Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

ο κονιορτός των ευκαλύπτων

Οι διαβαθμίσεις του λευκού
Πάνω στα παγωμένα αντίσκηνα
Θρηνούσαν
Κατοικούσες το κάτοπτρο της σελήνης
Με βλέμμα υγρό πιγκουίνου
Αγάπη, αγάπη πυκνό στρωσίδι της ψυχής
Κωπηλάτης του μικρού βραχίονα
Χιόνι πασπαλισμένο με της κορφής θυμάρι
Η ξεβαμμένη κούπα άπλωνε τσαμπιά κεράσια
Στο περίγραμμα της
Μια αλλόκοσμη γλώσσα μιλούσαν τα πουλιά
Του κρεματορίου στον υγρό θάλαμο
Η νύχτα μητριά των ανεκπλήρωτων πόθων
Μετρούσε διάφανα σεντόνια
Και της κερένιας κούκλας
Τους δύσμορφους λεπτοδείχτες
Οι σειρήνες δεν ήχησαν σήμερα
Οι διακυμάνσεις του λευκού
Πάνω στα παγωμένα αντίσκηνα
Μάκραιναν
Στους υποθαλάσσιους συρμούς αγκομαχούσε
Υπερφίαλο το τρένο της έκτης πρωινής
Άκαμπτες οι μνήμες του υπερούσιου άρτου
Πάνω στο ανατολικό τραπέζι της Κυριακής
Μνήμη, μνήμη αυλακωτή χαρακιά
Στα μαστιχόδεντρα μάτια
Απατηλή νεράιδα με τα χάλκινα πανέρια
Οξειδωμένα από το νύχι του δρυοκολάπτη
Ένα απαγορευμένο ποίημα σκίαζε
Το χάρτη της άρρητης περίπτυξης
Περίλυπα δυο στάχια αποδομούσαν
Τη πορσελάνινη ψίχα του κόσμου
Αγάπη, αγάπη
Στης γης το ανώγειο χαμόγελο
Αποσκιρτούσε η μεθυσμένη κόμη του αλατιού
Βήματα αργά διέσχιζαν την λεωφόρο
Των πένθιμων ευκαλύπτων
Κι η απουσία ξεφύλλιζε νωθρά το τελευταίο
Καλαμπόκι των αγρών
Πρωί και ξυπνούσε κάτωχρη η τεθλιμμένη
Αδελφή του ιερολάτρη Πόντου
Οι διαβαθμίσεις του λευκού
Πάνω στα παγωμένα αντίσκηνα
Στηλίτευαν το τελευταίο μήνυμα
Της μέθυσης καρδιάς