Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

αδημονία σαν ευχή

Αποτέλεσμα εικόνας για σκύλος

Έκλεισε τα παντζούρια Γαλάζια παντζούρια στο χρώμα της απάνεμης θάλασσας στα μέσα του Σεπτέμβρη
Τα είχε φέρει από το χωριό Τότε που αλλάξανε τα κουφώματα για να μπουν κάποια άλλα ασφαλείας Εκείνα τα μοντέρνα Άλλαξε ταυτότητα το πατρικό της μετά από αυτό Μα ποιος να το γνοιαστεί;
Κάθισε στο νησιώτικό ξυλόγλυπτο καναπέ της Από μαόνι το ξύλο Γερό σκαρί με ριγωτές μπλε και άσπρες μαξιλάρες Αφράτες και βολικές Παραγεμισμένες με λευκά μικρά πουπουλάκια Χήνας ή πάπιας Ποτέ δεν το συγκράτησε όταν τα πήρε από ένα παλιατζίδικο ένα απόγευμα αναμελιάς
Το τσάι κόχλαζε στο γκαζάκι Τσάι βουνού Από το αγαπημένο της βουνό Εκεί που ακόμα και οι πέτρες ξεπερνούν σε αίγλη και τα πιο λαμπρά αγάλματα των μουσείων
Η κούπα της ήταν πορσελάνινη με σπασμένο το καλαίσθητο χερούλι της Ατέλειωτες οι μετακομίσεις Μα τώρα είχε βρει τη γωνιά της Το απάγκιο της Τον δικό της παραστάτη 
Ένα παλιό νεοκλασικό στο κέντρο της πόλης Με τις λίγες οικονομίες της το είχε μεταμορφώσει σε πραγματικό παλατάκι Μιλάει η ύλη όταν είσαι μαζί της προσηνής Φίλια σου χαρίζει αναθήματα στη καρδιά να τα στεριώνεις με ρευστή κόλλα της ευλογίας
Έστρεψε το βλέμμα της στον επιτοίχιο καθρέφτη της Συμπαθητική ήταν Ακόμα και θελκτική θα την έλεγες παρά την απειλητική στίλβη του χρόνου που ποτέ δεν παραλείπει να σφραγίσει τα πάντα γύρω Τα μέσα και τα εκτός Τη φλέβα της ψυχής ως και τους πόρους της επιδερμίδας Ακλόνητη αυτή τον αντιμάχονταν μα και τον προσκαλούσε συντράπεζο της στα όνειρά της Μια φιλία κερδισμένη από παλιά Μια ιδιάζουσα σχέση που μύριζε αγώνα και φρέσκο ιδρώτα πρωινού κρίνου
Στα γούνινα μποτάκια της αναπαύονταν το σκυλάκι της Αδεσποτούλι το βρήκε να τριγυρνά στη παρακείμενη πλατεία Το περιμάζεψε Δεν άντεξε αυτό το βλέμμα της αδημονίας Την αγωνία της εγκαρτέρησης στα σχιστά του μάτια
Έγινε ο φίλος της Ο αχώριστος σύντροφός της Το κεντημένο μαξιλαράκι της γιαγιάς της είχε για σπιτάκι του Με μια παράσταση έξω από τα νερά του Μια ασπρόμαυρη γάτα που ξετύλιγε ένα κουβάρι Ίσως γι αυτό το λόγο -σε αντίθεση με τη φύση του- να συμπαθούσε και τις γάτες της γειτονιάς
Μαζί τους έμπαινε στα όνειρα Μαζί τους κυνηγούσε την ουρά του Μαζί τους καταλάγιαζε τις αγωνίες του Το στρεβλό ποδάρι της πρωτινής ζωής του στην αγκαλιά της λήθης με τη βοήθεια τους να επιστρέψει
Τις αγαπούσε πολύ όλες τις κεραμιδόγατες Όλες αυτές τις κυνηγημένες μάγισσες
Αν έριχνε ένα νόμισμα στον αέρα αυτός θα έφερνε πάντα γράμματα κι αυτές την κεφαλή Συγγένευαν
και ποτέ δεν αστοχούσαν Πάντα αυτός έφερνε γράμματα και πάντα αυτές θα τον κηδεμόνευαν  με τα ναζιάρικά τους κελεύσματα Μια φιλία ακριβοδίκαια ζυγιασμένη Μεγάλη κι απρόσβλητη από το θραύσμα του άδικου κόσμου που υπέβοσκε στα σκοτεινά υπόγεια της κόλασης
Έστρεψε το χέρι της και τον χάιδεψε Υπάκουο σκυλί καλοσυνάτο δοτικό σε ότι γύρω του κινούνταν
Από ανθρώπους έως ζωύφια Από σκιές μέχρι φωταψίες Μόνο με τους κρότους δεν συμφιλιώνονταν Ανατρέμιζε η καρδούλα του ανασήκωνε τ΄αφτιά του φοβόταν Το μαξιλαράκι της γιαγιάς αποζητούσε Τα κουβάρια κι αυτός να ξετυλίξει Το κακό να περάσει Σαν αστραπή να φύγουν τα ξωτικά Με τις γατούλες του ψηλά να ορθωθεί σαν σωλήνας στροβίλου
Ο γιατρός του στην τελευταία επίσκεψη της το τόνισε ρητά Τρεις μήνες είχε ακόμα ζωή Καθολικός ο εφιάλτης κι η λάμα κοφτερή να σκίζει  το σώμα σαν χασέ
Τι θα έκανε στο μέλλον χωρίς εκείνον;
Ποιος θα της ζέσταινε τα πόδια;
Ποιος θα της ζωγράφιζε τη ζωή;
Ποιος θα της γύριζε τους δείκτες της χαράς;
Ίσως το κρεβατάκι του κι ίσως πάλι μια μεγάλη καλαθούνα με όλων των λογιών τα πολύχρωμα κουβάρια Πλεκτές κουβερτούλες να φτιάχνει γι όλα τα κατατρεγμένα κι άδολα πλάσματα της γης
Κι είχε πολλά τέτοια ανυπεράσπιστα στο εξής να γνοιαστεί
Η περίμετρος του κόσμου είχε ξαφνικά μεγεθυνθεί σε σημείο που το σύμπαν να εκλιπαρεί για επιπλέον ανάσες ώστε να μην εκραγεί σαν πυροτέχνημα αστοχίας!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο"Παίζοντας με τις λέξεις" που επιτυχώς διοργάνωσε η αγαπημένη μας Μαρία 
με πολύ δυνατές συμμετοχές!!!

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

μικροί άγγελοι

Αποτέλεσμα εικόνας για σιτοβολώνες

Χόρευε ανάμεσα στα στάχυα όλη νύχτα
Βαθυσκότεινη νύχτα Χωρίς φεγγάρι
Μόνο με άπειρα αστέρια Τ' αγαπούσε τ' αστέρια
Μικρό παιδί συνήθιζε να κάθεται στα σκαλοπάτια και να τα μετρά
Δεν άκουγε κανέναν Καμιά απειλή δεν την τρόμαζε
"Αν μετράς τ' αστέρια θα γεμίσει το πρόσωπό σου με σπυριά" της έλεγαν
Αυτή ανένδοτη
Έπαιρνε τη μαθητική της τσάντα Μια δερμάτινη τσάντα
Παραγγελία του μπαμπά της στον κυρ Χρήστο τον τσαγκάρη
Εκεί στη μεσιανή θήκη μάζευε όλα τα τραυματισμένα αστέρια
Εκείνα που ξέφευγαν από τον ουράνιο θόλο κι έπεφταν στη γη
Πλεύριζε να τα δει το φεγγάρι μα εκείνη το απόδιωχνε
Φοβόταν μην της αρπάξει κανένα και λιγοστέψει το φως της 
Ένα δύο τρία τέσσερα....εκατό αστέρια Καλή η σοδειά γι' απόψε 
Ύστερα ξεχνούσε τ' αστέρια Απόσταινε Πήγαινε στο κρεβάτι της
Το μέτρημα όμως μέτρημα
Ακολουθούσε τη συμβουλή της γιαγιά της Μετρούσε κυματάκια
Νησιώτισσα η γιαγιά της από τη μεριά του πατέρα της
Η άλλη από τη πλευρά της μάνα της βουνίσια
Αυτή την παρότρυνε να μετράει προβατάκια
Μετά από πολλή σκέψη η ζυγαριά έγυρε προς το υγρό στοιχείο
Κυματάκια μετρούσε
Αυτά που την πήγαιναν στα όνειρα
Αυτά που 'σκάγαν στις όχθες της καρδιάς της και την αρμύριζαν
Νόστιμη ήταν
Με γαλάζια μάτια Μαλλιά ξανθά ως τη μέση
Και πρόσωπο ολόγλυκο σαν ώριμο κεράσι
Η νύχτα την φίλευε αστέρια κι η μέρα της χάριζε χρωματιστές κορδέλες
Τις περνούσε στα χέρια κι έτρεχε στα χωράφια τα ξωτικά να συναντήσει
Στα στάχυα να λικνιστεί
Αχ τα στάχυα πόσο τα λάτρευε
Κάθε που έφτανε ο καιρός κι ωρίμαζαν αγκαλιές τα μάζευε κι έφεγγε σαν τον ήλιο
Με ημισέληνο έμοιαζε τώρα
Τραβούσαν τα χρόνια γοργά το άρμα τους με κατεύθυνση προς τη δύση
Ουράνια όμως παρέμενε και πάλι Αιθέρια σαν τις μορφές του ποταμού
Δεν ξεχνούσε τα βήματα
Χόρευε ανάμεσα στα στάχυα όπως έκανε κι όταν ήταν παιδί
Διττά τα μηνύματα της ζωής Δεν τα ερμήνευε Δεν τα απόπαιρνε
Κυλούσαν τα χρόνια βαθαίνοντας τις ρυτίδες της
Μα αυτή είχε τις κορδέλες της τα αστέρια της το ολοστρόγγυλο καρβέλι της
Δεν πεινούσε Αδημονούσε να φτιάξει την πιο τέλεια συνταγή Να χορτάσει ο κόσμος
Να λεπτύνει το πέπλο της ομίχλης Να μεστώσει το ρόδι στο κλαρί ολοπόρφυρο
Σαν τα σπόρια να σκορπίσουν τα ποιήματα στην αγκαλιά της
Να μαζέψει κάποια από αυτά την πρώτη της να συγγράψει συλλογή
Αγέραστο να μείνει το όνειρο
Τη δερμάτινη τσάντα της να πάρει
Εκείνη την παλιά και σαν ταχυδρόμος να μοιράσει ευχές και ψίχουλα στα άστεγα παιδιά
Στα παιδιά που κοιμούνται χωρίς όνειρα
Στα παιδιά που με νύχια σαν μαχαίρια κόβουν σε λωρίδες τις ψυχές τους και τις ακουμπούν
Στις εστίες των δυνατών όπου γης
Μήπως και ντραπεί λίγο η ζεστασιά τους
Μήπως κι αφρατέψει το σκληρό τους χώμα
Μήπως και λιώσουν τα διαμαντικά τους και δίκαια μοιραστούν στον κόσμο
Δραγουμάνος να γίνει το αύριο πιστά να μεταφράσει το άδικο
Που σαν πέτρα βαριά τα παιδιά αποτρέπει
Ψηλά να σηκωθούν με τ' αστέρια να μιλήσουν
Με καινούρια ρούχα να βγουν στους σιτοβολώνες
Τους διάσπαρτους με παπαρούνες
Τα βήματα να τους δείξει
Μαζί τους να χορέψει σε διονυσιακούς ρυθμούς
Κερνώντας ροζακί σταφύλι τον ήλιο
Τ'αχείλι του Θεού να φιλήσουν
Μικροί να γίνουν άγγελοι!