Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Εκστρατεία



*
Είπες πως ο Θεός κατοικεί
Στις φλέβες των μικρών παιδιών
Κι έσκισα το πουκάμισο μου βιαστικά
Να περιδέσω το φωτοστέφανο
Που αιμορραγούσε στα ανοιχτά τους χέρια!

*
Κι ύστερα ήρθαν οι κοπέλες
Με τα κρινολίνα
Και τις χάλκινες τιράντες
Σουσάμι να ρίξουν
Στους άζυμους άρτους των αγγέλων
Να προσπορίσουν λίγο μ' αυτούς
Τους πληβείους του γαλάζιου σύννεφου!

*
Η μέρα προχωρούσε
Η βροχή δυνάμωνε
Στο ντιβάνι η τσιγγάνα
Έριχνε τα χαρτιά επί ματαίω
Η ντάμα έπλεκε βουβή
Το πουλόβερ του χειμώνα
Με ανεβατές βελονιές
Μην και παγώσει γυμνό
Το ντέφι της νύχτας στους καταυλισμούς!

*
Κοιτάχτηκες στο καθρέφτη
Ένα πεφταστέρι κρυφόπαιζε
Στον ώμο σου
Εκεί που παλιά φύτρωναν
Τα φτερά του έρωτα
Το αποσιώπησα με ένα μειδίαμα
Μην και προδώσω τον κρυφό διαιρέτη της εικόνας σου!

*
Κι αν τα βουνά είναι σκληρά
Τα διαρρέουν ρυάκια
Που υποσκάπτουν την περηφάνια τους
Γήλοφοι γίνονται
Μόλις η ομίχλη αγγίξει
Το βραχώδη στέρνο τους με τη χλομή δαντέλα της!

*
Γεμίσανε αμαρτίες
Οι ταπεινές παπαρούνες
Όταν εσύ διέγραψες ένα κύκλο
Γύρω απ' τη περιφέρεια τους
Να περιφράξεις εκεί τα φιλιά της προδοσίας
Που την ύστατη ώρα δεν δόθηκαν!

*
Έχτισες ένα μεγάλο σπήλαιο
Απομόνωσης
Κι έβαλες στην είσοδο
Δυο μυκηναϊκές πέτρες
Έλειπε ο λέοντας
Κάποιοι είπαν πως εξέπνευσε
Μπήγοντας ηλεκτροφόρα στεφάνια
Στου θηριοδαμαστή το παγωμένο μέτωπο!

*
Στην ανασκαφή βρέθηκε
Μια μισοσπασμένη υδρία
Δεν περιείχε τιμαλφή
Ούτε κτερίσματα
Μόνο μια χτένα χρυσή
Να χτενίζονται οι κορασίδες
Σαν κατέρχονται με κόντρα άνεμο στον Άδη!

*
Απόρησες πως έτη φωτός
Μακριά το φεγγάρι
Μπορεί και συντρέχει
Τους ερωτιδείς και τους ποδηλάτες
Που έθαψαν το αρμυρό δάκρυ τους
Στο αρμυρίκι της ακτής!

*
Η ράφτρα σου
Σου έφτιαξε ένα φόρεμα
Με μια μπουτονιέρα στο πέτο
Όταν το φόρεσες
Οι μίσχοι των λουλουδιών
Μεγάλωσαν ξάφνου
Και τα πέταλα θρόισαν ρυθμικά
Σκοπούς για έρωτες επιλήσμονες!

*
Ρακένδυτος βγήκες στο παζάρι
Να αγοράσεις
Δυο ζευγάρια μεταξωτές κάλτσες
Ήθελες να στολίσεις
Τα σαντάλια της Άνοιξης
Που βρέθηκαν λυτά στην αυλή σου
Τη χειμωνιάτικη βραδιά που άνοιξαν
Οι κατακόμβες των νεφών τις πύλες τους!

*
Τα πλοία έφυγαν χωρίς προορισμό
Έχοντας στοιβαγμένα στα αμπάρια τους
Δέρματα αθώων αμνών
Που θυσία έγιναν για τα κορίτσια
Τα προορισμένα να γεμίσουν
Τους ασκούς προς τον μεγάλο πλου της εκστρατείας!

Με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβε η ιστοσελίδα bibliothegue
με διεύθυνση:http://bibliotheque.gr/?p=32749  και απώτερο σκοπό
τη συγκέντρωση ολιγόλεκτων κειμένων


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Διαφυγή



Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ακούω τον αέρα
Κι οι αισθήσεις παραλύουν
Την αύρα σου φέρνει
Μοσχάτη ρόγα στα χείλη
Κυρτώνω τη παλάμη
Και σε αγγίζω
Με πονάς
Ολομέθυστη με μάτια κόκκινα
Εκλιπαρώ να θραύσω
Μεταξιού ζωνάρι που στη μέση φοράς
Γυρισμού μαντήλι να υφάνω
Να κλείσω μέσα το αντίο
Πριν χαθείς
Σε καραβιού μπουκαπόρτα
Διπλό δένω κόμπο
Να δαμάσω το χρόνο
Που σκόνταψε
Στην απόγνωση
Του τελευταίου βλέμματος
Ακολουθώ τις πορείες
Των λευκών παρενθέσεων
Μαζί μου να σε πάρω ξανά!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ανασκιρτά η χλόη στο διάβα σου
Τα πολυρίζια ανοίγουν στοές
Στη γεωγραφία του σώματος
Αφήνομαι στο κενό
Ζυγίζοντας με ακρίβεια
Τις αντιφάσεις του χώματος
Σε χρόνο παρελθόντα ριζώνω
Για να έχω ξανά των ματιών σου
Τον άχρονο κεραυνό
Επανέρχεσαι δριμύς
Σαν πολιορκητής
Μετοικίζεις το αίμα μου
Με καταδιώκεις με κατακτάς
Κι εγώ άνευ όρων σου παραδίδομαι
Γυρίζω τους δείκτες
Πληγώνω τις ώρες
Και σ' ακολουθώ
Νυχτοπεταλούδα
Που χνούδι στο δάκτυλο αφήνει
Ακολουθώ το χνάρι σου
Στον κόσμο σου μπαίνω
Χωρίς να σ' έχω!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Στέκεσαι σαν ανεμοδείκτης σε στέγη κυρτή
Κι αγωνιωδώς περιστρέφεσαι
Σε αγγίζω και ξάφνου σε χάνω
Χάνεσαι και γυρνάς στην ομίχλη
Σε κρυστάλλινο παλάτι κατοικείς
Ξεγλιστράς σαν ψήγμα υδραργύρου
Δεν έχεις μορφή
Ξεγλιστράς
Το σώμα σου αέτωμα ναού
Που το φλέγει το φως του σύθαμπου
Κι άλλοτε πάλι
Μνημείο το σώμα σου
Εκτελεσμένων ηρώων
Βάγια δεν απόθεσα στην τελετή
Δάκρυ δεν κύλησε στη δέηση
Σου στερώ τα χάδια
Που μυστικά καρτερούσες
Κι όμως
Μέσα στις κοιλάδες της μνήμης
Σε εικονίζω
Δεν ξεχνιέσαι
Πηγή διαβατών γίνεσαι
Βεργούλα αγριοτριανταφυλλιάς αγκαθωτή
Βαγιόκλωνο του Μάη
Κι εγώ πλημμυρισμένη απ' τα αρώματα
Δρυμούς ομορφαίνω μόνο για σένα


Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Χελιδονίσματα


Έλαβε μέρος στο συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε υποδειγματικά 
η αγαπημένη φίλη Αριστέα με υπέροχες και αξιόλογες συμμετοχές 
καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση
Ευχαριστώ όλους τους φίλους είτε το στήριξαν είτε όχι
Νικήτρια στο συμπόσιο άλλωστε ήταν η ίδια η ποίηση! 

Από παιδί έπαιρνα
Ξυλαράκια διαλεχτά και λάσπη νωπή
Που τα χελιδόνια άφηναν στις αυλές μου
Κι έφτιαχνα φατνώματα φιλόξενα ζεστά
Με παιδικά χαμόγελα τα στέριωνα
Να δέσει ο ιστός σφιχτά να κρατηθεί
Τόποι ιεροί του ήλιου υποστατικά
Μ' ευλάβεια εκεί  ακουμπούσα σαν τύχαινε
Τη κρύα ανάσα των παιδιών και των μανάδων
Με τις γρατζουνισμένες απ' το νύχι της ορφάνιας καρδιές!

Στου χάρτη τα οροπέδια με τις μηλιές
Και στις κοιλάδες με τις φιδίσιες κόρες
Έχτιζα μαστορικά τις δικές μου Βηθλεέμ
Χάραζα μονοπάτια πέτρινα ξενώνες φιλικούς
Και ανθισμένες έβαζα εκεί αμυγδαλιές κι αμπέλια
Να ξεκουράζεται στην ομορφιά το μολύβι του πολέμου
Γέννηση να γίνεται φούλι λευκό στο πέτο
Άστρο αφέγγαρης νύχτας λαμπερό
Που τους μάγους θεϊκά θα οδηγήσει και πάλι
Στις ποντισμένες στα βύθη της χαρά και της γαλήνης χώρες!

Χαμογελούσαν τα παιδιά μειδιούσαν τα βρέφη στο λίκνο
Οι μεγάλοι σώπαιναν σαστισμένοι - τι να πουν;
Κι εγώ στην ακροποταμιά της νοσταλγίας
Χαλικάκια λευκά συνέλεγα πετρούλες μεθυσμένες
Σημάδι για να βάλλω σταθερό μην χάσουν τα παιδιά τον δρόμο
Στη χώρα του Ποτέ για να μπουν ξυπόλητα κι ωραία
Το χορό να αρχίσουν με βήματα δωρικά
Πάνω στο χρυσό μιντέρι του ήλιου να ζεσταθούν
Χελιδονίσματα να ακουστούν αγγελτήρια της Ειρήνης
Σύναξη ουράνια των ονειροπόλων της γης
Γιατί εμείς τους κήρυκες των μαχών
Σε αγγέλους τους μεταμορφώσαμε χαλύβδινους
Να ψάλλουν ξανά το "επί γης ειρήνη" στους οπωρώνες
Λουλούδι Αμάραντο του Αγάπανθου εαρινή συστάδα
Μες του κόσμου τον τρύπιο κρόταφο ρίζες βαθιές να απλώσει!



Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Μαθητεία στον κόσμο



Σπόρο τον σπόρο μάζεψα
Απ' της γης τη μήτρα
Του ροδιού τα σκόρπια μάτια
Νυχάκια βελούδινα θαρρείς
Άτυχου βρέφους
Που το μαστό βυζαίνει της εξορίας
Και σε πλίθινους πάνω κεράμους
Στο κλάμα σπαράζει
Βρέφος ανυπεράσπιστο σαν νεοσσός
Στη σκληράδα προσκρούει της μοίρας
Όταν νιώσει το μπλάβο αίμα του κορακιού
Να αναπηδά ίδιος κρουνός στην αυλόπορτα της καρδιάς του

Πέτρινος μαστός με λιγοστό το πρωτόγαλα στα πεινασμένα χείλη 

Χάντρα την χάντρα σκόρπισα
Της πίκρας το μενταγιόν
Στης Κυρά - Θάλειας το πηγάδι
Κισσού στεφάνι έπλεξα
Και ποιον να στολίσω;
Χλόμιασε το μέτωπο
Γυμνώθηκε ο ουρανός
Και μια αγκίδα μπήχτηκε
Στο αριστερό μου πλευρό
Όμοια ερπετού σαϊτιά
Του δέρματος δηλητηριάζοντας την περγαμηνή
Εκεί που έμαθα να ιχνηλατώ τα πρώτα της αγάπης ψηφία

Τρωτός ο λόγος της ζωής που κάθε χάραμα παραδίδεται 
στο θειάφι του ηφαιστείου αμαχητί 

Κόκκο τον κόκκο συγκέντρωσα
Σε φυσητή κλεψύδρα
Τις αμαρτίες της θάλασσας
Σε σώμα γοργόνας
Ήπια της ηδονής το απόσταγμα
Ακουμπώντας στου ανέμου
Το περικάρπιο μακριά κίνησα να πάω
Χρησμό να φέρω
Και βοτάνι ερωτικό
Για τους εραστές που στις παλάμες του κύματος βύθισαν τα κεριά

Καράβι βυθισμένο αρμάτωσα και σε σπήλιο κρυφό αποτραβήχτηκα 
ταγμένη του ξεριζωμού 

Ρίζα την ρίζα φύτεψα
Σε χωμάτινο πεζούλι
Της αγράμπελης τον αναρριχητικό άρωμα
Στο έδαφος μετά στάθηκα
Ευτυχής και πλήρης
Μέρισμα ομορφιάς χαρίζοντας
Στις κάτω πύλες του κόσμου
Νέα πορεία χάραξα
Ολάκερη στο εαρινό φως να βυθιστώ
Απ' τα πέλματά τη σκόνη τίναξα
Και διπλά έβαλα καρφιά
Στης λήθης τα σκοτεινά μάνταλα ποτέ να μην ανοίξουν

Φτερά καψαλισμένα απ' την λάβα φορώ διάπυρη να ανέβω  
στο πελαγίσιο κατάρτι όπου σε αντίκρισα για πρώτη φορά 



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

εις μνήμην



                                            Στο δικό μας παιδί τη Σάρα 

Πρώτα δηλητηριάστηκαν οι τρύπιες παντοφλίτσες του
Σαντάλια θα τα έλεγες σαν αυτά που φορούν
Οι αρχάγγελοι που τον ύπνο του συντρόφευαν τις νύχτες
Πρώτα αυτές λιποθύμησαν
Χάρισμα της μάνας του απ' τον προηγούμενο Δεκέμβρη
- στων Χριστουγέννων την ελατοκορφή στολίδι -
Ένα δώρο καρδιάς χωρίς φιογκάκια κι ασημένιο περιτύλιγμα
Περιττά κι επίπλαστα δεν θα τους ταίριαζε
Στα παζάρια που το αγόρασε βλέπεις οι αλήθειες κι οι πόνοι
Είναι πάντα γυμνές κι αναλλοίωτες στο ψιλόχιονο της εγκαρτέρησης
Στα παζάρια της φτώχειας όλα ανθρώπινα και μεγαλειώδη
Γιατί εκεί μάθε το καλά
Δεν διαπραγματεύονται τίποτα άλλο παρά μόνο μια δέσμη χαμόγελα
Που οι καρδιές τα αναγορεύουν σε υψηλά ιδανικά
Ιδανικά που οι πουπουλένιοι από υπάρξεως κόσμου αποποιούνται!

Ύστερα δηλητηριάστηκε το λουλουδάτο του φόρεμα
Πέπλο θα το έλεγες που ακριβονύφη το φόρεσε
Στης γιορτής της τα ανθοστέφανα
Ύστερα αυτό λιποθύμησε
Χάρισμα του έαρος και της αγαπημένης του Περσεφόνης
Αισθαντικό φόρεμα πλήγιαζε στο κρύο σαν κομμένος σταλαγμίτης
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη να του παρασταθεί
Να αποκόψει λουλούδια ζεστά χλόη στεγανή ήλιου εσθήτα να φέρει
Να το σκεπάσει
Να το ενδύσει
Να το ζεστάνει με το άγιο της χνώτο
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη χέρι ζωής να απλώσει στη φλέβα του
Κι ήρθαν του χειμώνα οι ορδές κι ύστερα έφτασαν οι σιδεράνθρωποι
Με τις φρικτές πανοπλίες και μαζί τους το πήραν
Πριν ακόμα μπορέσει να ξεστομίσει την πικρία του μυστικού του στον δικό του Θεό!

Και στο κατόπι τελευταίο δηλητηριάστηκε το πλεκτό του σκουφάκι
Όστρακο θα το έλεγες απ' τις απάνεμες θάλασσες της πατρίδας
Που μια καλοκαιριά η παλίρροια το ξέβρασε στην ακτή
Στο τέλος αυτό λυποθύμησε
Χάρισμα της εκατόχρονης γιαγιάς του σε πλέξη κοτσίδα
Σαν εκείνη των πειρατών που άμαχους δεν άγγιξαν μόνο πραμάτειες πήραν
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Με μια μικρή τρυπούλα να εισβάλλουν
Ανεμπόδιστα τα παιδικά όνειρα κι οι μνήμες του αίματος
Αίμα άλικο και λαθραίο όπως το βάφτισαν οι κρατούντες
Ίδρωνε από τρόμο και ξενιτιά το μικρό κεφαλάκι
Δεν λυγούσε όμως μυρτιά παιρνούσε στο αυτί και κρυφογέλαγε
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Λίγο στραβό στην δεξιά πλευρά
Κι αυτό ήταν το σημάδι - πως να το κρύψει;
Αυτό ήταν το μοναδικό τρωτό σημείο
Κι εκεί χτύπησαν οι αχυράνθρωποι και μαζί τους το πήραν παντοτεινά
Ταξίδι του έταξαν να το ξεγελάσουν οι υστερόβουλοι
Εκεί χτύπησαν με μονοξείδιο βόλι το γάζωσαν
Δάκρυ δεν βγήκε γιατί από πριν είχε στεγνώσει
Πάνω στα μύρτα και στην αγριελιά ασημένιο σαν σήμαντρο
Κι έμεινε η μάνα χαροκαμένη να απελαύνει τους γόους της
Στα κρύα χώματα και στους βάλτους της γης άγρυπνη ανέστια και δέσμια!

Επ αφορμή το θάνατο του 13χρονου κοριτσιού
που ήθελε να ζεσταθεί με μαγκάλι
ελλείψει ρεύματος κι έσβησε απ' τις αναθυμιάσεις!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/12/blog-post_4157.html
Όπως και στο ΕΚΦΡΑΣΟΥ της αγαπημένης φίλης Κικής 
http://ekfrastite.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html#comment-form



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Το χρονικό μιας βροχής



Είπες απόψε θα βρέξει
Κι έφυγες
Χωρίς αδιάβροχο
Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό
Σε ένα φως ανέσπερο
Δικό σου
Φυσάει κι από μακριά
Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου
Έφυγες
Πρώτη σταγόνα πέφτει στο περβάζι

Σκεπάσου με το χνώτο
Της ώριμης σελήνης
Φεγγριστός να βγεις και ζεστός
Στα παράθυρα της πόλης
Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε
Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι
Θα σε βρω
Αστράφτει κάπου στο βάθος του ουρανού

Μην αργήσεις
Μήνυμα στείλε
Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή
Κι έχει σβηστά
Τα πράσινα μάτια
Τη κόμη ματωμένη
Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά
Τα γκέμια που στον γκρεμό
Παραδόθηκαν - διατομή θανάτου
Θα κρυώσεις
Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άσκεπα

Πάρε το πρώτο τραμ
Αχάραγα να γυρίσεις
Θα έχω νερό ζεστό
Για να πλυθείς
Κυκλάμινα στο ανθογυάλι
Τα ρόδινα μου πέλματα
Να τα διπλοφιλήσεις
Αχάραγα να γυρίσεις
Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα
Πριν κινήσω τον μοχλό
Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο
Σε περιμένω
Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ

Ήρθες
Ακροάστηκα το σφυγμό σου
Πάνω στον τοίχο
Ήρθες στην ώρα σου
Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές
Της σπασμένης μου βεντάλιας
Η βαλίτσα σφαλιστή
Στο κατώφλι
Το πουκάμισο ανοιχτό
Τα κουμπιά στα χέρια
Κροταλίζουν ρυθμικά
Στέκω στα νύχια
Σαν χτυπάς το κουδούνι
Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

τα τραγούδια μας άστεγα παιδιά περιπλανώμενα



Εμείς τα τραγούδια μας δεν τα τραγουδάμε μόνο
Αλλά πρωτίστως τα ζωγραφίζουμε κυκλωτικά
Πάνω σε υδρόγειες σφαίρες σχολικές
Στις ραφές των σύννεφων χαράζουμε
Οριζόντιες γραμμές ακατάληπτες
Πεντάγραμμα αιθέρια σχηματίζονται
Όμοια μ' εκείνα του τυφλού μουσουργού
Που περπατά ισορροπώντας πάνω στις παλιές ράγες των σταθμών

Φιλοξενούμε εκεί κι απαγκιάζουμε
Στίχους και μελωδίες καθαρτήριες
Στα σύννεφα αναχωρητές πάντα
Ξεφτάμε κρόσσια τα όνειρα μας
Και πλέκουμε εξαρχής πόντο τον πόντο
Του Έρωτα την εσθήτα την πάλλευκη
Γιατί είναι Έρωτας τα τραγούδια μας
Έρωτας ατρύγητος σκοτεινός!

Προχωρημένη νύχτα κι ο ύπνος
Δεν ανεμίζει στις ακτές μας
Προχωρημένη νύχτα
Κι αναζητάμε ουράνιες οάσεις
Να ξεδιψάσουμε της ψυχής την ξεραμένη στέρνα

Μονάχοι και διψασμένοι
Τον λύχνο τρίβουμε της μαγικής παραμυθίας
Μας αφουγκράζονται καρδιές παιδικές
Μανάδες με απλανή βλέμματα
Κορίτσια με ακουμπισμένα τα χέρια
Στο προγονικό εικονοστάσι
Κι εμείς συνεχίζουμε:
Πορεία στους πυράκανθους της αγροικίας

Μονάχοι κι άοπλοι
Τραγουδάμε την πλέρια χαρά του αετού
Τραβούμε με σκοινιά χαρταετούς - νεφέλες
Να πλησιάσουμε το μέγεθος Του Θεού
Στο σπίτι του να μπούμε να γιατρευτούμε απ' το σκότος

Τα τραγούδια μας
Άστεγα παιδιά περιπλανώμενα
Μπαίνουν σε δάση την αυγή
Συνομιλούν με νεράιδες κλέβουν αθάνατο νερό
Στην όχθη των ποταμών και το πίνουν κρατώντας πήλινα θυμιατά

Τα τραγούδια μας σιντεφένια στολίδια
Σε χέρια γαλήνιων παλιάτσων
Καλά δουλεμένα στην αμάχη και στον πόνο
Εμείς τα τραγούδια μας δεν τα τραγουδάμε μόνο
Αλλά πρωτίστως τα ζωγραφίζουμε κυκλωτικά
Πάνω σε υδρόγειες σφαίρες σχολικές!

Αφιερωμένο στην Agriomeli που μου έδωσε το έναυσμα - σπίθα
http://agriomeli.blogspot.gr/2013/11/blog-post_17.html


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' τη θάλασσα



Ανασκιρτώ στα θαλάσσια μήκη των μαλλιών σου
Στις διακλαδώσεις των οστών σου χάνομαι
Ξαφνικός ανεμοστρόβιλος κι άγγιγμα τρυφερό κανένα
Βρήκα σπηλιά με κιλίμια πολλά να θωρώ του ορίζοντα
το τελευταίο πλοίο!

Αγαλματίδια πλάθω με νοτερό πηλό μηρούς από βότσαλα
Εμφυσώ του ονείρου την πρωινή νεροσταγόνα στον βράχο
Πνοή να δώσω στα παιδιά που ναυάγησαν ανοιχτά της ζωής
Κι έμειναν οι γονείς να θρηνούν παρέα με τις σκονισμένες
από τη γύρη παπαρούνες!

Αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' τη θάλασσα
Κραδαίνεις χέρι μαρμάρινο και φλόγες αναπηδούν στον αέρα
Λυγά και πέφτει η καγκελόπορτα το σύνθημα το αντιγράφουν
Ποιητές πίσω σε κρατικά έγγραφα κιτρινισμένα και αετόχαρτο
το αμολούν στους ουρανούς!

Σε σταυροδρόμια σκοτεινά η ιστορία σταυρωτά αρμαθιάζει τις μνήμες
Μνήμες τρανές σαν το μπόι τ' αψηλό του Μακρυγιάννη
Ακροβολίζομαι στον μαρμάρινο κίονα να δω να περνούν
Οι διαδηλωτές με τα πρησμένα πόδια και την κόκκινη πένα στα καρδιόφυλλα
για τη μυστική υπογραφή!

Φυλάω στη φούχτα πεισματικά λίγη καρβουνόσκονη θύμησης
Και με αποσιωπητικά αναπλάθω την ξεθωριασμένη σου προσωπογραφία
Καρδιόσχημη να την ανεβάσω στον πιο ψηλό ιστό των λευκών βουνών
Να την ποτίσουν δάκρυ τα πουλιά που αρνήθηκαν να μεταναστεύσουν
στις θερμές χώρες του νότου!

Μελάνι παίρνω να ξαναγράψω τους στίχους που λησμονήθηκαν
Τα ομήρεια πάθη αναπαριστώ ξανά σε αρχαϊκή θεάτρου σκηνή
Το πλήθος εξυμνεί χειροκροτώντας τους φαύλους και τους προδότες
Αποχωρώ και φιλία συνάπτω μπιστική με τα τελευταία που δεν μαράθηκαν
γαρίφαλα!

Αγρυπνώ κάθε νύχτα να μην περάσω του ονείρου την πύλη και αστοχήσω
Παίρνω στάση εμβρυακή και τον καμένο κορμό του φοίνικα στηρίζω
Ξαναγεννιέμαι από μήτρα χοϊκή και πίθους με τάξη συναρμολογώ
Να κλείσω εντός τους τα μύρα από το κορμί των ηρώων που πενθούν
στη ράχη αδικαίωτοι!




                                                                                                                           

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Με πολιορκούν τα σύννεφα που στα γόνατα κρύβεις




Μικρό πουλί μελωδίας λεπτό αγριοκάλαμο
Με πολιορκούν τα σύννεφα
Που στα γόνατα κρύβεις
Όταν βγαίνεις νικητής
Απ' την ξόβεργα
Και του αγέρα τα σεντόνια
Στα δυο διαρρηγνύεις
Χωρίς να λαβωθείς
Είναι που υπάρχεις πάνω στου κόσμου
Την αιθέρια κορδέλα σαν τραγούδι γιορτής!

Μικρό πουλί χνουδάκι τρελό του έρωτα
Σπαταλώ τις χάντρες των ματιών μου
Να σε βλέπω να σπαθίζεις τα σύννεφα
Με τα λεπτά της πνοής σου ποδαράκια
Βαμβάκι να παίρνεις στιλπνό
Τις πληγές να φροντίζεις σιωπώντας
Μη και κακοφορμίσει της καρδιάς
Ο αιμάτινος κλώνος όταν φτάσεις κοντά στα χείλη της άνοιξης!

Μικρό πουλί φιλντισένια της αυγής όψη
Σε αριθμητήριο σχολικό καταμετρώ
Και στα δάκτυλα αθροίζω
Τις γλυκές που μου έταξες ώρες
Κι ας μην ήρθες ποτέ σου κοντά μου
Μες τις φλέβες κυλάς
Ποταμός και με πίνεις
Ανεμόσκαλα να σωθώ ξεδιπλώνω
Πριν βουλιάξω και μπω μες τη μέθη της καινούργιας σελήνης!

Μικρό πουλί μαγιολούλουδο μωβ μες τη κρήνη
Στο λαιμό σου προστρέχω
Φυλαχτό να κρεμάσω διπλό
Την πικρή μου μοναξιά
Να βυθίσω στο χέρι σου θέλω
Στων νυχιών σου το διάφανο τέμπλο
Νικητής τροπαιούχος να μπω
Στον ναό σου ικέτης πιστός με το γράμμα στον ώμο!

Μικρό πουλί του αχάτη κρουστό περιλαίμιο
Τραγουδώ των ματιών σου
Την υγρή γεωγραφία
Σε πελάγη σε ψάχνω
Και στα μήκη του κόσμου
Μοναχό να σε βρω δίχως ταίρι
Άσπρα στέφανα λεμονιάς να σου φέρω
Κι αρώματα μύρια της μακρινής Φοινίκης
Βασιλιά κι ουρανό να σε κάνω στης ψυχής μου τα άγια βάθη!


Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Απόψε θα σε αρνηθώ



Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στάξεις το δάκρυ σου
Σε κορμούς που κάποτε χαράξαμε τα αρχικά μας
Με σμίλη θα σκαλίζεις αινίγματα δυσεπίλυτα
Δεν θα σου απαντώ
Σιωπηλά θα σε απορρίπτω
Οι λύσεις είναι για τους επιφανείς
Εκείνους που η καρδιά τους αφόρμισε απ' την σκληράδα
Το πείσμα και τα υπερφίαλα θέλω
Κι εγώ ισορροπώντας πάνω σε τεντωμένο σκοινί
Πάει καιρός που αποστασιοποιήθηκα
Απ' τον παγωμένο ορυζώνα και ρίζες έριξα ξανά στην καρδιά μου

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στάξεις το δάκρυ σου
Ανάρριχτα θα φοράς τις λαμπηδόνες του πόθου
Το σακάκι σου τρύπιο θα μπάζει ανέμου ριπές
Δεν θα βρίσκεις πατρίδα να απιθώσεις
Τα φλογισμένα του μετώπου σου στεφάνια
Τίγρεις με καψαλισμένες κεφαλές
Θα αναπηδούν ανενόχλητες στα αλώνια του χρόνου
Χλομός θα γίνεσαι μες το φόβο σου
Θαύματα θα υπόσχεσαι
Οριογραμμές θα καταργείς
Κάθετα τις ράγες θα τοποθετείς
Κι εγώ με ημίψηλο καπέλο θα τριγυρίζω ανάλαφρη
Στις σκαμμένες βραγιές των κρυφών μου ποιημάτων
Να αναθερμαίνω με ανάσες κοφτές της σκέψης την ενεργή λάβα

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στάξεις το δάκρυ σου
Σε χώρες που κατοικούνται από ανθρώπους χλομούς
Θα ψάχνεις εναγώνια κλειδί για να προσβάλλεις τις θύρες τους
Άδικος κόπος
Ουρλιαχτά θα σε συνοδεύουν
Κεραυνοί θα χτυπούν το βλέμμα σου
Πυξίδες σκουριασμένες θα σε οδηγούν πέρα στο άγνωστο
Σε σφαιρίδια χίλια θα σπάζει το σώμα σου θα λυγάν τα φτερά σου
Στη θέαση του αδιέξοδου
Σε καθαρτήριο νερό θα εισέρχεσαι να εξαγνιστείς
Περιπλανώμενος σε λειμώνες οι ποιμένες
Ξένιο θα σε ονοματίζουν επισκέπτη
Κι εγώ άγκυρες θα ανεβάζω παλαιών ναυαγίων
Πλεύση θα βρίσκω ξανά σε γαλήνια πελάγη
Τη δική μου βραχονησίδα ζητώντας να βρω μακριά απ' τα εφήμερα

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στάξεις το δάκρυ σου
Στα παγκάκια της έρημης πλατείας τσίλιες θα φυλάς σαν κλέφτης
Τα νύχια σου θα σκληραίνουν ξάφνου
Αιμόφυρτες οι παρειές σκούρα τα χείλη
Προσωπεία θα σου τάζουν θεοί βλοσυροί
Να γητεύσεις του έρωτα το κρυφό πηγαινέλα
Κωδικούς θα ξεχνάς
Το σφουγγάρι της λήθης θα σφίγγεις
Με πλοιάριο σκεβρό διαδρομές θα διανοίγεις σε πράσινες λίμνες
Θα μετράς τις ακμές των βουνών και θα ξεχνιέσαι
Χοϊκός και δασώδης μες τη πλάνη θα ζεις
Κι εγώ πικραμύγδαλα άγουρα θα τρίβω στα χείλη
Και στου ύπνου τα πέπλα θα βυθίζομαι
Να σε δω να κωπηλατείς κι ένα φιλί στερνό να σου αφήνω στην πλώρη



  

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Βρόχινα χείλη



Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν την κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας
Που κυράδες με υφαντές ποδιές
Την συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Οι καμπάνες του βυζαντινού παρεκκλησίου

Πιο πολύ κι από τον ήχο του κύματος
Αγάπησα τα χέρια σου
Υπάκουα σαν το βλέμμα
Του νεκρού ψαρά
Που δεν πρόφτασε να συμμαζέψει
Τα τρύπια του δίχτυα
Και βορά έγιναν στους ανέμους
Άναρχοι άνεμοι
Με τα βέλη στραμμένα στην ξέρα του θανάτου

Πιο πολύ κι από τις λόγχες του σούρουπου
Αγάπησα τα πέλματά σου
Γοργά σαν του αγέρα την κορδέλα
Όταν τρυφερά αγγίζει
Τους βοστρύχους των νεανίδων
Που με καλαθούνες στα χέρια
Ξέχειλες σταφύλια και αγριομανίταρα
Επιστρέφουν κατάκοπες απ' τους αγρούς
Ξυπόλητες να μπουν στο βάθος του σύθαμπου

Πιο πολύ κι από του ξωμάχου το υνί
Αγάπησα τις φτερούγες σου
Αδύναμες σαν των σταριών τ' άγανα
Στην αγκαλιά του πουνέντε
Ώριμα στάχυα
Έτοιμα να καμφθεί η γενειάδα τους
Απ' τους αμούστακους θεριστάδες
Στου Ιουλίου το πέτρινο αλώνι

Πιο πολύ κι από την λάμψη του φεγγαριού
Αγάπησα τους πυρόξανθους βοστρύχους σου
Όμοιοι με τους κισσούς που τυλίγουν τα αγάλματα
Που ήρθαν στην επιφάνεια μια νύχτα
Απ' τη σκαπάνη ενός γηραιού αρχαιολόγου
Στον περίβολο μιας εκκλησίας
Κάτω από το θάμπος εκατόχρονων καντηλιών

Πιο πολύ κι από τα ξύλινα παγκάκια
Αγάπησα τις φλέβες που τέμνουν το κορμί σου
Και στο σώμα σου ζωγραφίζουν ρυάκια
Με βαρκούλες πέστροφες ασημένιες
Και καβούρια που βαδίζουν ίσα στο φως
Πλούσιος ρους ασυγκράτητος
Με εκβολή στις άσπρες θάλασσες
Εκεί που ξενυχτούν τα κοτσύφια με τις τρελές οκτάβες

Πιο πολύ και απ' τη σπιρτάδα του λεμονιού
Αγάπησα τα βρεγμένα σπιρτόξυλα
Που άναβαν το πρωινό σου τσιγάρο
Νοτισμένο τσιγάρο
Απ' τις δροσοσταλίδες του γέρου πεύκου
Που σκέπαζε τη βεράντα σου με γύρη κι αρώματα
Εκεί που ακουμπούσες στοίβες τα κιτρινισμένα χειρόγραφα
Να έρθει η άνοιξη με φιλιά να τα αναστήσει
Κι αθάνατο να σε οδηγήσει στου γαλαξία το άντρο

Πιο πολύ κι απ' τα υπώρεια των βουνών
Αγάπησα της καρδιάς την κρύπτη
Εύθραυστη σαν της αμμουδιάς τα κρίνα
Που Αύγουστο μήνα σκίρτησαν στο ερωτικό σου πεντάγραμμο
Κι άλικα έγιναν τα πέταλα τους
Ελάφρωνε η καρδιά και πέταγε
Σε όρμους απόκρημνους που σκούνες πειρατών
Προσεγγίζουν καταφύγιο για να βρουν μέσα σε σπήλαια παγερά

Πιο πολύ και από τους λωτούς της άρνησης
Αγάπησα της αγκαλιάς σου το απόρθητο κάστρο
Μετρώ κάθε απόγευμα πήχη- πήχη την απόσταση
Που θα με φέρει κατακτητή στον πυργίσκο σου
Ξέρω καλά τον τόπο σου
Γνωρίζω απέξω τους κωδικούς σου
Διαβάζω καθαρά τις σβησμένες επιγραφές σου
Φτάνει μη βραχεί το πέλμα μου
Στων στίχων σου τη γαλάζια πηγή και πνιγώ
Ή πράσινο γίνω σκίνο κρυφτό για να παίζεις με τη σκιά μου





Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

Άνοιξε το παράθυρο



Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του φεγγαριού
Με τις αχτίδες του να ρυτιδώσει
Και να απασφαλίσει
Τα σκαλιστά μπαούλα της ματαιοδοξίας
(Αραδιασμένα άτακτα στην σκοτεινή σου κάμαρα)
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Τη φύση παρενοχλώντας αβίαστα
Πετράδια πολύτιμα ράβδους υπερβολής
Κι εκείνα τα μαργαριτάρια του Steinbeck
Που δεν εκτιμήθηκαν ποτέ ανάλογα
Συσσώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Πριονίζοντας κάθε εσπέρα
Κεφαλές κούρων
Περικνημίδες αμαζόνων
Κράνη και ασπίδες πολεμιστών

Συσσώρευσες του Μίδα τους θησαυρούς
Αποσπώντας ευαγγέλια λατρείας
Από λειψανοθήκες σφραγισμένες
Συνθλίβοντας τα ασπρισμένα απ' το χρόνο
Οστά των Μαρτύρων
Ζηλωτής εσύ του σκότους
Με τις φαιές φλόγες των καμίνων αναμετριέσαι
Και τα ηδονικά σεντόνια των κλινών
Που ζεύγη θεοτήτων τα κατέχουν αρπάζεις
Ήσουν αρχαιοκάπηλος πριν ακόμα
Εμφανιστούν πάνω στη γη τα αγάλματα κι οι προτομές

Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του ήλιου
Με δοκούς χρυσούς να υπερπηδήσει
Τα περιστύλια που ύψωσες να μην σε φτάνω
Τείχη σε κλείνουν
Φυλακές χωρίς θύρες σε κρατούν
Πύργοι με μονόφθαλμες πολεμίστρες
Σε σημαδεύουν με βέλη και οβίδες φαρμακερές
Συσσώρευσες το βάθος του ανεκπλήρωτου
Και χάθηκες στων απόντων τη χώρα
Άυπνος
Μόνος
Νεφοσκεπής κι άκληρος
Περιφέρεσαι σαν αγρίμι σε κρυψώνες αιλουροειδών
Θηρευτής και θύμα ταυτόχρονα

Τράβηξες τις ρίζες απ' της ακτής τα αρμυρίκια
Και χωρίς σανίδα σε θάλασσες θολές χάνεσαι
Από την γλώσσα αποκόβεσαι των γλάρων
Από των ψαράδων το βελόνιασμα απέχεις
Των μανάδων τη κρυφή προσευχή ξεχνάς
Μαύρος καβαλάρης εσύ τ' αψήλου τραβάς
Και στο φρύδι των γκρεμών χαρακωτό αφήνεις σημάδι
Άδραξες στάλα τη στάλα με τα στιλέτα των ματιών σου
Την μάνητα του κεραυνού
Του στρύχνου την πικράδα
Το δηλητήριο του άρρωστου σκορπιού
Να με λαβώσεις στην καρδιά για μια ακόμα φορά




Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

Σε αλπικά τοπία χορεύει ξέφρενα η μοναξιά



Στο κόκκινο λιβάδι μιλούσαν
Για τα αποδημητικά πουλιά
Είχανε συνάθροιση οι αγροφύλακες
Με τις μακριές μπέρτες
Τα μαύρα στιβάνια
Και τις κόκκινες ανεμώνες
Ανθισμένες πάνω στο πλατύ τους στέρνο
-Ο κοκκινολαίμης χτυπούσε το ράμφος του οργισμένα
Στην ξερή άργιλο
Έψαχνε το ρυάκι που οδηγούσε
Τα δάκρυα των απολησμονημένων
Στην όχθη του ορμητικού ποταμού-
Ευθαρσώς τέθηκαν τα θέματα
Από τον υπέργηρο της ομήγυρης
Τα πουλιά εξάπαντος θα έπρεπε
Να επιστρέψουν στις φωλιές τους
Πριν το θέρος στεφανώσει
Τη γη με μύρτα και καμπανούλες της λήθης

Τα πουλιά του κόκκινου λιβαδιού
Δεν έφτασαν φέτος
Αποξεχάστηκαν κουρασμένα
Πάνω στα ξάρτια των ναυαρχίδων
Τα τράβηξαν οι ναύτες με απόχες
Και σχοινιά από κοκοφοίνικα
Σε αμπάρια αδειανά και υγρά τα έκλεισαν
Να κλωσήσουν τα χοντρότσοφλα αυγά
Των κοσμικών πεδίων
Τώρα σε αλπικά τοπία
Χορεύει ξέφρενα η μοναξιά
Οι μακριές μπέρτες ξέφτισαν
Τα μαύρα στιβάνια τρίφτηκαν
Κι οι ανεμώνες σε μνημάτων ανθογυάλια
Σαπίζουν αργά μες την βροχή
Οι αγροφύλακες αποχώρησαν γυμνοί
Με τις αργασμένες φτέρνες τους
Να βουλιάζουν σε σπασμένα γυαλιά

Τα πουλιά δεν ήρθαν
Κι ούτε θα επιστρέψουν πάλι
Στο κόκκινο λιβάδι
Τώρα σε αλπικά τοπία
Θλιμμένα ακούγονται τραγούδια
Αποχώρησαν άπραγοι οι αγροφύλακες
Χωρίς φτερωσιά κι ελπίδα
Με μόνο δυο μυδράλια στα χέρια
Εκδίκηση να πάρουν απ' τους αιθέρες
Οδυρόμενη η γη αναπολεί την εποχή
Της γονιμότητας και της αναγέννησης
Στρέφοντας τον κύκλο της διαδοχής
Στα βρώμικα νερά των υπογείων
Με τα σκληρά της ακρόνυχα νέες γραφές
Κι επιστολές αποστέλλει στους ουρανούς
Πριν τα μαύρα στιβάνια της κόλασης γίνουν προπομποί  



Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή




Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Φυλαχτά και προσωπεία λευκά από τα χειμερινά
Λιωμένα Παγόβουνα της αρκτικής ακτής
Σαν πρωτόπλαστος έφθασα εκεί ολόγυμνος
Και σε δέντρο γαλατερής συκής το έναυσμα
Περίμενα να μου δοθεί για τη τελική υποταγή μου
Στις μάχιμες μυθιστορίες μιας αυτοχειρίας αναπότρεπτης
Μια σκευοθήκη στα πόδια ανοιχτή
Να συγκεντρώνει τις εφηβικές εφιδρώσεις τα κράνη
Και τα αγγελοκρούσματα των άπτερων πλασμάτων
Ρέουσες πηγές και χρεολύσια δικά μου για το αόρατο μέλλον
Κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα
Μικρή συκή αρίζωτη σχεδόν
Απεκδύονταν την επίγεια φύση της
Και στους καπνούς της λήθης απεγνωσμένα έβρισκε
Ένα αλλοτινό αφιόνι αργά να ξεκουρδίζει τον δισύλλαβο ωροδείκτη του Θεού!

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Βοστρύχους από κοιμώμενες Αφροδίτες συνέλεξα
Να σκεπάσω τα ξυρισμένα κεφάλια των φυλακισμένων
Που βασανιστικά ξεκινούσαν με αέρινους πέλεκες
Να καθυποτάξουν του κελιού τους τις λιγόζωες υπάρξεις
Υπάρξεις που γύρω πεταλουδίζαν όμοια στροβιλιστά ημικύκλια
Και όπως νεραϊδόσκονη ξωτική από τριμμένα βιβλία παιδικά
Αποστάτης της ψυχρής ανάμνησης έφθασα στον κήπο ολόγυμνος
Με λαβές θανατερές να αποθέσω στο χώμα
Μελανούς χιτώνες κοράκων
Εμβλήματα αποκρουστικών αυτοκρατοριών
Και βίβλους που το στόμιο κρατούν κλειστό της Ιστορίας
Φώναξα ανυστερόβουλα λόγια
Περιέθαλψα μικρούς ερωδιούς έγχρωμους
Φυλάκισα σε τεφροδόχους σκισμένα φτερά μικροεντόμων
Και κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα άοπλος
Τις αμαρτίες να ξεπλύνω των αθώων και των άβουλων
Να έχουν οι λυγαριές κορμοστασιά τρυφερή να μη μειοδοτούν στου κόσμου την αναλήθεια!


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου



Αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου
Κι ο τόπος κομίζει φλογάτα όνειρα πυγολαμπίδων!

Στη περιπέτεια του άγνωστου γεμίζεις στο δισάκι σου
Αποστάγματα λιγωτικά από λευκούς ύπερους
Μηνύματα αθώων κρίνων που δεν παραδόθηκαν
Και λίγα δάκρυα από τα ματόφυλλα του Θεού
Που βρέθηκαν έκθετα στου δάσους τα διάσελα
Πραμάτεια ουτοπική πέρα απ΄τα ανθρώπινα
Τη κουβαλάς προσεκτικά όπως κάνει ο πελαργός
Με τα λιανά ψαλίδια των χελιδονιών στο ταξόδι
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά τα δυνατά χέρια του καμηλιέρη
Την έρημο να διαβεί και στο πεζούλι της Αγίας Αικατερίνης
Να σταθεί προσκυνητής και ανατέλλουσα σελήνη να γίνει
Στου πολύχρονου υφαντού της τη κρουστή κλωστή
Να βρει εκεί το πέλμα του παιδιού μαλακωσιά και χάδι τρυφερό
Τη μάνα του να στέρξει!

Στη περιπέτεια του άγνωστου κρύβεις στο δισάκι σου
Βελονάκια για το ανεβατό κέντημα της ευτυχίας
Χαλινάρια από του Πήγασου το σβέρκο δίχτυ να φτιάξεις
Και ένα ζευγάρι άσπρους αστερίες αποκολλημένους
Από μεσαιωνικό ναυάγιο στα ανοιχτά νερά του Μυρτώου
Πραμάτεια επισφαλής πάνω από το προσδοκώμενο
Θέλει ψυχή ελαφιού καθαρή σαν τη λευκότητα του χιονιού
Πίστη περιπλανώμενου διαβάτη ασίγαστη
Και έναν σπινθήρα κυανό απ' των ματιών το κλέος
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά του βαρκάρη τη νυχτερινή πορεία
Πελάγη και κυματισμούς να προσπεράσει και σε ξέρα ηφαιστειακή
Με θειάφι και με κάρβουνο τις ξέθωρες φτερούγες να τονίσει
Μην βιαστείς κι ούτε στιγμή μην ξαποστάσεις
Ωφελήσου μόνο και πάλεψε με συρματόσκοινο στα δόντια
Πριχού σε βρει το δέντρο του κεραυνού
Με τις πελώριες ρίζες και σε  αφανίσει!


Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού



Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αρματώνεις με μαύρες οβίδες
Των σύννεφων το καμένο ναρκοπέδιο
Ακροβολίζομαι και βουβά σε επαίρομαι
Ραμφίζοντας κόκκους πικρούς άρκευθου
Σε χάλκινο δισκοπότηρο μετάληψης
Αιχμάλωτοι περνούν δίπλα μου
Με καλυμμένα τα πρόσωπα
Χέρια αδύναμα ξεροί κλώνοι βλοσυροί μνηστήρες
Έφιπποι στρατιώτες με προσπερνούν κρούοντας ασπίδες
Και σπάθες κυρτωμένες
Με ποδοπατούν παιανίζοντας δυνατά
Φοβούμενοι μην και τους αποσπάσω της επίκρισης
Τον φολιδωτό λόγο απ' τα σκασμένα χείλη!

Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αντιγράφεις τις κόκκινες καμέλιες του σούρουπου
Που ποτέ δεν ομονόησαν στο κάλεσμα σου
Αναριγώ και βουβά σε επαίρομαι
Ραπίζοντας με φως εξώκοσμες υπάρξεις
Πριν εισέλθω έγκλειστη στου έρωτα το θυσιαστήριο
Για να χαράξω βαθιά με διαμάντι τη μορφή σου
Στου βωμού το μάρμαρο αδρό να γίνεις σημείο
Στο ραγισμένο κάτοπτρο του χρόνου για πάντα εμφανής
Με προτεταμένο τον αντίχειρα μαλάζω επιδέξια
Το έγγλυφο σημάδι στο μέτωπο
Κίτρινο αστέρι
Μίσχος παπαρούνας γερτής
Υφάλμυρα παιδικά χείλη
Κι εκείνο το σπασμένο στα δυο ακορντεόν
Της περιπλάνησης που ποτέ δεν έπαιξα!

Σε παρατηρώ μες την απουσία σου
Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού
Αγκυλώνει με χάδια απουσίας
Την ερμητικά κλεισμένη θύρα του κορμιού μου
Μαίανδροι ιστορικοί ξεφτίζουν και σβήνουν
Λαβωμένη ξεσπώ σε γέλωτες πικρούς
Διαφυλάττοντας στην σχισμή της παρειάς
Σπόρους κριθής και λιοκούκουτσα
Για την μεγάλη ημέρα των σεμνών ηρώων
Εικόνα αλειτούργητη σπάζεις σε κομμάτια
Δεν ξεχνώ
Αναχωρώ με βλέμμα ευθύβολο
Τάματα πιστών να κρεμάσω στης ιερής πόλης
Την βυσσινιά εσθήτα πριν παραδοθεί στους πορθητές του λόγου!



Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Επάνοδος



Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στην θερμή πλάτη του αγέρα
Μικροί κωπηλάτες τις είχαν ανασύρει
Από τα αμπάρια ναυαγισμένων πλοίων
Μεσοκαλόκαιρο
Ο περιοδεύων θίασος έπαιζε
Για εκατοστή φορά την ίδια ερωτική σκηνή
Τα παιδιά σώπαιναν
Μασώντας άπληστα κόκκινα κοκοράκια
Οι μανάδες είχαν φύγει νωρίς για τους αγρούς
Να δέσουν βιαστικά στο πλατάνι το φαρί του νεκρού ποιητή

Οι άντρες βουβοί κι απορροφημένοι
Χτυπούσαν το πόδι τους στη πέτρα
Δεν μπορούσαν να κρύψουν τη μεγάλη τους χαρά
Με ένα νεύμα και το πεζοδρόμιο ανθούσε
Το τενεκεδένιο δισκάκι του ζητιάνου
Αχνογελούσε απαστράπτον
Σε ένα πεντοδόλαρο φθαρμένο
Πιο πολύ φθαρμένο κι από τις εσωτερικές
Τσέπες του γιορτινού του κοστουμιού

Γύπες εφορμούσαν
Από τα υπώρεια των βουνών
Κι έρχονταν να τους συναντήσουν οι θεατές
Αρμυρή μέρα και το ψωμί πικρό
Σαν τα κυπαρισσόμηλα στις απότομες ράχες του Μιστρά
Εκκεντρικές φιγούρες μάζευαν τις βεντάλιες
Από τις πλατείες
Δροσίζονταν και σφούγγιζαν με τρόπο
Τη γραμμή του σάλιου τους στο κάτω χείλι

Στα σπασμένα σανίδια η παράσταση συνεχίζονταν
Εξάμηνα δύο κράτησαν οι πρόβες
Μαθητεία στο φως
Ποιος θα μαζέψει τώρα τα παιδιά από τις στράτες
Τώρα που οι μανάδες φούρνιζαν άζυμους άρτους

Σκεφτική έγραψα ένα τελευταίο γράμμα
Με στυλό που στίχους αποτύπωνε μόνο στο χαρτί
Παραλήπτης: Άγνωστος
Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στην θερμή πλάτη του έρωτα
Μεσοκαλόκαιρο
Κι οι κωπηλάτες σταθερά ακουμπούσαν το χερούλι της πόρτας
Σαστισμένοι έπιαναν το σφυγμό τους
Αναπηδούσε το αίμα γέμιζαν οι τοίχοι σχήματα
Τραβούσαν μια κόκκινη κλωστή και μας τη χάριζαν
 

Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου



Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουλάρι αγέρα θα φορώ στο λαιμό αραχνοΰφαντο
Να σμίγει το κορμί μου με της καμινάδας το ζεστό χνώτο
Έγκαυμα πυρής ζώνης να σχίζει στα δύο το αδιαίρετο πρόσωπο μου!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με αστρόσκονη θα περιλούσω το σκότος των λαγόνων
Ερωτική θεά θα αναδυθώ επηρμένη μέσα από τις υδρορροές των κτιρίων
Φτερά θα κρούσω και στους σελιδοδείκτες μου μάνταλο θα βάλω διπλό!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουστάνι εαρινό θα αγγίζει του σώματος τις πτυχές
Καθελκύοντας το αίμα μου σε στέρνα θολή που βούλιαξε το βέλο
Μιας μάγισσας που στα χαρτιά της μέσα αναγεννήθηκε της μοίρας
το μπορντό ρυάκι!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με τα πουλιά που έρπουν πληγωμένα θα συνομιλώ
Να κλέψω θέλοντας τους αρχέτυπους κώδικες των χορδών τους κρυφά
Τραγούδι να υψώσω μελαγχολικό στις νυχτερινές ταφόπετρες
των παλαιών εκκλησιών!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Σανδάλια θα φορώ ζωγραφιστά ψυχοπομπός να γίνω του έρωτα σου
Στα βράχια των ματιών μου πανικόβλητη να ζει η αλόγιστη φρίκη
Να πάψει να ηχεί μονότονα η σάλπιγγα στην μακρινή σκάλα των μαχών
που εγκατέλειψες!

Θα υψωθώ μαζί σου πάνω στις στέγες του κόσμου
Αθώρητη σαν μέδουσα να στέλνω αποχαιρετιστήριο γράμμα στους υλοτόμους
Δεν θα το κλείσω σε μπουκάλι σφραγιστό με ρητίνη
Παρά μονάχα στην κοιλιά του σκοτωμένου κήτους με άμμο θα το αρμολογήσω
μη χαθεί!



Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

Ξεθωριάζει του σώματός σου η σπασμένη υδρία




Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Ξεθώριασαν τα αρχικά της χρώματα
Ολόσωμη καταφυγή ομορφιάς
Αφανίστηκε στη ραγάδα της λήθης
Χλωμή χαρακιά διατρέχει τώρα το μέρος της καρδιάς
Κόβοντας στα δυο τις άρρωστες κοιλίες
Πήρε χρόνια πολλά να δεσμεύσει τα χρώματα
Κούρσεψε ουράνια τόξα που αχνόφεγγαν
Ωσπου να βρει απρόσκοπτα τη σωστή δόση στη παλέτα της ανάμνησης
Το λαμπρό κόκκινο
Το σμαραγδένιο πράσινο
Του σταριού το αισθαντικό κίτρινο
Και εκείνο το αθάνατο γαλάζιο
Που ταίριαζε με τον μίτο του δικού σου μύθου
Φτιάχνοντας στο τέλος ολοκαίνουργιο τον έγγλυφο σφραγιδόλιθο του σώματος!

Στη φωτογραφία που κρατώ στη τσέπη μου
Ατόνησαν τα αδρά της χαρακτηριστικά
Πότισε ο ιδρώτας το κρυφό αντίσκηνο του θώρακα
Πως να φυτρώσει τώρα ανεμπόδιστα
Ο σπόρος της αφοσίωσης;
Καμένος τόπος, αλυκή της ερήμωσης, μπατανία σκισμένη
Τραβάει τις αποχρώσεις στους χειμερινούς ορυζώνες
Εκεί που εργάτες δομούν λαβυρίνθους ελισσόμενους
Γκρίζα η γη πλέκει πυκνά νυχτοπεταλούδας φόρεμα
Σωρεύεται σκότος
Πληθαίνει του κρυστάλλου ο αμφορέας
Αφρίζει της πείνας ο σκοτεινός θάλαμος
Πως να ξεχωρίσω τον δικό σου δρόμο
Πως να υφάνω το κρουστό της μνήμης εργόχειρο
Που τα μάτια μου βυθίστηκαν στην οχλοβοή
Των στενών πεζοδρομίων και πνίγηκαν
Σταγόνες μαύρης βαθύνοιας κλείνουν την ψυχή μου
Το ευεργέτημα ζητώ της μορφής σου
Να ανοίξω στο φως το πρωινό τα άσπρα πανιά της αιθρίας!

Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Εκμαυλίστηκαν τα υπέροχα φωνήεντα
Κατέβηκαν πάνω σε αόρατο σπάγκο
Όλοι οι ψίθυροι από τα κωνοφόρα του δάσους
Και υφάρπαξαν τη λόχμη του εωθινού σου λόγου
Στόμα κυρτωμένο που σιωπά
Θαμπή ημισέληνος που δραπετεύει
Καμπύλη σβηστού καραβοφάναρου
Υποβάλλει σε δοκιμασία το μαύρο κέλυφος του τρόμου
Αδέσποτη μια νάρκη εκτινάσσει στα πέρατα
Του "σ' αγαπώ" σου το διακλαδιζόμενο ρίζωμα
Δεν είσαι εδώ
Το όνομα σου το ιερουργούν τώρα στη προσευχή τους τα ελάφια
Αποχωρείς γοργά γοργά σκυφτός λίγκας
Και ψηλά σε κορφή πυραμίδας γεύεσαι
Την κρύα αψάδα του χιονιού αμίλητος σαν μισοπεθαμένος γρύλος
Το ορμητήριο ζητώ της κρύπτης σου απεγνωσμένα
Να αμαρτήσει το βλέμμα μου πάλι στα βρόχια των ακροδακτύλων σου!


Δημοσιεύτηκε στην σελίδα ποίησης που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8.html



Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Υδάτινες διαδρομές



Απ' όταν έφυγες
Κλείστηκες σε πράσινο ενυδρείο
Στα φύκια του βυθού κατέβηκες
Πλάι στην ανάσα της άμμου
Έφτιαξες το μικρό σου σπήλαιο
Σκοτεινό κρησφύγετο μοναξιάς
Ήταν τότε που τα μάγουλα σου
Πήραν το κοραλλί χρώμα
Που άλλοι έρωτα το είπανε κι άλλοι σερπαντίνα τρελού Αρλεκίνου!

Όταν ξεμάκρυνες
Επέστρεψες στη μήτρα των ωκεανών
Γαντζώθηκες σφιχτά απ' τα πτερύγια
Ενός τέλειου χριστόψαρου
Αψηφώντας τα τρεμάμενα χέρια σου
Που πυορραγούσαν
Τώρα ταξιδεύεις κόντρα στο ρεύμα
Το μάτι σου ακολουθεί την πορεία
Ενός λαβωμένου αχινού που περνά ξυστά στο μολυβένιο σου κρανίο!

Απ' όταν έφυγες
Στράφηκες στις γαλάζιες γάζες του πελάγου
Με νύχι σκληρό χάραξες
Στην πρύμνη της "Ιοκάστης"
Τον όρκο που έμελλε να πατήσεις
Πριν φωναχτά σε μεταπείσω για το αντίθετο
Στον κρόταφό σου ξάφνου
Έδυσε η σελήνη του βυθού
Εκείνη που ερωτεύτηκαν οι έφηβοι στα όνειρα τους
Κόκκινη σελήνη σπλαχνική
Κι εσύ ούτε που καταδέχτηκες να ακούσεις τα ματωμένα της λόγια!

Όταν ξεμάκρυνες
Βούλιαξες σε γρανιτένιους όρμους
Πήρες το σχήμα της απεραντοσύνης
Καθώς πορευόσουν
Προς το σταυροδρόμι των αρνήσεων
Να σταχυολογήσεις τα άπιστα ρήματα της αγάπης
Τώρα μελετάς
Το ανθολόγιο των δικών μας στιγμών
Και πλάνητας στο τέλος
Παραδίδεσαι στων μαγισσών
Το φθαρμένο τραπουλόχαρτο
Με ποντάρεις
Με αδικείς
Με επικρίνεις
Και στο χορό των δελφινιών μάταια δοκιμάζεις νέες φιγούρες!

Απ' όταν έφυγες
Βυθίστηκες στην αγκαλιά του Νηρέα
Υλακές σκορπώντας στα ξυράφια της πλημμυρίδας
Με εκτίναξη αιλουροειδούς
Κυκλώνεις τα περάσματα για τον Άδη
Αθάνατη με θέλεις
Χρυσή σαΐτα να κρατώ
Τη θλίψη να μερώνω των ματιών σου
Γυρνώ στις πρωτινές μας μέρες
Τότε που ξεκάρφωνα από τα χείλη σου
Δροσερούς ιβίσκους και μωβ ίριδες
Κράτα μου το χέρι πάρε την πνοή μου
Κι εγώ θα ζήσω σιωπηρά δίπλα στις φουσκοθαλασσιές και τις φυκιάδες!




Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

Πολιορκητές




Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Πλίθινοι άνθρωποι της βροχής
Έσπασαν τα τείχη
Που τα κατοικούσε
Η παιδική μου ψυχή
Διπλά τείχη της συστολής
Παραταγμένα στην γειτονιά
Με τους χάλκινους ανδριάντες
Εκεί που απ' τα παλιά χρόνια
Έστηναν κρεμάλες
Για μάγισσες και φονιάδες
Γειτονιά ολοδική μου
Με την όσμωση
Του αναπότρεπτου
Κλάδους έκοβε ανθισμένης αλισφακιάς
Να σκεπάσει την βέβηλη τέφρα που αργά την αφάνιζε!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μου
Χαλασμός καταιγιστικός
Κονιορτός από οπλές αλόγων
Κροταλισμός ισχίων
Συνεπικουρούσαν στην βίαιη αρπαγή μου
Από τους επιδρομείς
Λίθοι ακρογωνιαίοι
Συστρέφονταν
Αφήνοντας μετέωρο
Το παραληρηματικό μου σχέδιο
-Οράματα του ενυπνίου απέθαντα-
Πεζά στίφη
Χάραζαν σβάστικες
Στο ψηλό κορμί
Του κυπαρίσσου
Με το γαμψό τους νύχι
Στιλέτα του μίσους
Ξερίζωναν τους μικρούς θάμνους
Που οι γηγενείς ακουμπούσαν την αρματωσιά τους να αγιασθεί!

Απόψε τάγματα οπλιτών
Πολιόρκησαν τη πόλη μας
Εισχώρησαν στις ματωμένες
Καμινάδες μας
Να αρπάξουν από τις εστίες μας
Τα τάματα που είχαμε
Ετοιμάσει για τους θεούς μας
Μικρά γυάλινα ματόχαντρα
Φυλακτά προγονικά
Και ασημένιες πόρπες
Για το πέτο της ιέρειας
Άχαρα τα περιέφεραν στη πόλη
Δοκιμάζοντας τις αντοχές μας
Δεν βρήκαν όμως
Το βιβλίο των ηρώων
Να βεβηλώσουν
Εκείνο που η μητέρα φύλαγε
Πλάι στο εικονοστάσι
Στη γωνιά του δικού μας Προφήτη
Έτσι σαν ξυπνήσαμε την επομένη
Είχαμε ακόμα λίγη λάμψη στα μάτια κι ένα καρφάκι δόξας στα μαλλιά μας!


Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

Η θαλασσογραμμή του ουρανού



Από την θάλασσα απέδρασαν
Μπαμπακένια και εμβληματικά
Τα τελευταία σύννεφα
Τα έβλεπα από το παράθυρο μου
Καθώς περιόδευαν
Κονιορτός να γίνονται
Και με πυρήνες υγρούς
Να σχηματίζουν
Μια γαλάζια θαλασσογραμμή
Στις ανεμότρατες του ουρανού που ναυαγούσαν!

Σε τηλεσκόπια ναυτικά
Παρακολουθούσα τη διάταξη τους
Γραμμές και σήματα σφηνοειδή
Τρέμιζαν σαν φάροι βραχονησίδων
Πάνω στα μπλάβα ύφαλα της Ανδρομέδας
Σχέδια ανακόλουθα
Μπερδεμένα στην ανυφάντρα τρέλα
Μπαμπακένια και εμβληματικά σύννεφα
Κατέκλυσαν του σύμπαντος
Το πληγωμένο υπογάστριο
Αμαχητί παραδομένα στα δηλητηριώδη βέλη από τη φαρέτρα της Αστραπής!

Θαλασσογραμμή τεθλασμένη σχεδίασα
Στου τζαμιού το κρύο κρύσταλλο
Να βρει η ματιά μου φωλιά να ακουμπήσει
Κι η καρδιά μου μέρος να ξεγελάσει το σφυροκόπημα
Να μην αφήνομαι μονάχη στο στερέωμα
Μικρούς θεούς να ανακαλύπτω
Αποκρουστικούς και κερασφόρους
Γυρίζω πίσω στα υφαντά στρωσίδια
Που μου χαρίζει η μοναξιά της ποίησης
Πορφυρή μπατανία της Σύλβιας να γίνω
Να ξεδιπλωθεί το όνειρο μου σαν μεγαλυνάρι ερωτικό
Απαρχής με μάτια κλειστά να ξεχωρίζω
Του ίσκιου μου το πεσμένο πλατανόφυλλο αθρυμμάτιστο!

Η γη κοχλάζει στα χέρια μου
Σαν το αίμα πρωτόφαντου πόθου
Ερωμένη του απείρου
Κλώνους κόβω αμάραντους
Στεφάνι να πλέξω στην έφηβη κόμη του Αυγούστου
Να γλυκάνει μεστό το σταφύλι
Στο πατητήρι της καρδιάς και θείο νάμα να γίνει
Στον κοχλία να το απιθώσω της ομορφιάς
Να πραΰνει το πάθος στα χείλη μου
Που την ανάσα έκφυλα πέτρωσε
Απαρχής με μάτια πύρινα
Αποφασισμένη και εναργής
Το βιβλίο να ανοίξω των προφητών
Να διαβάσω τα εδάφια της μυστικής μου ειμαρμένης
Όμοιος άνεμος να αφανίσω τα σημάδια στην άμμο
Που ακούραστα με καλούσαν να ασπαστώ τις ουράνιες θίνες!