Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

απέχω απ' τις μέρες του σύννεφου



Χαλίκια παντού
Στρογγυλεμένα βότσαλα
Τα πέλματα να γελούν ξετρελαμένα
Στην θηλυκή επιστροφή της πέτρας
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Οι ήχοι των κυματισμών
Φτάνουν ως εδώ με λίγες αντηχήσεις
Από γέλια παιδιών
Οι αμμουδιές με καλούν
Όπως καλώ τις καλές νεράιδες
Τις νύχτες που σφίγγει ο κλοιός της ζωής
Απειροελάχιστη έγινα για να με ψάχνεις στο χάρτη σου!

Περιεργάζομαι βουβή το στέμμα του ήλιου
Κλέβω μια αχτίδα μικρή
Την φορώ στην μέση σαν κορδέλα
Ποιος σου είπε πως δειλιάζω την νύχτα
Δες με πως λάμπω ιριδίζουσα μεμβράνη
Ξεσφίγγω τα χέρια
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Δεν προσεύχομαι απλά επιτηρώ
Την καταιγίδα που φτάνει
Ποιος θα το 'λεγε
Εγώ που απέχω απ΄τις μέρες του σύννεφου
Να απειλούμαι απ' των δακρύων το εικόνισμα
Ξεσφίγγω την ζώνη
Ηλιογέννητη έγινα για να με θέλεις τις νύχτες!

Συνεπαρμένη βαδίζω στο φως
Αόρατοι άγγελοι με περιστοιχίζουν
Μουδιάζουν οι ώμοι
Τα άκρα πονούν
Τα μαλλιά μου γέμισαν χώμα αργίλου
Φυτρώνουν πανσέδες
Στις γύρω πρασιές
Η γη με εκδιώκει
Δες με πετώ με φτερά σκονισμένα
Η γη με αποβάλλει
Τινάζω την κόμη
Φυκιάδα λουσμένη με φως
Με άρχει το φέγγος
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Περιστρεφόμενη πεταλούδα σε λυχνία
Τους κύκλους μετρώ στην λευκή σου αγκάλη
Μεθώ με ηδονικές εκτινάξεις
Απεριόριστη έγινα να με μετράς στα πελάγη σου!

Σου χρωστώ ένα ταξίδι
Μου χρεώνεις μια ζωή
Σκάβω στις θίνες πονάει η αρμύρα
Κλειδώνει την σκέψη τον πόθο στοχεύει
Δεν είναι μακριά η θάλασσα
Σφυρίζει ανοιχτά ένα καράβι
Δένω τον μπόγο μου σφιχτά να μακρύνω
Ξεχνώ τη καρδιά να ποτίσω
Σε βλέπω που φτάνεις σκυφτός
Συνεπαρμένη τρέμω σαν διάφανη μέδουσα
Ανοιχτά ένα καράβι
Σινιάλα δεν ξέρω
Στο κύμα πετώ
Αδιάφορη σχηματίζω στα πέλματα δίχτυα
Ψαρεύω υδάτινες κόρες κρουστές
Φιλιά αρρωστημένα
Αλαργεύω κι εσύ προσπερνάς σπασμένος τροχός
Αόρατη έγινα να με πενθείς με λυγμούς στα όνειρά σου!

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές




Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ο τόπος μας



Οι δρόμοι μας είχαν φραγκοσυκιές στα άκρα
Σειρές πολλές κατάφορτες με άνθη κίτρινα
Και μαραμένους καρπούς σε χρώματα ψυχρά
Δείλιαζαν τα χέρια μας να τις αγγίξουν
Πλήθαιναν κι ογκώνονταν τα ριζώματα τους
Ξέφευγαν κι απλώνονταν παντού σαν κόνδυλοι
Αιμορραγούσε η γη στο διάβα τους
Και το μάτι μας γίνονταν κόκκινο σαν το μάτι της αγρύπνιας
Τρυπούσαν τα αγκάθια τους το στέρνο της γης
Τρυπούσαν και τα πληθωρικά όνειρά μας
Κατέβαινε η μάνα μας την σκάλα και μας ψηλάφιζε
Ο φόβος της ένας: μην ξεχάσουμε ανοιχτή την πληγή
Και δραπετεύσουν οι λογισμοί κι οι καλές μοίρες της φασκιάς μας!

Οι κήποι μας είχαν πορτοκαλόδεντρα και νεραντζιές
Πλούμιζαν τον Απρίλη με ευωδιές κι άνθη
Κατεβαίναμε τους όχτους και τραβούσαμε στον ποταμό
Μαγεμένοι απ' τα αρώματα να ξεπλυθούμε
Να γαληνέψει και να πραΰνει το άστρο της ψυχής
Μη και διακτινιστούμε και χαθούμε σε σχηματισμούς τυφλούς
Έρχονταν οι κυράδες με τα φλογάτα μαντήλια
Μας μάλωναν και μας νουθετούσαν
Έρχονταν κι οι μικραγγέλοι και μας φώναζαν
Κρύβοντας στις φτερούγες τους τις εντολές
Κι εμείς ελεύθεροι παίρναμε χαλικάκια και μικρά όστρακα
Περιφράζαμε τα δέντρα στήναμε αιώρες αυτοσχέδιες
Συνομιλώντας με τις καλές νεράιδες των ρυακιών
Έτσι κατακτούσαμε έναν πόντο γης που οι μεγάλοι απαρνιόνταν
Κι είχαμε φως κι είχαμε μάνες γελαστές στις αυλές μας
Κι έναν μεγάλο προορισμό: να πιάσουμε την ανέμη
Και να υφάνουμε με σαΐτα αργυρή τον πρώτο της ζωής μας ανάπαιστο!

Ο τόπος μας ήταν περίκλειστος από ασημένια λιόδεντρα
Κούρντιζε στις λόγχες τους ο ήλιος την άρπα του
Και σθεναρά μας πολιορκούσε τα μεσημέρια
Χιλιάδες χρώματα χιλιάδες ήχοι πλάγιαζαν μαζί μας
Κάτω από την πλούσια κρεβατίνα γλυκαίνοντας τον ύπνο μας
Βγαίναμε στους αγρούς το απόγευμα με μικρά σπιρτόκουτα
Να φυλακίσουμε θέλαμε εκεί του καλοκαιριού τον μόχθο
Τζιτζίκια και χρυσόμυγες και μικρές πεταλίδες
Σαν να ήταν η τσέπη μας κομμάτι του παραδείσου
Και η παιδική μας καρδιά ένα μεγάλο ελικοδρόμιο
Ανεβαίναμε τ' αψήλου  χανόμασταν στα ακροκέραμα τ' ουρανού
Μαζεύαμε πόντο πόντο των νεφών τα ασημένια σήμαντρα
Κουδούνιζαν οι γειτονιές αχνογελούσαν οι γερόντοι στους καφενέδες
Και έπιναν τον καφέ τους παρέα με τις χαρτορίχτρες
Η χαρτωσιά έδειχνε πάντα την ζωή την αγάπη και τον έρωτα
Κι εμείς χορταίναμε την πείνα μας με τα χαμόγελα της Αφροδίτης
Κρυφοί αναστεναγμοί κρυφά συναπαντήματα στα υποστατικά μας
Κι απορούσαμε πως και δεν νοιώθαμε το βάρος της αδικίας
Που είχε χτυπήσει τις πόρτες των πατεράδων μας
Είχαμε το κλειδί αυτό που μας άνοιγε τις καστρόπορτες των βουνών
Κι εκεί πλάι στις πολεμίστρες γεμίζαμε με μπαρουτόσκονη τα μεγάλα κανόνια
Έτσι που ξάφνου ανάβρυζε το λάδι στα κιούπια μας και πλήθαιναν ξανά τα αγαθά μας!

Στα σύνορά μας ενδημούσαν τα δροσάτα αμπέλια μας
Δύναμη αντλούσαμε απ' τους γλυκούς χυμούς τους
Κεχριμπάρια στολίδια φτιάχναμε με τους καρπούς τους
Στρώναμε λινά αεράτα τραπεζομάντηλα στα τραπέζια μας
Και ακουμπούσαμε τα πανέρια σεβαστικά
Έρχονταν τα σπουργίτια κι οι σπίνοι και τσιμπολογούσαν
Σφίγγονταν η καρδιά μας απ' την χαρά και την μέθη
Και στήναμε διπλούς χορούς δίπλα στα αναμμένα ρακοκάζανα
Μοσχοβολούσαν οι αυλές μας νωπό ασβέστη πάστρα γιασεμί κι αγιόκλημα
Τα απογεύματα τραβούσαμε για τα ξωκκλήσια την μετάληψη να ετοιμάσουμε
Να γευτεί ο κόσμος όλος της σάρκας μας και του αίματος μας την ευλογία
Χαμογελούσαν οι θλιμμένες Παναγίες και μας χάριζαν μικρά φωτοστέφανα
Κι εμείς πλανεμένοι τριγυρνούσαμε στα σοκάκια
Της δικής μας Εδέμ σαν νέοι μάρτυρες
Έτσι γνωρίσαμε τον Θεό την ανοικτή αγκάλη και τον θάνατο
Αλλά εκείνο που μάθαμε πιο καλά ήταν το νυκτερινό τραγούδι των γρύλων
Πάνω στους ρυθμούς τους συνθέταμε τα δικά μας λιανοτράγουδα
Τα γράφαμε σε μικρά χαρτιά τα κλείναμε στα σεντούκια μας
Κι όταν έρχονταν οι γιορτές τα τραγουδούσαμε στις πλατείες
Κι ομόρφαιναν τα πλακόστρωτα κι άστραφταν οι γειτονιές
Κι ο κόσμος γίνονταν μαγικός σαν την σάρκα του ροδιού
Ήταν τότε που στο ρολόι του καμπαναριού σήμαινε η μεγάλη ώρα
Η ώρα των ποιητών με τις παιδικές καρδιές!


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

σπονδή στο Θέρος




Χαρισμένο στην Αριστέα

Ήταν ένα σύννεφο αχνό στην γυάλα της δύσης
Ένα χέρι που αγγελοκρούει το πέτρινο σήμαντρο
Κάτω στον κάμπο και χάνεται
Τα κορίτσια που ερωτεύονται κατάφορτες αγριαπιδιές
Στης μέρας το ζεστό κόρφο και μελένια γίνονται φωτάκια
Σε παραθαλάσσια κέντρα
Οι μικρές Παναγίες των ακτών με τα διάφανα δάχτυλα
Δεν ήταν μύθος που υποβόσκει
Ήταν το Θέρος το φεγγερό ...

Ήταν δροσιά αρμύρα φρεσκάδα
Πέπλα γαλαζοπράσινα που ο ζέφυρος ερωτεύεται
Κορμιά που πάλλονται λέξη που αποκρίνεται
Ήταν η μέθη η παραζάλη και το άγος
Το κρυφό μονοπάτι που σε αρνήθηκα
Και μετά σε απόκτησα για να σε ανακαλώ
Δεν ήταν τα βρύα που στην πέτρα σκοντάφτουν
Ήταν η θάλασσα η γλυκοφιλούσα...

Ήταν το γιασεμί το φτερούγισμα των γλάρων η μυρωδιά
Του κίτρου
Το ανάχωμα που εντός του βρήκε η κόρη το χρυσό περιδέραιο
Του Ιουλίου
Η σπονδή που στον δικό του Θεό κατέθεσε
Το μικρό ναυτόπουλο
Στου άλμπατρος τη φτερούγα ένα ανέμισμα φωτιάς
Το οχυρό της σμέρνας που σπαράσσεται απ' το κύμα
Δεν ήταν οι άνυδρες συκιές και το κρυφομίλημα στον καθρέφτη
Ήταν το Θέρος το ποθητό...

Ήταν τα βράχια που λαξεύονται απ' τον άνεμο
Η χρυσή πλεξίδα που έχασε η αδερφή μες στα δίχτυα του χρόνου
Το θαμπό μανουάλι το θησαύρισμα της γης και το τρίποδο του ήλιου
Τα κρινάκια που σπλαχνίστηκαν τη μοναξιά μας
Και αργά βημάτισαν
Δεν ήταν η αργυρή αστραπή στην οπλή του Κένταυρου
Ήταν η άμμος η πολυσυλλεκτική...

Ήταν το κλεφτοφάναρο κι οι πυγολαμπίδες
Στο μέτωπο του Αυγούστου
Η πέτρα η στιλπνή που θυμίαζε το φεγγαρόφωτο
Ήταν οι όρκοι που πατήθηκαν και ποτέ δεν ξεστόμισες
Το πτερύγιο του δελφινιού που γαλάνιζε πλάι στην μπλε σημαδούρα
Το κοχύλι που σε οδήγησε στα άχρονα πάθη
Κι η γιρλάντα του βασιλικού
Δεν ήταν η επιγραφή που το νύχι αφήνει στον πάγο
Ήταν το Θέρος το αργοσάλευτο...

Ήταν το πανέρι κι η γαλαζόπετρα που απ' την θάλασσα ανεβάσαμε
Μιαν νύχτα αστρόφεγγη για προσκεφάλι
Τα παιδιά που μάτισαν και συναρμολόγησαν τραγουδώντας
Τα δυο ημισφαίρια
Η σχισμή που αλαργεύει κι ο πικρός μισεμός
Η μικρή σαλαμάνδρα που αγρυπνά στην καρίνα
Δίπλα στο " έχει ο Θεός"
Δεν ήταν η αμαζόνα με τα χρυσά τα σπιρούνια
Ήταν τα καράβια τα πολυτάξιδα...

Ήταν οι θεριστάδες και το ιδρωμένο μαντήλι
Τα σκίνα που φορτώθηκε ο μικρός αγωγιάτης για στέγη του
Ήταν ο φώσφορος η αυγή κι ο μυχός του αστερία
Πλάι στον αμπελώνα το σούρπωμα
Ήταν ο πετρόμυλος το ψωμί το φιλί κι ο καημός μας
Το λαχούρι που σαν άμφιο σκέπαζε το δάκρυ της στάμνας
Δεν ήταν οι άκανθοι κι οι στερνές προσευχές
Ήταν το Θέρος το αυτοκρατορικό!

Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο 4ο Συμπόσιο Ποίησης της Αριστέας
όπου για άλλη μια άλλη φορά συγκεντρώθηκαν μοναδικές συμμετοχές
από τους φίλους και τους θιασώτες της Ποίησης!

Το παραπάνω ποίημα φιλοξενήθηκε στην σελίδα Ποιητές του κόσμου 
του αγαπημένου φίλου ποιητή Στρατή Παρέλη και τον ευχαριστώ πολύ!


Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

βράχια και θάλασσα

53699-The_Shore_of_the_Turquoise-Sea.jpg

Βράχια και θάλασσα και στενωποί
Χαμηλές πτήσεις στην κορδέλα της άμμου
Μια αστραπή που τρυπάει τον χαλκό της δύσης
Με χίλιες πύρινες γλώσσες - κρύψου στα νερά
Διπλώνω τα χέρια
Απασχολώ το μυαλό
Ματίζω τις φλέβες μου
Σκοτάδι πλοκάμι μαύρο αφαίμαξη
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από την εικόνα σου
Που καθέλκυσε η μνήμη μου απ' το παρελθόν

Βγαίνω με κόκκινο μεσοφόρι γιορτινή
Στον παράδεισο της ασβεστωμένης ράχης
Ένα γλαρόπουλο σκυφτά με ακολουθεί
Τι γυρεύω εγώ στην ομορφιά
Τι καρτερώ πριν τη φυγή
Τι ανασκαλεύω στους όρμους να βρω
Απουσία πόνος αμυδρός καταστολή
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από ένα θυμίαμα
Που οι άγγελοι πρόσφεραν στον έρωτα των λιμανιών

Στο σπίτι τα φώτα σβηστά αδρανώ δεν λυγίζω τη μέση
Στους δρόμους περνά ο τελευταίος διαβάτης
Ένα ασήμισμα είχε η μορφή σου χτες
Σαν να ήσουν ποταμός και νέφος της βροχής
Σε αγκαλιάζω και στάζω
Σε χαιρετώ και ανατέλλω
Σε ενθυμούμαι και θωρώ ένα άστρο
Ανάμνηση κλαυθμός νεογνού υπεκφυγή
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από ένα πλησίασμα
Που μια πεταλούδα επέτρεψε πάνω από το δάκρυ σου

Καρδιοχτυπούν τα φύλλα της φιλύρας την νύχτα
Δεν βλέπω όνειρα των χτύπων αποζητώ την επαφή
Βγαίνω στον κόσμο λουσμένη με μύρα και λάδι μυρτιάς
Να φανεί περιμένω το παιδί που αδυνατεί να κλάψει
Να απλώσω τα χέρια να ξεχάσει την χαμένη γενιά του
Ασπάζομαι το χνώτο της πικρής μοίρας
Αποποιούμαι το βλάστημο βλέμμα
Σηματοδοτώ τις εκτάσεις που αποψίλωσε ο άνεμος
Ανακολουθία πατρίδα θυμωμένη φονικό
Τι ήταν αυτό το καλοκαίρι παραπάνω από κονιορτός
Που μια άμαξα μεσαιωνική ανασήκωσε στα χαλάσματα

Το φέγγος της σελήνης αποχωρίζομαι γελώντας
Τυφλή παρατηρώ τους απίθανους ακροβατισμούς των άστρων
Ξεχνιέμαι σε μια σκιά κι εκεί στήνω το κάστρο μου
Καθρέφτες πολλοί να αντανακλούν τα σφάλματα
Και τα λόγια που δεν αποτόλμησες να πεις
Κι ένα μεγάλο λαβομάνο να ξεπλύνω τα αίματα
Αυτή η μόνη μου περιουσία αυτό το μοναδικό μου ταξίδι
Σε ανασαίνω με στήθος βαρύ
Σε κυνηγώ με φτερωσιά γερακιού
Σε ακουμπώ με δάκτυλα που υφαίνουν την λήθη
Αποχωρισμός δόνηση της γης ερημιά
Τι ήταν εκείνο το καλοκαίρι παραπάνω από μια συνθήκη
Που έκλεισα με τα στρατεύματα που η ιστορία απέφυγε να ανασυντάξει


Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της  Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

η μόνη στιγμή



Στάσου μια στιγμή μόνο
Τώρα που έμαθα να ψιθυρίζω
Τ' όνομά σου χωρίς να πονώ
Μια στιγμή σου ζητώ ακέρια δική μου
Να ξεκουρδίσει η καρδιά
Το ρολόι της ατέρμονης επανάληψης
Μήπως κι έτσι λησμονήσω
Της αρμύρας το πεπρωμένο
Που με διώκει
Μικρή εγώ κι ανυστερόβουλη
Γρικώ τους χτύπους κι αναστρέφω
Της μνημοσύνης το πικρό κύμα 
Κι επάνω του καλπάζω ανέμελος άνεμος
Που τελικό καταφύγιο βρίσκει σφυρίζοντας
Στα γαλάζια σου παραθύρια που σφαλιστά παραμένουν στην κραυγή μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Τόσο που να διαγράψω δειλά
Ένα κύκλο στο άγιο σου σώμα
Τόσο που απ' το δισκοπότηρο σου
Να μεταλάβω την ύστερη πράξη
Μεγάλη πράξη του εραστή θανάτου ομολογία
Την ευλογία να έρχεσαι
Στου ύπνου μου τα πέπλα
Δεν την χωρά της καρδιάς το ανασκίρτημα
Χάνομαι σαν μάγισσα που το ξόρκι
Δεν λύνει κι άφατη λύπη
Πλήττει του έρωτα το κατακόρυφο βύθισμα
Πλεούμενο εγώ με σπασμένα άρμενα
Αφήνομαι σε πελάγη ανοιχτά
Λαθραίος επιβάτης
Σπάζω σε ύφαλα και σε ξέρες δονούμαι
Κι εσύ παρατηρητής σε λέμβο ξύλινη
Αναδεύεις την ακύμαντη δύση
Με χέρια που ανεξέλεγκτα παραμορφώνουν τον ορίζοντά μου

Στάσου μια στιγμή μόνο
Μέχρι να βρω ένα ραβδάκι
Να ανακινήσω του γαλαξία
Το ασημένιο ποτάμι να πλυθείς
Μετά έλα μαζί μου ξανά
Σου έφτιαξα όχθες
Πνιγμένες στις ιτιές και στα πλατάνια
Να ξαποστάσεις στον ίσκιο τους
Σου έφερα βότσαλα
Να σκαλίσεις των ποιημάτων σου
Τα πικρά νοήματα
Κι ακόμα λυγαριές σου έφερα
Διπλά να πλέξεις την ανεμόσκαλα
Που στην σελήνη καθάριο θα σε φέρει
Εκεί να σε βρω αιθέριο
Μες στους κρατήρες απαγκιασμένο
Να αφηγείσαι στις φεγγαρόπετρες
Τα μυστικά που μου 'κρυψες λόγια

Μια στιγμή να μου χαρίσεις μόνο
Μια μόνη στιγμή
Κι εγώ θα απλώσω
Το ολοκέντητο σεντόνι
Να σκεπάσεις τα χρυσά προσωπεία
Που τόσο σε φόβιζαν από παλιά
Κι ένα ματσάκι αγριοβιολέττες θα σου φέρω
Απ' την χαράδρα του Αίμου
Να λάμπει μωβ η ευωδιά
Μπροστά στα φιλήδονα χείλη σου
Γιατί με κύκλωσε ξανά η ομορφιά
Κι έχω ανάγκη να κλάψω για λίγο έστω
Πάνω από το θάμβος του φιλιού σου
Πρώτο φιλί στερνό φιλί
Κι ο σπαραγμός σφιχτά μπλεγμένος
Στο απροσδιόριστο μήπως
Επανεκκινεί συστολικά τον κρυμμένο πόθο μου
Σε χαράκια κυκλικά απουσίας
Πως να σε βρω;
Πρέπει να τρέξουν τρελά οι θύμησες στου χρόνου την δίνη
Μην και προλάβω να μπω προσκυνητής
Στον δικό σου υπερώο
Που ανενδοίαστα ένας λιθοξόος αλλάζει αέναα την γεωμορφία του

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα για ακόμα μια φορά
αποσπώντας την αποδοχή πολλών και τα θετικά σχόλια τους!