο μεσοχείμωνο
Μου χάρισες ένα δεμάτι στάχυα
Απ' τους τους σιτοβολώνες του ήλιου!

Σ' αγαπάω γιατί με αυτούς τους σπόρους
-Που το δεμάτι έκρυβε-
Ένα κόσμημα έφτιαξα ακριβό
Εκεί να ακουμπώ τις προσευχές μου!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς άργησα
Ένα βράδυ με περίμενε κοχλαστή
Μια σούπα με υλικά του βουνού!

Σ' αγαπάω γιατί μ' αυτά τα υλικά
Ταΐζω αξημέρωτα τους σπουργίτες
Κι άπειρα σου στέλνω φιλήματα!

Σ' αγαπάω γιατί ήσουν σιδηρουργός
Κι έφτιαχνες φεγγάρια τρίαινες κι αγκίστρια
Κι ήταν σαν να μαστόρευες τις πύλες των νεκρών!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα φεγγάρια
Αποβραδίς τα κλείνω στο πηγάδι
Νιούτσικα στον αιώνα να γερνούν!

Σ' αγαπάω γιατί έμπαινες στις καλαμιές
Να στεριώσεις τις φωλιές των σπίνων
Χωρίς τον παραμικρό θόρυβο!

Σ' αγαπάω γιατί όλοι οι κελαηδισμοί
Φέρνουν στο νου μου
Τα φτερωτά σου χέρια σαν μιλούσαν!

Σ' αγαπάω γιατί τα πιο πολλά απογεύματα
Του Γενάρη φύτευες ίριδες στον κήπο
Για να φωταγωγήσεις της σκοτεινιάς το κενό!

Σ' αγαπάω γιατί αυτές τις ίριδες
Αποξηραμένες τις κρατώ στο μαξιλάρι
Και μαζί τους συνομιλώ συνεπαρμένη!

Σ' αγαπάω γιατί μπάλωσες
Την τρύπια μπάλα του σκύλου μας
Με του ουράνιου τόξου τα νήματα!

Σ' αγαπάω γιατί αυτή η μπάλα
Είναι το σωσίβιο μου σαν ξανοίγομαι
Στης αγάπης τη μαύρη τρύπα!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς τίναζες τα σεντόνια
Είδα μια ξεχασμένη Αφροδίτη
Να αναδύεται μέσα από τους παφλασμούς!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα σεντόνια τ' απομεσήμερα
Γλάρων γίνονται κατοικίες κι αποστατούν!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς ξεμάκραινε το καράβι
Είδα στην πλώρη του σκοτωμένο το όνομά σου!

Σ' αγαπάω γιατί αυτά τα καράβια
Αν και μακρινά μου τάζουν ταξίδια
Αγκυροβολημένα σκουριάζουν στην εταζέρα!

Σ' αγαπάω γιατί καθώς βάδιζες πάνω στα κύματα
Ανέβαιναν άυπνοι οι βυθοί να σε κουρσέψουν!

Σ' αγαπάω γιατί με τις ακμές των κυμάτων
Στις αρχαίες κολόνες συμμετρικές χαράζω πορείες!


Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ψήγματα σιωπής (χαϊκού)

Αποτέλεσμα εικόνας για Άνθος του λωτού

Άνθος του λωτού,
Ποια μπόρα σε πρόσταξε
Να την ξεπλύνεις

Ανέμου λόγια,
Στις λόγχες των δακρύων
Σε παρηγορούν

Θαμπά πως φέγγουν,
Της χαραυγής τ' αστέρια
Πριν ξεψυχήσουν

Μες στην ομίχλη,
Φόρεσα δακτυλίδια
Αχνοκίτρινα

Τουλίπες καπνού
Σ' οργωμένο χωράφι,
Τέλος σποράς

Καρπούς τσιμπάνε
Της πέτρας οι σπουργίτες
Γυμνός ο αγρός

Ξενομερίτης
Αέρας περιβάλλει
Άκαμπτο σκιάχτρο

Οι παπαρούνες
Στεφανώνουν τ' αμπέλι
Συρτός ο χορός

Μες στην ομίχλη
Γεμίζουν τα σώματα
Τσίγκινους ίσκιους

Μωβ η λεβάντα
Ετοιμάζει σφεντόνες
Πολιορκίας

Στον ορυζώνα
Ξεβράστηκαν τα φτερά
Της λιβελούλας

Μες στο σούρουπο
Με άλικα σανδάλια
Η γη περπατά

Καφετιά κουμπιά
Στου ήλιου το μαγνήτη:
Φθινοπώριασε

Μες στην πεζούλα
Του γεμάτου φεγγαριού
Κάθετες ρωγμές

Στέρφα εποχή
Κι ούτε ένα αηδόνι
Να σου μιλήσει

Μες το περβόλι
Άνθισαν απρόσμενα
Οι ροζ ελπίδες

Μαζεύεις το φως
Σε κίτρινα ραβδάκια
Μάγος να γίνεις

Χάλκινα δεσμά
Τ' απόγευμα φοράει
Ο γιος της νύχτας

Μικρό κοτσύφι
Σ' αθέριστο χωράφι
Υμνεί τη βροχή

Σαν ακροβάτης
Στα τόξα του ανέμου
Ο χρόνος γυρνά

Κοίτα πως λάμπει
Του πόντου ο ασβέστης
Μέσα στον ήλιο

Λυγερόκορμη
Κατέφθασε η βροχή
Στ' άγονο χώμα

Στο χιόνι πέφτει
Το άλικο λουλούδι
Των αθανάτων

Μάτια φλογίτσες
Στα παγωμένα πλήκτρα
Ερωτοτροπούν

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

οι τροχοί των πλειάδων

Αποτέλεσμα εικόνας για γεννάω - γέννα - γέννηση - γέννημα  ή Χριστούγεννα

Να ακροβολιστώ θέλω
Στις άγιες μορφές των σύννεφων
Εικονοστάσια να στήσω στις οπλές τους
Μικρές πάναγνες ώρες να μοιραστώ
Με τους αόρατους δαιδάλους της φυγής
Τις χάρες σου όλες να εξιστορώ μαγεμένη
Μόνη στο άρρητο ύψος του πάθους
Να απαντήσω το φως κι ερμηνεία να δώσω
Τις λέξεις έμπιστες θα έχω αδερφές
Ακούραστα εσένα να υπηρετούν
Θεραπαινίδες και αρωγοί στην πλημμυρίδα
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
Κέρασμα στους αθώρητους αγγέλους `
Που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!

Πολύχρωμες ανεμώνες
Θα κρατώ στα χέρια
Περίσσια να γίνονται τα θαύματα
Στην τσέπη του Θεού
Σαν σποράκια να τα σκορπώ
Στα πουλιά που νωρίς ορφάνεψαν
Στης πίκρας το αρκτικό ψύχος
Μικρούς ηλίανθους θα φυτεύω
Στου ουρανού το πλατύσκαλο
Λαμπροί να γίνονται οι κύκλοι του χρόνου
Κι οι καμβάδες της σελήνης
Στίλβη να απαστράπτουν
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Ζωγραφιστό να αφήσω το χνάρι
Πυξίδα στους υπαίθριους δραπέτες
Που τα βράδια διπλές ανοίγουν σήραγγες
Ελεύθερα να κυκλοφορούν οι ποιμένες της πάχνης!

Στα απόγεια της χαράς
Αναπαμένη να τινάξω τις φτερούγες μου
Εκείνη η σκόνη της ψυχής
Να σκορπιστεί ευθύς στα δίστρατα
Όρθια μπροστά σου να σταθώ
Στεφανωμένη με κισσούς και κότινους
Να σε πλανέψω
Παραδομένη στα λάγνα όνειρα
Να σου δοθώ
Γιατί το προσκεφάλι μου όπως θα θυμάσαι
Μυρίζει λεβάντα κι άγρια μέντα
Γιατί τα όνειρα μου όπως συχνά μου έλεγες
Εγγίζουν τους τροχούς των πλειάδων
Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ
Μαζί να σπάσουμε το γούρι
Μαζί να φυτέψουμε τη ροδιά
Στον ίσκιο της και στους καρπούς της
Μυστικά να μπαίνεις
Πολύσπορο τον έρωτα να γεύονται οι μύστες της φωτιάς!

Η εκτός ψηφοφορίας συμμετοχή μου στο "14ο Συμπόσιο Ποίησης" της
φίλης Αριστέας