Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Εγχάρακτες λέξεις



Απόστασαν οι θάλασσες
Σκέβρωσαν απ' την πολύ αρμύρα τα πελάγη
Μαύρο πετούμενο ο πόνος
Και πως να τον δαμάσεις;
Σκύβεις δεν κλαις
Θυμάσαι αρχαία ναυάγια
Σκιές τυμβωρύχων
Και ένα κλειδωμένο σεντούκι
Με τα πιο ακριβά ενθύμια:
Του πατέρα το καπέλο
Της μάνας την εσάρπα
Του αδερφού την ψεύτικη διχάλα
Κι ένα τόπι πάνινο δικό σου

Εχτές πριν νυχτώσει
Κλάδεψες το γιασεμί
Στεφάνωσες με τα κλαδιά του
Την κρύα κάμαρα
Ο πόθος να επιστρέψει
Τα χρόνια να λουστούν με μύρα
Το μπαλωμένο σου πουκάμισο
Την ζεστασιά να πάρει του Ιούλη
Αδίκως όμως...
Απόστασαν οι θάλασσες
Εκείνες που τρελά σε γύρευαν τις αυγές
Θάμπωσε το ματογυάλι του φαροφύλακα
Το καράβι εξέπεμψε s.o.s
Θρήνησαν ως και οι βράχοι
Που το χοντρό ετοίμαζαν αλάτι
Για το στερνό δείπνο του ναυτόπουλου
Εσύ απόμακρος σαν τηγμένο μέταλλο
Εμπιστεύτηκες τα σταυρωμένα φιλιά μας στα χάη
Η πορφύρα της δύσης λεκιάστηκε με μαύρο αίμα
Κι οι αστραπές φοβήθηκαν μη μας βρει κακό θανατικό

Απόστασαν κι οι δρόμοι
Θέλησαν σε γκρίζα κουβάρια να μαζευτούν
Αφανίστηκαν πλακάτ πεζοί χαρτορίχτρες
Οι ουράνιοι ταξιδευτές
Θυμήθηκαν ξάφνου
Τη μυστική τους αποστολή
Κι άνοιξαν τις φτερούγες τους
Να σκεπάσουν την σπασμένη του μουσείου προτομή
Προφητικά τα πουλιά μίλησαν
Με λόγια διφορούμενα κι ασαφή:
"Οι Θεοί θα βουβαθούν μπρος
στο πηγάδι με το λιωμένο μολύβι
και μόνο μια καρδιά αιμάσσουσα
θα εξορύξει ευλαβικά
του ανθρώπου το πιο ακριβό ορυκτό"
Προφητικά τα πουλιά μίλησαν
Και μακριά πετάρισαν
Πάνω στα νέφη να απίθωσουν
Των μαρμάρων τις εγχάρακτες λέξεις
Να τις υμνούν οι άγγελοι στις νυχτερινές συνάξεις τους

Αφιερωμένο

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Στη σχισμή του Φθινοπώρου



Χορεύουν τα πεσμένα φύλλα στην άσφαλτο
Μικρές καρδιές που ριγούν στην απώλεια
Χαμίνια που είδαν να σκίζεται το άδειο τους πουκάμισο
Χορεύουν κι οι άνεμοι στην εμπασιά του Νοέμβρη
Τρελοί χαρταετοί επιφανείς στην ασφάλεια του κενού
Παιδίσκες παραδομένες στην ουράνια τέρψη
-Δεν έχω ακόμα σχηματιστεί αργοπόρησα να βγω στα ύφαλα
Να μετρήσω τις μέρες και τα έργα που με θέλησαν μόνη-
Στη σχισμή του Φθινοπώρου άργασα τις γωνίες της σκέψης!

Διάφανα κρύσταλλα αντανακλούν τις φωτιές των άστρων
Στις μεγάλες νύχτες τις παγωμένες απ' τα βήματα της βροχής
Βρήκα μια πέτρα στρογγυλή απ' το αλώνι της πατρίδας
Την έβαλα φυλακτό στο στήθος
Μην και κρυώσει το παιδί στο ταξίδι
Μην και πονέσει του κύκνου ο λευκός λαιμός πριν την κραυγή
Βρήκα μια πέτρα τραχιά απ' του βράχου το στόμιο
Την κράτησα στα χέρια σαν μωρό και την κανάκεψα
Μην και λείψει απ' τον κόσμο ο καλός αγώνας
Μην και αφανίσει η λήθη τα λεπτά μέλη των ερωδιών
Στην σχισμή του Φθινοπώρου συνέλεξα τους θησαυρούς της αγάπης!

Στάζουν οι τρύπιες στέγες στις παράγκες των φτωχών
Τα μεσημέρια αναχωρούν απαρηγόρητοι προς το βορρά
Μελαγχολούν οι μανάδες με αδειανά τα χέρια και τα φθονούν
Προσπαθούν να ξεχάσουν οι προδομένοι την αδικία
Τρέχουν κόντρα στον άνεμο φωνάζουν λοιδορούν την φυγή
Παίρνουν τ' αλέτρι ξεφτούν την σκουριά απ' τα μαχαίρια
Η σπορά ν' αρχίσει να μιλήσει το χώμα ξανά
Μην και μείνει άκληρη η ιστορία και στρεβλή
Μην και ξεχάσει η ανατολή την ορθή της πορεία
Παίρνουν μαχαίρι προγονικό μαυρομάνικο
Στο μεσαίο τον κίονα την εντολή να χαράξουν
Έτσι που να αφήσουν μιαν κληρονομιά στους απόντες
Μιαν γραμμή καθάρια  στον ορίζοντα να διαβαίνουν
Στην σχισμή του Φθινοπώρου πλάνισα τα όνειρα μην και πληγούν!