Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

βρόχινα χείλη



Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τον ήχο του κύματος
Αγάπησα τα στεγνά σου χέρια
Απαλά και υπάκουα σαν το βλέμμα
Το κρυστάλλινο του νεκρού ψαρά
Που δεν πρόφτασε να συμμαζέψει
Τα δίχτυα του
Και βορά έγιναν από κήτη με ανορθόδοξα
Στραμμένα τα παλλόμενα σπλάχνα τους στο αρχαίο ευαγγέλιο!

Πιο πολύ κι από τις αιμάτινες λόγχες του σούρουπου
Αγάπησα τα πυρωμένα πέλματά σου
Γοργά και καλλιεπή σαν του ανέμου
Το μέτωπο όταν τρυφερά ακραγγίζει
Τους βοστρύχους των νεανίδων
Που με καλαθούνες στα χέρια
Ξέχειλες σταφύλια και αγριομανίταρα
Επιστρέφουν κατάκοπες
Ξυπόλητες να μπουν στο άλγος του μεσονυκτίου!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τους μαρμάρινους κίονες του ναού
Αγάπησα τις σπασμένες σου φτερούγες
Αδύναμες σαν των σταριών τον μίσχο
Στην αγκαλιά του πουνέντε
Πριν ακόμα φτάσει να λυθεί το γόνατό τους
Στου αλωνιού τη πέτρα
Απ' τους αμούστακους θεριστάδες
Και καμφθεί ολοκληρωτικά και για πάντα
Στου Ιουλίου το άσβεστο καμίνι το χρυσό τους γένι!

Πιο πολύ κι από την λάμψη του φεγγαριού
Αγάπησα τους πυρόξανθους βοστρύχους σου
Όμοιοι με τους κισσούς που τυλίγουν τα αρχαϊκά αγάλματα
Που ήρθαν στην επιφάνεια μιαν ασέληνη νύχτα
Απ' τη σκαπάνη ενός γηραιού αρχαιολόγου
Στοές άβατες στον περίβολο μιας ταπεινής εκκλησίας
Κάτω από το θαμπό φως εκατόχρονων καντηλιών αφιερώματα μακράς μετανοίας!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τα ξύλινα παγκάκια
Που φωλιάζουν τα παιδικά όνειρα
Αγάπησα τις φλέβες που διατρέχουν το κορμί σου
Δίνοντας βουερό αίμα και παλμό ζωής
Στο ερωτικό σου σώμα
Ζαρκαδιού σβελτάδα δονούμενη στα μέλη σου
Και στον χάρτη σου ζωγραφίζουν με αθάνατη μελάνη
Ρυάκια αστείρευτα ολογέμιστα
Με χάρτινες βαρκούλες πέστροφες ασημένιες
Και καβούρια που βαδίζουν ίσα στο μέλλον
Πλάι σε όχθες κατάσπαρτες με ευκαλύπτους
Λεύκες τρεμάμενες και χρυσές φιλύρες
Πλούσιος ρους χωρίς γεωγραφία και κοίτη
Με εκβολή μόνη τις σκοτεινές καταβόθρες
Που πλαγιάζουν αδύναμα κοτσύφια ποδηγετημένα από τη θηλιά του δικού σου ζυγού!

Πιο πολύ και από την σπιρτάδα του φύλλου της λεμονιάς
Αγάπησα τα βρεγμένα σπιρτόξυλα του κοριτσιού
Που τρέμοντας άναβαν την πίκρα του πρωινού τσιγάρου σου
Νοτισμένο τσιγάρο απ' τις δροσοσταλίδες του γέρου πεύκου
Σε αναγνωστικά λευκής αθωότητας που αχνοκιτρίνισαν
Σαν τον δείκτη του αριστερού σου χεριού
Που απένειμε χάρη κι άφεση στον προδότη με το κρύο προσωπείο
Και στον αμετανόητο φονιά με τους κυρτούς ώμους
Και άστεγο ξέμεινε τέλος μια νύχτα του Γενάρη να παρακαλά
Μπροστά στα σκαλοπάτια που οδηγούν στον καπνισμένο γαλαξία!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ και από τα γόνιμα υπώρεια των θηλυκών βουνών
Αγάπησα το αρρενωπό σου σώμα που δεν λύγισε στον ελάτινο σταυρό
Μοναχικό κι απόξενο σώμα σαν της αμμουδιάς τα λευκά κρίνα
Που Αύγουστο μήνα μυήθηκαν στης λήθης το ερωτικό πεντάγραμμο
Κι άλικα έγιναν για πάντα τα πέταλα τους
Πεντάφυλλα κρίνα ευωδιαστά που στα όνειρα τους
Μεταμορφώνται σε νάρκισσους κι αμαρυλλίδες διπλόχρωμες
Θέλοντας να προσδώσουν στην όψη τους
Μιαν ανάσα επίπλαστης ομορφιάς εφήμερης
Ελάφρωνε η καρδιά και πέταγε σαν πεταλούδα εαρινή η ψυχή
Σε όρμους απόκρημνους που σκούνες πειρατών
Τους προσεγγίζουν καταφύγιο για να βρουν σε γλάρων νοτερά σπήλαια!

Πιο πολύ και από τους μυθικούς λωτούς της απάρνησης
Αγάπησα της αγκαλιάς σου το απόρθητο τείχος
Διπλό πετρόχτιστο χωρίς διόδους διαφυγής
Εκεί μετρώ κάθε απόγευμα πήχη- πήχη την απόσταση
Που θα με φέρει κατακτητή στον δικό σου πυργίσκο
Ξέρω καλά τον τόπο σου
Γνωρίζω απέξω τους κωδικούς σου
Διαβάζω καθαρά τις σβησμένες επιγραφές των μνημείων
Φτάνει απλά και μόνο να βρέξω το πέλμα μου
Στων στίχων σου την γαλάζια πηγή και ολόδροσο να σε πιω
Να τροχίσω της μνήμης το σπαθί με αστραπής νήμα
Ολοφλόγιστο να σε αγγίξω κι ας καώ βαθιά ως τους ιστούς
Έτσι θα έχω να ιστορώ στους νεκρούς συντρόφους μου
Τις ήττες του απερχόμενου Νοέμβρη
Και το πόσο φοβάμαι μην ραγίσει από έρωτα χαρακιά
Η εταζέρα με τους χαλκόχρωμους ερωτιδείς που μου χαρίστηκε!