Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Ο ίλιγγος των πραγμάτων

Άναψε το κερί στην εταζέρα. 
Τρεμούλιασε το φως στο δωμάτιο
λες και κάποια αόρατη βεντάλια να 
έσερνε δώθε πέρα τον αέρα εκεί γύρω. 
Πήραν να τρέμουν στη συνέχεια οι κουρτίνες, 
τα κάδρα, τα μανικετόκουμπα στο
παλτό του πεθαμένου, οι τοίχοι 
και το δρύινο πάτωμα που πάνω του
είχε αφήσει τις λαστιχένιες γαλότσες
τις γεμάτες λάσπες και βρύα. 

Βροχερός ο καιρός. 
Άναψε τσιγάρο. 
Έτρεμαν οι κύκλοι του καπνού τώρα 
με τη σειρά τους. 
Το σώμα της μόνο ακίνητο μέσα στη φαρδιά 
μπρεζέρα απέναντι από τον οβάλ 
καθρέφτη. 
Το σώμα της μουδιασμένο από το ψύχος
παρατηρούσε την άγρια επιθυμία των
αντικειμένων για αδιάλειπτη κίνηση. 
Θεώρησε πως βρίσκονταν μέσα σε 
ένα καράβι κάτω από μια φοβερή τρικυμία 
και με πολλά μποφόρ. 
Ξέφυγε ο νους και νοερά βρέθηκε ανοιχτά 
στο πέλαγος, δεν το φαντάστηκε, 
τουναντίον το έζησε. 

Σηκώθηκε από τη μπερζέρα κι άρχισε να 
ετοιμάζει τη βαλίτσα της.
Πήρε και κάνα δυο τρία βιβλία και τα
τοποθέτησε κάτω από τον ελάχιστο ρουχισμό.
Όλα στο δωμάτιο γύρω συνέχιζαν να τρέμουν. 
Παραπατούσε σαν όπως τότε παλιά 
που είχε προβληθεί από έναν ίλιγγο
κι ένιωθε την άσφαλτο να προχωράει 
αδιάκοπα σαν το διάδρομο στα περιφερειακά 
γυμναστήρια. 

Έσβησε ταραγμένη το κερί. 
Όλα άρχισαν να επανέρχονται. 
Έσφιξε τη γροθιά της.
Στο πάτωμα σκόρπια τα μανικετόκουμπα 
του πεθαμένου.
Ήταν τα μόνα που δεν άντεξαν την διαρκή 
κίνηση κι έπεσαν σαν νυσταγμένα μάτια 
κάτω στο πάτωμα. 
Δεν τρόμαξε, τα μάζεψε και τότε παρατήρησε 
πως ήταν ζεστά σχεδόν καυτά λες και κάποιο
χέρι να τα είχε τρίψει με μαλακές κινήσεις
για ώρα.