Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

ολιγόλεκτα Ι



*
Είπες πως ο Θεός κατοικεί
Στις φλέβες των μικρών παιδιών
Κι έσκισα το πουκάμισο μου βιαστικά
Να περιδέσω το φωτοστέφανο
Που αιμορραγούσε στα ανοιχτά χέρια σου!

*
Κι ύστερα ήρθαν οι κοπέλες
Με τα κρινολίνα
Και τις χάλκινες τιράντες
Σουσάμι να ρίξουν
Στους άζυμους άρτους των αγγέλων
Να προσπορίσουν λίγο μ' αυτό
Τους πληβείους του γαλάζιου σύννεφου!

*
Η μέρα προχωρούσε
Η βροχή θέριευε
Στο ντιβάνι η τσιγγάνα
Έριχνε τα χαρτιά επί ματαίω
Η ντάμα έπλεκε βουβή
Το πουλόβερ του χειμώνα
Με ανεβατές νεροσταγόνες
Μην και παγώσει γυμνό
Το ντέφι της νύχτας στους καταυλισμούς!

*
Κοιτάχτηκες στο καθρέφτη
Ένα πεφταστέρι κρυφόπαιζε
Στον ώμο σου
Εκεί που παλιά φύτρωναν
Τα φτερά του έρωτα
Το αποσιώπησα με ένα μειδίαμα
Μην και προδώσω τον κρυφό διαιρέτη της εικόνας σου!

*
Κι αν τα βουνά είναι σκληρά
Τα διαρρέουν ρυάκια
Που υποσκάπτουν την περηφάνια τους
Και γήλοφοι γίνονται
Μόλις η ομίχλη αγγίξει
Το βραχώδη στέρνο τους με τη χλομή δαντέλα της!

*
Γεμίσανε αμαρτίες
Οι ταπεινές παπαρούνες
Όταν εσύ διέγραψες ένα κύκλο
Γύρω απ' τη περιφέρεια τους
Να περιφράξεις εκεί τα φιλιά της προδοσίας
Που δεν δόθηκαν!

*
Έχτισες ένα μεγάλο σπήλαιο
Απομόνωσης
Κι έβαλες στην είσοδο
Δυο μυκηναϊκές πέτρες
Έλειπε ο λέοντας
Κάποιοι είπαν πως εξέπνευσε
Μπήγοντας ηλεκτροφόρα στεφάνια
Στου θηριοδαμαστή το χαρακωμένο μέτωπο!

*
Στην ανασκαφή βρέθηκε
Μια μισοσπασμένη υδρία
Δεν περιείχε τιμαλφή
Ούτε κτερίσματα
Μόνο μια χτένα χρυσή
Να χτενίζονται οι κορασίδες
Που κατέρχονται με κόντρα άνεμο στον Άδη!

*
Απόρησες πως έτη φωτός
Μακριά το φεγγάρι
Ημπορεί και εκδικείται
Τους ερωτιδείς και τους ποδηλάτες
Που έθαψαν το αρμυρό δάκρυ τους
Στο αρμυρίκι της ακτής!

*
Η ράφτρα σου
Σου έφτιαξε ένα φόρεμα
Με μια μπουτονιέρα στο πέτο
Όταν το φόρεσες
Οι μίσχοι των λουλουδιών
Μεγάλωσαν ξάφνου
Και τα πέταλα θρόισαν ρυθμικά
Σκοπούς για έρωτες επιλήσμονες!

*
Ρακένδυτος βγήκες στο παζάρι
Να αγοράσεις
Δυο ζευγάρια μεταξωτές κάλτσες
Ήθελες να στολίσεις
Τα σαντάλια της Άνοιξης
Που βρέθηκαν λυτά στην αυλή σου
Τη χειμωνιάτικη βραδιά που άνοιξαν
Οι κατακόμβες της γης τις πύλες τους!

*
Τα πλοία έφυγαν χωρίς ρότα
Έχοντας στοιβαγμένα στα αμπάρια τους
Δέρματα αθώων αμνών
Που θυσία έγιναν για τα κορίτσια
Τα προορισμένα ιστορικά να γεμίσουν
Τους ασκούς προς τον μεγάλο πλου της εκστρατείας!

*
Είπες πως ο Θεός κατοικεί
Στις φλέβες των μικρών παιδιών
Κι έσκισα το πουκάμισο μου βιαστικά
Να περιδέσω το φωτοστέφανο
Που αιμορραγούσε στα ανοιχτά χέρια σου!

Με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβε η ιστοσελίδα bibliothegue
με διεύθυνση:http://bibliotheque.gr/?p=32749  και απώτερο σκοπό
τη συγκέντρωση ολιγόλεκτων κειμένων


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

διαφυγή



Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ακούω τον αέρα
Κι οι αισθήσεις παραλύουν
Την αύρα σου φέρνει
Μοσχάτη ρόγα στα χείλη
Κυρτώνω τη παλάμη
Και σε αγγίζω
Με πονάς
Ολομέθυστη με μάτια κόκκινα
Εκλιπαρώ να θραύσω
Μεταξιού ζωνάρι
Γυρισμού μαντήλι να υφάνω
Να κλείσω μέσα το Αντίο
Πριν χαθείς
Σε καραβιού ανεμόσκαλα
Διπλό δένω κόμπο
Να δαμάσω τον χρόνο
Που λιποτάχτησε
Στην απόγνωση
Του τελευταίου νεύματος
Ανασυντάσσω τις εφεδρείες
Των χαμένων αποστάσεων
Μαζί μου να σε πάρω ξανά!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ανασκιρτά η χλόη στο διάβα σου
Τα πολυρίζια ανοίγουν στοές
Στη γεωγραφία του σώματος
Ευμετάβλητη αφήνομαι στο κενό
Ακροζυγίζοντας πάνω σε ιπτάμενο χαλί
Τις νουθεσίες του χώματος
Σε χρόνο παρελθόντα ριζώνω
Για να έχω ξανά των ματιών σου
Τον άχρονο κεραυνό
Επανέρχεσαι δριμύς
Και σαν πολιορκητής τ' ουρανού
Μετοικίζεις στο αίμα μου
Με καταδιώκεις με αναφλέγεις
Κι εγώ σου παραδίδομαι
Μακραίνω τους δείκτες
Πληγώνω τις ώρες
Και σ' ακολουθώ
Νεκρή πεταλούδα
Που χνούδι στο δάκτυλο αφήνει
Ακολουθώ το χνάρι σου
Στον κόσμο σου μπαίνω
Χωρίς να σ' έχω!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Στέκεσαι σαν ανεμοδείκτης σε κυρτή στέγη
Κι αγωνιωδώς περιστρέφεσαι
Σε αγγίζω και ξάφνου σε χάνω
Απροσδιόριστος στις κατευθύνσεις
Χάνεσαι και πλαγιάζεις στην ομίχλη
Σαν φύλλο ξερό στο κρύο κράσπεδο
Δίνεσαι χωρίς να ζητάς αποδοχή
Σε αγγίζω και ξάφνου σε χάνω
Σε κρυστάλλινο πάνω παλάτι κατοικείς
Ξεγλιστράς σαν ψήγμα υδραργύρου
Δεν έχεις μορφή
Ξεγλιστράς κι αναρριχάσαι
Το σώμα σου αέτωμα ναού
Που το κλέβει η σκιά του σύθαμπου
Μνημείο το σώμα σου
Εκτελεσμένων παλικαριών
Βάγια δεν απόθεσα στην τελετή
Δάκρυ δεν ρίγησε στη δέηση
Δεν ράντισα τη γη για ν' αλαφρύνει
Περνώ μόνο σφόδρα σε αντίποινα
Και σου στερώ τα χάδια
Που μυστικά ονειρεύτηκες
Απομακρύνομαι κι όμως
Είναι σαν να επιστρέφω σε σένα διαρκώς
Μέσα στις κοιλάδες της μνήμης σε εικονίζω
Δεν ξεχνιέσαι
Πηγή αργυρή γίνεσαι
Βεργούλα αγριοτριανταφυλλιάς αγκαθωτή
Λεβάντας θυμίαμα ορθινό
Κι εγώ εφαπτόμενη στα πλούσια αρώματα
Λιγωμένη μπαίνω σε ξενιτιάς κόρφο
Και δρυμούς ομορφαίνω για σένα!


Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

χελιδονίσματα


Έλαβε μέρος στο συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε υποδειγματικά 
η αγαπημένη φίλη Αριστέα με υπέροχες και αξιόλογες συμμετοχές 
καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση
Ευχαριστώ όλους τους φίλους είτε το στήριξαν είτε όχι
Νικήτρια στο συμπόσιο άλλωστε ήταν η ίδια η ποίηση! 

Από παιδί έπαιρνα
Ξυλαράκια διαλεκτά και λάσπη νωπή
Που τα χελιδόνια άφηναν στις αυλές μου
Κι έφτιαχνα φατνώματα φιλόξενα ζεστά
Με παιδικά χαμόγελα τα στέριωνα
Να δέσει ο ιστός σφιχτά να κρατηθεί
Τόποι ιεροί του ήλιου υποστατικά
Μ' ευλάβεια εκεί  ακουμπούσα σαν τύχαινε
Τη κρύα ανάσα των παιδιών και των μανάδων
Με τις γρατζουνισμένες απ' το νύχι της ορφάνιας καρδιές!

Στου χάρτη τα οροπέδια με τις μηλιές
Και στις κοιλάδες με τις φιδίσιες κόρες
Έχτιζα μαστορικά τις δικές μου Βηθλεέμ
Χάραζα μονοπάτια πέτρινα ξενώνες φιλικούς
Και ανθισμένες έβαζα εκεί αμυγδαλιές κι αμπέλια
Να ξεκουράζεται στην ομορφιά το μολύβι του πολέμου
Γέννηση να γίνεται φούλι λευκό στο πέτο
Άστρο αφέγγαρης νύχτας λαμπερό
Που τους μάγους θεϊκά θα οδηγήσει και πάλι
Στις ποντισμένες στα βύθη της χαρά και της γαλήνης χώρες!

Χαμογελούσαν τα παιδιά μειδιούσαν τα βρέφη στο λίκνο
Οι μεγάλοι σώπαιναν σαστισμένοι - τι να πουν;
Κι εγώ στην ακροποταμιά της νοσταλγίας
Χαλικάκια λευκά συνέλεγα πετρούλες μεθυσμένες
Σημάδι για να βάλλω σταθερό μην χάσουν τα παιδιά τον δρόμο
Στη χώρα του Ποτέ για να μπουν ξυπόλητα κι ωραία
Το χορό να αρχίσουν με βήματα δωρικά
Πάνω στο χρυσό μιντέρι του ήλιου να ζεσταθούν
Χελιδονίσματα να ακουστούν αγγελτήρια της Ειρήνης
Σύναξη ουράνια των ονειροπόλων της γης
Γιατί εμείς τους κήρυκες των μαχών
Σε αγγέλους τους μεταμορφώσαμε χαλύβδινους
Να ψάλλουν ξανά το "επί γης ειρήνη" στους οπωρώνες
Λουλούδι Αμάραντο του Αγάπανθου εαρινή συστάδα
Μες του κόσμου τον τρύπιο κρόταφο ρίζες βαθιές να απλώσει!



Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

μαθητεία στο κόσμο



Σπόρο τον σπόρο μάζεψα
Απ' της γης τη μήτρα
Του ροδιού τα κρυστάλλινα μάτια
Νυχάκια βελούδινα θαρρείς
Άτυχου βρέφους
Που τον μαστό σφίγγει της εξορίας
Σε χαράδρα απόκρημνη
Και πάνω σε σκόρπιους σωρούς
Κέρινους και κυρτούς
Στο κλάμα σπαράσσει
Βρέφος ανυπεράσπιστο της μοναξιάς
Στην σκληρή προσκρούει μοίρα της πέτρας
Πριν αφουγκραστεί το αίμα του μαύρου κορακιού
Στον αυλόγυρο του κόσμου γοργά  και πνιγηρά να αναπηδά!

Πέτρινος μαστός με πικρό της οδύνης πρωτόγαλα στα συνένοχα χείλη....  

Χάντρα την χάντρα σκόρπισα
Της πίκρας το μενταγιόν
Στης Κυρά - Θάλειας το πηγάδι
Κισσού στεφάνι έπλεξα
Και ποιον να στολίσω;
Χλόμιασε το μέτωπο
Γυμνώθηκε ο ουρανός
Και μια αγκίδα μπήχτηκε
Στο Αριστερό μου πλευρό
Όμοια ερπετού σαϊτιά
Καθολικά δηλητηριάζει του αίματος την περγαμηνή
Εκεί που έμαθα από παιδί ακόμα να ιχνηλατώ τα πρώτα της Αγάπης ψηφία!

Φαιδρός ο λόγος στην αυγή της ζωής το χάραμα παραδίδεται 
στο θειάφι του ηφαιστείου αμαχητί ηττημένος....

Κόκκο τον κόκκο συγκέντρωσα
Σε μεθυσμένη κλεψύδρα
Τις αμαρτίες της θάλασσας
Και σε σώμα γοργόνας
Ήπια την ηδονή
Το διττό λόγο αθέτησα
Και στου ανέμου ακουμπώντας
Το περικάρπιο μακριά ξενιτεύτηκα
Σε χώρα απρόσιτη
Λυτρωμένη χρησμό να φέρω
Και μαύρο βοτάνι ερωτικό
Στους εραστές που στα κάτοπτρα του κύματος απεικόνισαν διπλά την απάτη!

Καράβι βυθισμένο αρμάτωσα και σε σπήλιο κρυφό αποτραβήχτηκα 
ταγμένη του θυμού....

Ρίζα την ρίζα φύτεψα
Σε χωμάτινο αυλάκι
Της αγράμπελης τον αναρριχητικό έλικα
Στο άροτρο μετά στάθηκα
Ευτυχής και γήινη
Και πολύ θυσιάστηκα
Παραχωρώντας μέρισμα
Ομορφιάς στο κόσμο
-Έργα και ημέρες δικές μου
Διαυγείς χωρίς ένα όνειρο μεμπτό-
Επανήλθα δριμύς να απολαύσω
Του έαρος το συντελειακό φως
Και φραγή έβαλα διπλή
Στης λήθης το σκοτεινό μάνταλο
Να μην περάσει στης μνήμης τα πάλλευκα πέπλα ο διαβρωτικός ιστός της αρμύρας!

Φτερά της ειμαρμένης καψαλισμένα στη άκρη φορώ συρρικνωμένη να μπω 
στο πελαγίσιο λιβάδι που σε συνάντησα.....



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

εις μνήμην



                                            Στο δικό μας παιδί τη Σάρα 

Πρώτα δηλητηριάστηκαν οι τρύπιες παντοφλίτσες του
Σαντάλια θα τα έλεγες σαν αυτά που φορούν
Οι αρχάγγελοι που τον ύπνο του συντρόφευαν τις νύχτες
Πρώτα αυτές λιποθύμησαν
Χάρισμα της μάνας του απ' τον προηγούμενο Δεκέμβρη
- στων Χριστουγέννων την ελατοκορφή στολίδι -
Ένα δώρο καρδιάς χωρίς φιογκάκια κι ασημένιο περιτύλιγμα
Περιττά κι επίπλαστα δεν θα τους ταίριαζε
Στα παζάρια που το αγόρασε βλέπεις οι αλήθειες κι οι πόνοι
Είναι πάντα γυμνές κι αναλλοίωτες στο ψιλόχιονο της εγκαρτέρησης
Στα παζάρια της φτώχειας όλα ανθρώπινα και μεγαλειώδη
Γιατί εκεί μάθε το καλά
Δεν διαπραγματεύονται τίποτα άλλο παρά μόνο μια δέσμη χαμόγελα
Που οι καρδιές τα αναγορεύουν σε υψηλά ιδανικά
Ιδανικά που οι πουπουλένιοι από υπάρξεως κόσμου αποποιούνται!

Ύστερα δηλητηριάστηκε το λουλουδάτο του φόρεμα
Πέπλο θα το έλεγες που ακριβονύφη το φόρεσε
Στης γιορτής της τα ανθοστέφανα
Ύστερα αυτό λιποθύμησε
Χάρισμα του έαρος και της αγαπημένης του Περσεφόνης
Αισθαντικό φόρεμα πλήγιαζε στο κρύο σαν κομμένος σταλαγμίτης
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη να του παρασταθεί
Να αποκόψει λουλούδια ζεστά χλόη στεγανή ήλιου εσθήτα να φέρει
Να το σκεπάσει
Να το ενδύσει
Να το ζεστάνει με το άγιο της χνώτο
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη χέρι ζωής να απλώσει στη φλέβα του
Κι ήρθαν του χειμώνα οι ορδές κι ύστερα έφτασαν οι σιδεράνθρωποι
Με τις φρικτές πανοπλίες και μαζί τους το πήραν
Πριν ακόμα μπορέσει να ξεστομίσει την πικρία του μυστικού του στον δικό του Θεό!

Και στο κατόπι τελευταίο δηλητηριάστηκε το πλεκτό του σκουφάκι
Όστρακο θα το έλεγες απ' τις απάνεμες θάλασσες της πατρίδας
Που μια καλοκαιριά η παλίρροια το ξέβρασε στην ακτή
Στο τέλος αυτό λυποθύμησε
Χάρισμα της εκατόχρονης γιαγιάς του σε πλέξη κοτσίδα
Σαν εκείνη των πειρατών που άμαχους δεν άγγιξαν μόνο πραμάτειες πήραν
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Με μια μικρή τρυπούλα να εισβάλλουν
Ανεμπόδιστα τα παιδικά όνειρα κι οι μνήμες του αίματος
Αίμα άλικο και λαθραίο όπως το βάφτισαν οι κρατούντες
Ίδρωνε από τρόμο και ξενιτιά το μικρό κεφαλάκι
Δεν λυγούσε όμως μυρτιά παιρνούσε στο αυτί και κρυφογέλαγε
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Λίγο στραβό στην δεξιά πλευρά
Κι αυτό ήταν το σημάδι - πως να το κρύψει;
Αυτό ήταν το μοναδικό τρωτό σημείο
Κι εκεί χτύπησαν οι αχυράνθρωποι και μαζί τους το πήραν παντοτεινά
Ταξίδι του έταξαν να το ξεγελάσουν οι υστερόβουλοι
Εκεί χτύπησαν με μονοξείδιο βόλι το γάζωσαν
Δάκρυ δεν βγήκε γιατί από πριν είχε στεγνώσει
Πάνω στα μύρτα και στην αγριελιά ασημένιο σαν σήμαντρο
Κι έμεινε η μάνα χαροκαμένη να απελαύνει τους γόους της
Στα κρύα χώματα και στους βάλτους της γης άγρυπνη ανέστια και δέσμια!

Επ αφορμή το θάνατο του 13χρονου κοριτσιού
που ήθελε να ζεσταθεί με μαγκάλι
ελλείψει ρεύματος κι έσβησε απ' τις αναθυμιάσεις!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/12/blog-post_4157.html
Όπως και στο ΕΚΦΡΑΣΟΥ της αγαπημένης φίλης Κικής 
http://ekfrastite.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html#comment-form



Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

το χρονικό μιας βροχής



Είπες απόψε θα βρέξει
Κι έφυγες
Χωρίς αδιάβροχο
Μόνο με το πουκάμισο ανοικτό
Σε ένα φως ανέσπερο
Δικό σου
Φυσάει κι από μακριά
Ακούγεται το σφύριγμα του τρένου
Έφυγες
Πρώτη σταγόνα στρέφει στο περβάζι

Σκεπάσου με το χνώτο
Της ώριμης σελήνης
Φεγγριστός να βγεις και ζεστός
Στα παράθυρα της πόλης
Που απόψε ο βοριάς συνέτριψε
Να ανατινάξεις το πυροτέχνημα και πάλι
Θα σε βρω
Αστράφτει κάπου στο βάθος της στιγμής

Μην αργήσεις
Μήνυμα στείλε
Πρόβαλε ο καβαλάρης στην αυλή
Κι έχει σβηστά
Τα πράσινα μάτια
Τη κόμη ματωμένη
Κι αδύναμα στα χέρια του κρατά
Τα γκέμια που στον γκρεμό
Παραδόθηκαν - διατομή θανάτου
Θα κρυώσεις
Έπιασε μπόρα ριγούν τα ρείθρα άστεγα

Πάρε το πρώτο τραμ
Αχάραγα να γυρίσεις
Θα έχω νερό ζεστό
Για να πλυθείς
Κυκλάμινα στο ανθογυάλι
Τα ρόδινα μου πέλματα
Να τα διπλοφιλήσεις
Αχάραγα να γυρίσεις
Μου δόθηκε μια ώρα ακόμα
Πριν κινήσω τον μοχλό
Κι αμπαρωθώ στο γκρίζο
Σε περιμένω
Πλημμύρα παντού κλείνω τα στόρια με δέρμα τα σφαλνώ

Ήρθες
Ακροάστηκα το σφυγμό σου
Πάνω στον τοίχο
Ήρθες στην ώρα σου
Φλογίστηκαν οι μεταξένιες παρειές
Της σπασμένης μου βεντάλιας
Η βαλίτσα σφαλιστή
Στο κατώφλι
Το πουκάμισο ανοιχτό
Τα κουμπιά στα χέρια
Κροταλίζουν ρυθμικά
Στέκω στα νύχια
Σαν χτυπάς το κουδούνι
Δεν θα ανοίξω
Διπλό ουράνιο τόξο κι η οθόνη σβηστή

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

τα τραγούδια μας άστεγα παιδιά πλανώμενα



Εμείς τα τραγούδια μας δεν τα τραγουδάμε μόνο
Αλλά πρωτίστως τα ζωγραφίζουμε κυκλωτικά
Πάνω σε υδρόγειες σφαίρες σχολικές
Στις ραφές των σύννεφων χαράζουμε
Οριζόντιες γραμμές ατελεύτητες
Πεντάγραμμα αιθέρια σχηματίζονται
Όμοια μ' εκείνα του τυφλού μουσουργού

Φιλοξενούμε εκεί κι απαγκιάζουμε
Στίχους και μελωδίες καθαρτήριες
Στα σύννεφα αναχωρητές πάντα
Ξεφτάμε κρόσσια τα όνειρα μας
Και πλέκουμε εξαρχής πόντο τον πόντο
Του Έρωτα την εσθήτα την πάλλευκη
Γιατί είναι Έρωτας τα τραγούδια μας
Έρωτας ατρύγητος αχώρητος!

Προχωρημένη νύχτα κι ο ύπνος
Δεν ανεμίζει στις ακτές μας
Προχωρημένη νύχτα
Κι αναζητάμε ουράνιες οάσεις
Να ξεδιψάσουμε της ψυχής την ξεραμένη στέρνα

Μονάχοι κι άσκεποι
Τον λύχνο τρίβουμε της μαγικής παραμυθίας
Μας αφουγκράζονται καρδιές παιδικές
Μανάδες με απλανή βλέμματα
Κορίτσια με ακουμπισμένα τα χέρια
Στο προγονικό εικονοστάσι
Κι εμείς συνεχίζουμε:
Πορεία στους ακάνθους

Μονάχοι κι άσκεποι
Τραγουδάμε την πλέρια χαρά του Αετού
Τραβούμε με σκοινιά χαρταετούς - νεφέλες
Να πλησιάσουμε το μέγεθος του Θεού
Στο σπίτι του να μπούμε να γιατρευτούμε απ' το σκότος

Τα τραγούδια μας
Άστεγα παιδιά πλανώμενα
Μπαίνουν σε δάση την Αυγή
Συνομιλούν με Νεράιδες κλέβουν Αθάνατο Νερό
Στην όχθη των ποταμών και το πίνουν αμόλευτο

Τα τραγούδια μας συννεφένια μπαλόνια
Σε χέρια γαλήνια παλιάτσων
Καλά δουλεμένα στην αμάχη με τον πόνο
Εμείς τα τραγούδια μας δεν τα τραγουδάμε μόνο
Αλλά πρωτίστως τα ζωγραφίζουμε κυκλωτικά
Πάνω σε υδρόγειες σφαίρες σχολικές!

Αφιερωμένο στην Agriomeli που μου έδωσε το έναυσμα - σπίθα
http://agriomeli.blogspot.gr/2013/11/blog-post_17.html


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' την θάλασσα



Σκιρτώ στα θαλάσσια μήκη των μαλλιών σου
Στις διακλαδώσεις των οστών σου χάνομαι
Μαινόμενος ανεμοστρόβιλος κι άγγιγμα τρυφερό κανένα
Βρήκα σπηλιά με κιλίμια πολλά να θωρώ του ορίζοντα
                                                   το τελευταίο πλοίο!

Αγαλματίδια πλάθω με νοτερό πηλό μηρούς από χαλίκια
Εμφυσώ του ονείρου την πρωινή νεροσταγόνα στον βράχο
Πνοή να δώσω στα παιδιά που ναυάγησαν ανοιχτά της ζωής
Κι έμειναν οι γονείς να θρηνούν παρέα με τις σκονισμένες
                                           από τη γύρη παπαρούνες!

Αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' την θάλασσα
Κραδαίνεις χέρι αδερφικό και  φλόγες αναπηδούν στην ψυχή
Λυγά και πέφτει η καγκελόπορτα το σύνθημα το αντιγράφουν
Ποιητές πίσω σε κρατικά έγγραφα κιτρινισμένα και αετόχαρτο
                                      το αμολούν σε ουρανούς παιδικούς!

Σε σταυροδρόμια σκοτεινά η ιστορία σταυρωτά αρμαθιάζει τις μνήμες
Μνήμες τρανές σαν το μπόι τ' αψηλό του Μακρυγιάννη
Ακροβολίζομαι στον μαρμάρινο κίονα να δω να περνούν
Οι διαδηλωτές με τα πρησμένα πόδια και την κόκκινη πένα στα καρδιόφυλλα
                                                                        για την μυστική υπογραφή!

Φυλάω στην φούχτα πεισματικά λίγη καρβουνόσκονη θύμησης
Και με σταυρούς αναπλάθω την ξεθωριασμένη σου προσωπογραφία
Καρδιόσχημη να την ανεβάσω στον πιο ψηλό ιστό των Λευκών Ορέων
Να την ποτίσουν δάκρυ τα πουλιά που ξέχασαν να μεταναστεύσουν
                                               στις Μέγιστες χώρες της Ανατολής!

Μελάνι παίρνω να ξαναγράψω τους στίχους που λησμονήθηκαν
Τα ομήρεια πάθη αναπαριστώ ξανά σε αρχαϊκή θεάτρου σκηνή
Το πλήθος εξυμνεί χειροκροτώντας τους φαύλους και τους προδότες
Αποχωρώ και φιλία συνάπτω μπιστική με τα τελευταία που δεν μαράθηκαν
                                                                                             γαρίφαλα!

Αγρυπνώ κάθε νύχτα να μην περάσω σκυφτή του ονείρου τη πύλη και μείνω
Παίρνω στάση εμβρυακή και τον καμένο κορμό του φοίνικα στηρίζω
Ξαναγεννιέμαι από μήτρα χοϊκή και πίθους με τάξη συναρμολογώ
Να κλείσω εντός τους τα μύρα από το κορμί των ηρώων που πενθούν
                                                                  στη πρώρα αδικαίωτοι!




                                                                                                                           

Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

με πολιορκούν τα σύννεφα που στα γόνατα κρύβεις




Μικρό πουλί μελωδίας λεπτό αγριοκάλαμο
Με πολιορκούν τα σύννεφα
Που στα γόνατα κρύβεις
Όταν βγαίνεις νικητής
Απ' την ξόβεργα
Και του αγέρα το σεντόνι
Στα δυο διαρρηγνύεις
Είναι που υπάρχω πάνω στου κόσμου
Την αιθέρια κορδέλα σαν στολίδι γιορτής!

Μικρό πουλί χνουδάκι τρελό του Έρωτα
Σπαταλώ τις χάντρες των ματιών μου
Να σε βλέπω να σπαθίζεις τα σύννεφα
Με λεπτά της πνοής ποδαράκια
Βαμβάκι να παίρνεις στιλπνό
Τις πληγές να φροντίζεις σιωπώντας
Μη και κακοφορμίσει της καρδιάς
Ο αιμάτινος κλώνος σαν απρόοπτα έρθουν τα πάθη της Άνοιξης!

Μικρό πουλί φιλντισένιο της αυγής κελύφι
Σε αριθμητήριο σχολικό καταμετρώ
Και στα δάκτυλα αθροίζω
Τις γλυκές που μου έταξες ώρες
Κι ας μην ήρθες ποτέ σου κοντά μου
Μες τις φλέβες κυλάς
Ποταμός και με πίνεις
Ανεμόσκαλα τα φτερά να με σώσεις σκαρώνεις
Πριν βουλιάξω και μπω μες τη μέθη της καινούργιας Σελήνης!

Μικρό πουλί μαγιολούλουδο μωβ μες τη κρήνη
Στο λαιμό σου προστρέχω
Φυλαχτό να κρεμάσω διπλό
Την πικρή μου ορφάνια
Να βυθίσω το χέρι μου θέλω
Στων νυχιών σου το διάφανο τέμπλο
Νικητής τροπαιούχος να μπω
Στον ναό σου ικέτης πιστός με το γράμμα στον ώμο!

Μικρό πουλί του αχάτη κρουστό περιλαίμιο
Τραγουδώ των ματιών σου
Την υγρή γεωγραφία
Σε πελάγη σε ψάχνω
Και στα μήκη του κόσμου
Μοναχό να σε βρω δίχως ταίρι
Τα άσπρα στέφανα λεμονιάς να σου φέρω
Κι αρώματα μύρια της μικρής μου Φοινίκης
Βασιλιά κι ουρανό να σε κάνω στης ψυχής μου τα Άγια βάθη!


Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

απόψε θα σε αρνηθώ



Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Σε κορμούς που κάποτε χαράξαμε τα αρχικά μας
Με χαρτοκόπτη θα χαράζεις αινίγματα δυσεπίλυτα
Δεν θα σου απαντώ
Οι λύσεις είναι για τους οργισμένους και τους ημιθανείς
Εκείνους που η καρδιά τους αφόρμισε απ' την σκληράδα
Κι εγώ ισορροπώντας πάνω σε τεντωμένο νήμα
Πάει καιρός που αποστασιοποιήθηκα
Απ' τον παγωμένο ορυζώνα του Νότου και ρίζες έριξα στην ξενιτιά μου!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Ανάρριχτα θα φοράς τις πυγολαμπίδες του πόθου
Το σακάκι σου τρύπιο θα μπάζει ανέμου φλόγες
Δεν θα βρίσκεις πατρίδα να απιθώσεις και να σβήσεις
Τα φλογισμένα του μετώπου σου στεφάνια
Τίγρεις με καψαλισμένες κεφαλές
Θα αναπηδούν ανενόχλητες στα κύκλια αλώνια του χρόνου
Δεν θα σε αγγίζουν
Μα εσύ πυρός θα γίνεσαι μες τη κόλασή σου
Θαύματα θα υπόσχεσαι
Οριογραμμές θα φράζεις
Κάθετα τις ράγες θα τοποθετείς
Κι εγώ με ημίψηλο καπέλο θα τριγυρίζω ανάλαφρη
Στις σκαμμένες βραγιές των ηφαιστειακών ποιημάτων
Να αναθερμαίνω με ανάσες κοφτές της σκέψης τη χάρτινη λάβα!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Σε χάρτες που κατοικούνται από πόλεις ερημωμένες
Θα ψάχνεις εναγώνια κλειδί να προσβάλλεις τις πύλες τους
Άδικος κόπος
Ουρλιαχτά θα σε συνοδεύουν
Κεραυνοί θα χτυπούν το υστερόβουλο βλέμμα σου
Μοχλοί σκουριασμένοι θα σε οδηγούν πέρα στο άγνωστο
Σε σφαιρίδια χίλια θα σπάζει το σώμα σου θα λυγούν τα φτερά σου
Στη θέαση μου και μόνο
Σε καθαρτήριο θα εισέρχεσαι μολεμένος να εξαγνιστείς
Δεν θα πετάς από πάνω σου της ενοχής την εξάρτηση
Περιπλανώμενος σε λειμώνες οι ποιμένες ξένιο θα σε ονοματίζουν
Κι εγώ άγκυρες θα ανασέρνω  παλαιών ναυαγίων
Πλεύση θα βρίσκω ξανά σε γαλήνια πελάγη πρωτόγνωρα
Την δική μου βραχονησίδα ζητώντας να ανακαλύψω μακριά απ' τα εφήμερα!

Απόψε θα σε αρνηθώ μια και καλή
Δεν θα έχεις τόπο να στρώσεις το δάκρυ σου
Στα παγκάκια της έρημης πλατείας τσίλιες θα φυλάς σαν κλέφτης
Τα νύχια σου θα σκληραίνουν ξάφνου
Αιμόφυρτες οι παρειές
Προσωπεία θα σου τάζουν νέα θεοί βλοσυροί
Να γητεύσεις του έρωτα το κρυφό πηγαινέλα σε οθόνες ψυχρές
Κωδικούς θα ξεχνάς
Το σφουγγάρι της λήθης θα σφίγγεις
Νάμα γλυκό θα προσφέρεις σε υφάλμυρες κοίτες
Με πλοιάριο φτενό διαδρομές θα διανοίγεις σε χιλιόγωνες λίμνες
Θα μετράς τις ακμές και θα πλήττεις
Το νερό θα απαρνιέσαι και τον ίσκιο της πέτρας
Χοϊκός και δασώδης μες τη πλάνη θα ζεις τα στενά όρια σου
Κι εγώ πικραμύγδαλα άγουρα θα τρίβω στα χείλη
Και στου ύπνου τα πέπλα θα βυθίζομαι μόνη
Να σε δω και περνάς στο όνειρο μου ένα αντίο στερνό να σου αφήνω στη πλώρη!



  

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

βρόχινα χείλη



Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τον ήχο του κύματος
Αγάπησα τα στεγνά σου χέρια
Απαλά και υπάκουα σαν το βλέμμα
Το κρυστάλλινο του νεκρού ψαρά
Που δεν πρόφτασε να συμμαζέψει
Τα δίχτυα του
Και βορά έγιναν από κήτη με ανορθόδοξα
Στραμμένα τα παλλόμενα σπλάχνα τους στο αρχαίο ευαγγέλιο!

Πιο πολύ κι από τις αιμάτινες λόγχες του σούρουπου
Αγάπησα τα πυρωμένα πέλματά σου
Γοργά και καλλιεπή σαν του ανέμου
Το μέτωπο όταν τρυφερά ακραγγίζει
Τους βοστρύχους των νεανίδων
Που με καλαθούνες στα χέρια
Ξέχειλες σταφύλια και αγριομανίταρα
Επιστρέφουν κατάκοπες
Ξυπόλητες να μπουν στο άλγος του μεσονυκτίου!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τους μαρμάρινους κίονες του ναού
Αγάπησα τις σπασμένες σου φτερούγες
Αδύναμες σαν των σταριών τον μίσχο
Στην αγκαλιά του πουνέντε
Πριν ακόμα φτάσει να λυθεί το γόνατό τους
Στου αλωνιού τη πέτρα
Απ' τους αμούστακους θεριστάδες
Και καμφθεί ολοκληρωτικά και για πάντα
Στου Ιουλίου το άσβεστο καμίνι το χρυσό τους γένι!

Πιο πολύ κι από την λάμψη του φεγγαριού
Αγάπησα τους πυρόξανθους βοστρύχους σου
Όμοιοι με τους κισσούς που τυλίγουν τα αρχαϊκά αγάλματα
Που ήρθαν στην επιφάνεια μιαν ασέληνη νύχτα
Απ' τη σκαπάνη ενός γηραιού αρχαιολόγου
Στοές άβατες στον περίβολο μιας ταπεινής εκκλησίας
Κάτω από το θαμπό φως εκατόχρονων καντηλιών αφιερώματα μακράς μετανοίας!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ κι από τα ξύλινα παγκάκια
Που φωλιάζουν τα παιδικά όνειρα
Αγάπησα τις φλέβες που διατρέχουν το κορμί σου
Δίνοντας βουερό αίμα και παλμό ζωής
Στο ερωτικό σου σώμα
Ζαρκαδιού σβελτάδα δονούμενη στα μέλη σου
Και στον χάρτη σου ζωγραφίζουν με αθάνατη μελάνη
Ρυάκια αστείρευτα ολογέμιστα
Με χάρτινες βαρκούλες πέστροφες ασημένιες
Και καβούρια που βαδίζουν ίσα στο μέλλον
Πλάι σε όχθες κατάσπαρτες με ευκαλύπτους
Λεύκες τρεμάμενες και χρυσές φιλύρες
Πλούσιος ρους χωρίς γεωγραφία και κοίτη
Με εκβολή μόνη τις σκοτεινές καταβόθρες
Που πλαγιάζουν αδύναμα κοτσύφια ποδηγετημένα από τη θηλιά του δικού σου ζυγού!

Πιο πολύ και από την σπιρτάδα του φύλλου της λεμονιάς
Αγάπησα τα βρεγμένα σπιρτόξυλα του κοριτσιού
Που τρέμοντας άναβαν την πίκρα του πρωινού τσιγάρου σου
Νοτισμένο τσιγάρο απ' τις δροσοσταλίδες του γέρου πεύκου
Σε αναγνωστικά λευκής αθωότητας που αχνοκιτρίνισαν
Σαν τον δείκτη του αριστερού σου χεριού
Που απένειμε χάρη κι άφεση στον προδότη με το κρύο προσωπείο
Και στον αμετανόητο φονιά με τους κυρτούς ώμους
Και άστεγο ξέμεινε τέλος μια νύχτα του Γενάρη να παρακαλά
Μπροστά στα σκαλοπάτια που οδηγούν στον καπνισμένο γαλαξία!

Πιο πολύ κι από τα μελαγχολικά σου μάτια
Αγάπησα τα βρόχινα χείλη σου
Σκληρά σαν τη κρούστα του αλατιού
Στα βράχια της πατρίδας μου
Που κυράδες της σιωπής με υφαντές ποδιές
Τη συλλέγουν κάθε που σημαίνουν
Πάνω στη γη οι ορθρινές καμπάνες του βυζαντινού κωδωνοστασίου!

Πιο πολύ και από τα γόνιμα υπώρεια των θηλυκών βουνών
Αγάπησα το αρρενωπό σου σώμα που δεν λύγισε στον ελάτινο σταυρό
Μοναχικό κι απόξενο σώμα σαν της αμμουδιάς τα λευκά κρίνα
Που Αύγουστο μήνα μυήθηκαν στης λήθης το ερωτικό πεντάγραμμο
Κι άλικα έγιναν για πάντα τα πέταλα τους
Πεντάφυλλα κρίνα ευωδιαστά που στα όνειρα τους
Μεταμορφώνται σε νάρκισσους κι αμαρυλλίδες διπλόχρωμες
Θέλοντας να προσδώσουν στην όψη τους
Μιαν ανάσα επίπλαστης ομορφιάς εφήμερης
Ελάφρωνε η καρδιά και πέταγε σαν πεταλούδα εαρινή η ψυχή
Σε όρμους απόκρημνους που σκούνες πειρατών
Τους προσεγγίζουν καταφύγιο για να βρουν σε γλάρων νοτερά σπήλαια!

Πιο πολύ και από τους μυθικούς λωτούς της απάρνησης
Αγάπησα της αγκαλιάς σου το απόρθητο τείχος
Διπλό πετρόχτιστο χωρίς διόδους διαφυγής
Εκεί μετρώ κάθε απόγευμα πήχη- πήχη την απόσταση
Που θα με φέρει κατακτητή στον δικό σου πυργίσκο
Ξέρω καλά τον τόπο σου
Γνωρίζω απέξω τους κωδικούς σου
Διαβάζω καθαρά τις σβησμένες επιγραφές των μνημείων
Φτάνει απλά και μόνο να βρέξω το πέλμα μου
Στων στίχων σου την γαλάζια πηγή και ολόδροσο να σε πιω
Να τροχίσω της μνήμης το σπαθί με αστραπής νήμα
Ολοφλόγιστο να σε αγγίξω κι ας καώ βαθιά ως τους ιστούς
Έτσι θα έχω να ιστορώ στους νεκρούς συντρόφους μου
Τις ήττες του απερχόμενου Νοέμβρη
Και το πόσο φοβάμαι μην ραγίσει από έρωτα χαρακιά
Η εταζέρα με τους χαλκόχρωμους ερωτιδείς που μου χαρίστηκε!




Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

άνοιξε το παράθυρο



Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του φεγγαριού
Με τις αχτίνες του να ρυτιδώσει
Και να ανοίξει
Τα σφαλιστά μπαούλα της ματαιοδοξίας
(Αραδιασμένα άτακτα στην σκοτεινή σου κάμαρα)
Σώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Την ζωή ακραγγίζοντας αστόχαστα
Πετράδια πολύτιμα ράβδους υπερβολής
Κι εκείνα τα μαργαριτάρια του Στάινμπεκ
Που δεν εκτιμήθηκαν ποτέ ανάλογα
Σώρευσες θησαυρούς αμύθητους
Πριονίζοντας κάθε εσπέρα
Κεφαλές κούρων
Περικνημίδες αμαζόνων
Κράνη και ασπίδες πολεμιστών
Για να κατατροπώσεις τον χρόνο
Που δεν σου δόθηκε αφειδώλευτα
Σώρευσες του Μίδα τους θησαυρούς
Αποσπώντας ευαγγέλια λατρείας
Από λειψανοθήκες σφραγισμένες
Προδίδοντας και συνθλίβοντας τα ασπρισμένα
Στο χώμα Οστά των Μαρτύρων
Ζηλωτής εσύ του αδιόρατου
Συγκλίνεις με τις φαιές φλόγες των καμίνων
Και προσαρτάς επιτελικά τα ηδονικά εδάφη των κλινών
Που ζεύγη θεοτήτων τα κατοικοεδρεύουν
Ήσουν αρχαιοκάπηλος πριν ακόμα
Εμφανιστούν πάνω στη γη τα αγάλματα κι οι προτομές!

Άνοιξε το παράθυρο να μπει κλεφτά
Το φως του ήλιου
Με δοκούς χρυσούς να υπερπηδήσει
Τα περιστύλια που ύψωσες να μην σε φτάνω
Τείχη σε κλείνουν
Φυλακές χωρίς θύρες σε κρατούν
Πύργοι με μονόφθαλμες πολεμίστρες
Σε σημαδεύουν με βέλη και οβίδες φαρμακερές
Σώρευσες το πάθος του ανεκπλήρωτου
Και χάθηκες άφρονας στων κουρσάρων τη χώρα
Ηττημένος
Μόνος
Νεφοσκεπής κι άκληρος
Περιηγήσε τώρα σε φατνώματα αιλουροειδών
Στερημένος
Ουραγός
Νεφοσκεπής κι άκληρος
Σωρεύεις λέπι - λέπι των ιχθύων τη σιωπή
Και ναυαγείς χωρίς σανίδα σε θάλασσες φτενές
Από την γλώσσα αποκόβεσαι των γρύλων
Από των ψαράδων το βελόνιασμα απέχεις
Και των μανάδων τη κρυφή προσευχή δεν προσκυνάς
Μαύρος Καβαλάρης εσύ τ' αψήλου τραβάς
Και στο φρύδι των γκρεμών χαρακωτό αφήνεις σημάδι
Σώρευσες στάλα - στάλα σε στιλέτα φονικά
Την μάχητα του κεραυνού
Του στρύχνου τη πικράδα
Και το κρύο σπέρμα του άρρωστου σκορπιού
Να με λαβώσεις θανάσιμα στη καρδιά και πάλι
Ήσουν στρατηλάτης και μαχητής πριν ακόμα
Εμφανιστούν οι οδύνες κι οι στεναγμοί στο άγουρο σώμα της Ανδρομάχης!




Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

σε αλπικά τοπία χορεύει ξέφρενα η μοναξιά



Στο κόκκινο λιβάδι μιλούσαν
Για τα αποδημητικά πουλιά
Είχανε συνάθροιση οι αγροφύλακες
Με τις μακριές μπέρτες
Τα μαύρα στιβάνια
Και τις κόκκινες ανεμώνες
Ανθισμένες πάνω στο πλατύ τους στέρνο
-Ο κοκκινολαίμης χτυπούσε το ράμφος του οργισμένα
Στην ξερή άργιλο
Έψαχνε το ρυάκι που οδηγούσε
Τα δάκρυα τα αρμυρά των απολησμονημένων
Στην κοίτη του ποταμού Κρικελιώτη-
Ευθαρσώς τέθηκαν τα θέματα
Από τον υπέργηρο της ομήγυρης
Τα πουλιά εξάπαντος θα έπρεπε
Να επιστρέψουν στον κοιτώνα τους
Πριν το Θέρος στεφανώσει
Τη γη με μύρτα και καμπανούλες της λήθης!

Τα πουλιά του κόκκινου λιβαδιού
Δεν έφτασαν φέτος
Αποξεχάστηκαν κουρασμένα
Πάνω στα ξάρτια των ναυαρχίδων
Τα τράβηξαν οι ναύτες με απόχες
Και σχοινιά από κοκοφοίνικα
Σε αμπάρια αδειανά και υγρά
Να κλωσήσουν και να διανοίξουν
Τα χοντρότσοφλα αυγά των κοσμικών φωλιών
Τώρα σε αλπικά τοπία
Χορεύει ξέφρενα η μοναξιά
Οι μακριές μπέρτες ξέφτισαν
Τα μαύρα στιβάνια τρίφτηκαν
Κι οι ανεμώνες σε μνημάτων ανθογυάλια
Σαπίζουν αργά μες την βροχή
Οι αγροφύλακες αποχώρησαν γυμνοί
Με τις αργασμένες φτέρνες τους
Να βουλιάζουν σε σπασμένα κελύφη!

Τα πουλιά δεν ήρθαν
Κι ούτε θα επιστρέψουν πάλι
Στο κόκκινο λιβάδι
Τώρα σε αλπικά τοπία
Χορεύει ξέφρενα η μοναξιά
Χωρίς φτερωσιά κι ελπίδα
Με μόνο δυο μυδράλια στα χέρια
Ολόγυμνη η γη ανακαλεί την εποχή
Της γονιμότητας και της αναγέννησης
Σπάζοντας τον κλειστό κύκλο του μηδενός
Στα βαθιά νερά των φρεατίων
Με τα σκληρά της ακρόνυχα!



Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή




Εκτινάχθηκαν χρώματα της ίριδας δημιουργώντας άνθη και ψυχανθή

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Φυλαχτά και προσωπεία λευκά από τα  χειμερινά
Λιωμένα Παγόβουνα της αρκτικής ψυχής
Σαν πρωτόπλαστος έφθασα εκεί ολόγυμνος
Και σε δέντρο γαλατερής συκής το έναυσμα
Περίμενα να μου δοθεί για τη τελική υποταγή μου
Στις μάχιμες μυθιστορίες μιας αυτοχειρίας αναπότρεπτης
Μια σκευοθήκη στα πόδια ανοιχτή
Να συγκεντρώνει τις εφηβικές εφιδρώσεις τα κράνη
Και τα αγγελοκρούσματα των άπτερων πλασμάτων
Ρέουσες πηγές και χρεολύσια δικά μου για το αόρατο μέλλον
Κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα
Μικρή συκή αρίζωτη
Απεκδύονταν την επίγεια φύση της
Και στους καπνούς της λήθης απεγνωσμένα έβρισκε
Ένα αλλοτινό αφιόνι αργά να ξεκουρδίζει τον δισύλλαβο ωροδείκτη του Θεού!

Ουράνια τόξα απέκοψα από το κήπο της Εδέμ
Βοστρύχους από κοιμώμενες Αφροδίτες συνέλεξα
Να σκεπάσω τα ξυρισμένα κεφάλια των φυλακισμένων
Που βασανιστικά ξεκινούσαν με αέρινους πέλεκεις
Να καθυποτάξουν του κελιού τους τις λιγόζωες υπάρξεις
Υπάρξεις που γύρω πεταλουδίζαν όμοια στροβιλιστά ημικύκλια
Και όπως νεραϊδόσκονη ξωτική από τριμμένα βιβλία παιδικά
Αποστάτης της ψυχρής ανάμνησης έφθασα στον κήπο ολόγυμνος
Με λαβές θανατερές να αποθέσω στο χώμα
Μελανούς χιτώνες κοράκων
Εμβλήματα αποκρουστικών αυτοκρατοριών
Και βίβλους που το στόμιο κρατούν κλειστό της Ιστορίας
Φώναξα ανυστερόβουλα λόγια
Περιέθαλψα μικρούς ερωδιούς έγχρωμους
Φυλάκισα σε τεφροδόχους σκισμένα φτερά μικροεντόμων
Και κάτω από το δέντρο της συκής στάθηκα άοπλος
Τις αμαρτίες να ξεπλύνω των αθώων και των άβουλων
Να έχουν οι λυγαριές κορμοστασιά τρυφερή να μη μειοδοτούν στου κόσμου την αναλήθεια!


Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου



Αναβοσβήνεις σιωπηρά τον σπινθήρα των ματιών μου
Κι ο τόπος κομίζει φλογάτα όνειρα πυγολαμπίδων!

Στη περιπέτεια του άγνωστου παρακρατείς στο δισάκι σου
Αποστάγματα λιγωτικά από λευκούς ύπερους
Μηνύματα αθώων κρίνων που δεν παραδόθηκαν
Και λίγα δάκρυα από τα ματόφυλλα του Θεού
Που βρέθηκαν έκθετα στου δάσους την απλόχωρη στέρνα
Πραμάτεια επισφαλής πέρα απ΄τα ανθρώπινα
Τη κουβαλάς προσεκτικά όπως κάνει ο πελαργός
Με τα λιανά ψαλίδια των χελιδονιών στην αποδημία
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά τα δυνατά χέρια του καμηλιέρη
Την έρημο να διαβεί και στο πεζούλι της Αγίας Αικατερίνης
Να σταθεί προσκυνητής και ανατέλλουσα σελήνη να γίνει
Στου πολύχρονου υφαντού της τη κρουστή κλωστή
Να βρει εκεί το πέλμα του παιδιού μαλακωσιά και χάδι τρυφερό
Τη μάνα του να στέρξει!

Στη περιπέτεια του άγνωστου παρακρατείς στο δισάκι σου
Βελονάκια για το ανεβατό κέντημα της ευτυχίας
Χαλινάρια από του Πήγασου το σβέρκο δίχτυ να φτιάξεις
Και ένα ζευγάρι άσπρους αστερίες αποκολλημένους
Από μεσαιωνικό ναυάγιο στα ανοιχτά νερά του Μυρτώου
Πραμάτεια επισφαλής πάνω από το προσδοκώμενο
Θέλει ψυχή ελαφιού καθαρή σαν τη λευκότητα του χιονιού
Πίστη περιπλανώμενου διαβάτη ασίγαστη
Και έναν σπινθήρα κυανό απ' των ματιών το κλέος
Πραμάτεια απόκοσμη αποζητά του βαρκάρη τη νυχτερινή πορεία
Πελάγη και κυματισμούς να προσπεράσει και σε ξέρα ηφαιστειακή
Με θειάφι και με κάρβουνο τις ξέθωρες φτερούγες να τονίσει
Μην βιαστείς κι ούτε στιγμή μην ξαποστάσεις
Ωφελήσου μόνο και πάλεψε με συρματόσκοινο στα δόντια
Πριχού σε βρει το δέντρο του κεραυνού
Με τις πελώριες ρίζες και σε  αφανίσει!


Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού



Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Αρματώνεις με μαύρες οβίδες
Των σύννεφων το καμένο ναρκοπέδιο
Ακρωτηριάζομαι και βουβά σε επαίρομαι
Ραμφίζοντας κόκκους πικρούς άρκευθου
Σε χάλκινο δισκοπότηρο μετάληψης
Αιχμάλωτοι περνούν δίπλα μου
Με καλυμμένα τα πρόσωπα
Χέρια αδύναμα ξεροί κλώνοι απόθητοι μνηστήρες
Έφιπποι στρατιώτες με προσπερνούν κρούοντας ασπίδες
Και σπάθες κυρτωμένες
Με ποδοπατούν παιανίζοντας δυνατά
Φοβούμενοι μην και τους αποσπάσω της επίκρισης
Τον φολιδωτό λόγο απ' τα χείλη!

Όταν βλαστημάς και βίαια χειροδικείς
Τριγυρίζοντας ανάμεσα στα ανώνυμα πλήθη
Εξανδραποδίζεις τις κόκκινες καμέλιες του σούρουπου
Που ποτέ δεν ομονόησαν στο κέλευσμα σου
Ψυχορραγώ και βουβά σε επαίρομαι
Ραπίζοντας με φως εξώκοσμες υπάρξεις
Πριν εισέλθω έγκλειστη στου έρωτα το θυσιαστήριο
Για να χαράξω βαθιά με διαμάντι την ισχνή μορφή σου
Στου βωμού το μάρμαρο διττός να μείνεις
Στο ραγισμένο κάτοπτρο του χρόνου για πάντα αφανής
Με προτεταμένο τον αντίχειρα μαλάζω επιδέξια
Το έγγλυφο σημάδι στο μέτωπο
Κίτρινο αστέρι
Μίσχος παπαρούνας γερτής
Υφάλμυρα παιδικά χείλη
Κι εκείνο το σπασμένο στα δυο ακορντεόν
Της περιπλάνησης που δεν συναρμολόγησα!

Σε παρατηρώ μες την απουσία σου
Ακάνθινη η απόληξη του τρυφερού σου λαιμού
Αγκυλώνει με χάδια απάτης
Την ερμητικά κλεισμένη θύρα του κορμιού μου
Μαίανδροι ιστορικοί χρεοκοπούν και σβήνουν
Λαβωμένη ξεσπώ σε γέλωτες πικρούς
Διαφυλάττοντας στην σχισμή του ψύχους
Σπόρους κριθής και δαφνοκούκουτσα
Για την μεγάλη ημέρα των σεμνών ηρώων
Εικόνα αλειτούργητη σπάζεις σε κομμάτια
Δεν ξεχνώ
Αναχωρώ με βλέμμα ευθύβολο
Τάματα πιστών να κρεμάσω στης Ιερής Πόλης
Την βυσσινιά εσθήτα πριν παραδοθεί άδολη στους ηγήτορες του άλγους!



Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

επάνοδος



Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στη κούφια πλάτη του αγέρα
Νεκροί κωπηλάτες τις είχαν ανασύρει
Από τα αμπάρια ναυαγισμένων πλοίων
Μεσοκαλόκαιρο
Και ο περιοδεύων θίασος έπαιζε
Για εκατοστή φορά την ίδια ερωτική σκηνή
Τα παιδιά σώπαιναν
Μασώντας άπληστα κόκκινα κοκοράκια
Βλέμματα ανήσυχα
Βολιδοσκοπούσαν ενδότερα το χάος
Οι μανάδες είχαν φύγει έντρομες
Εξαναγκασμένες να προσδέσουν βιαστικά στη γη
Το φαρί του κουρσεμένου ωκεανού
Που στις πάλλουσες άρπες των αφρών του μελοποιούσε
Ακροστιχίδες Λάβρων ποιητών
Οι άντρες βουβοί κι αποσβολωμένοι
Χτυπούσαν το μπαστούνι τους στη πέτρα
Δεν μπορούσαν να κρύψουν τη μεγάλη τους χαρά
Με ένα νεύμα και το πεζοδρόμιο ανθούσε
Το τενεκεδένιο δισκάκι του ζητιάνου
Αχνογελούσε απαστράπτον
Σε ένα πεντοδόλαρο φθαρμένο
Πιο πολύ φθαρμένο κι από τις εσωτερικές
Τσέπες του γιορτινού μας κοστουμιού
Οι άντρες κρυφογελούσαν αμήχανοι
Ξενυχτισμένοι γύπες εφορμούσαν
Από τα υπώρεια των βουνών
Κι έρχονταν να τους συναντήσουν
Αρμυρή μέρα κι ο δρόμος πικρός
Σαν τα κυπαρισσόμηλα στις απότομες ράχες του Μυστρά
Εκκεντρικές φιγούρες μάζευαν τις βεντάλιες
Από τις πλατείες
Δροσίζονταν και σφούγγιζαν ένοχα
Τη γραμμή του σάλιου τους
Βρυχιόνταν ξαφνικά του Μάκβεθ ο ίσκιος
Στα σπασμένα σανίδια
Εξάμηνα δύο κράτησαν οι πρόβες στο αρχαίο θέατρο
Μαθητεία στο φως όταν το σκοτάδι
Απειλεί με μαντήλι να δέσει τα μάτια των δαιμόνων
Ποιος θα μαζέψει τώρα τα παιδιά από τις στράτες
-Γεμάτα τα διαζώματα-
Σιωπηρά θρηνούσαν, δεν έκλαιγαν, διστακτικά πονούσαν μόνο
Μια ξύλινη κουδουνίστρα σήμαινε από μακριά
Ήταν ενός μωρού που βάφτισε τις φτέρνες του
Στον στερνό ιδρώτα των μανάδων
Σκεφτική έγραψα ένα τελευταίο γράμμα
Με στυλό που τίποτα δεν αποτύπωνε στο χαρτί
Παραλήπτης: Άγνωστος
Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στη κούφια πλάτη του αγέρα
Μεσοκαλόκαιρο
Κι οι νεκροί κωπηλάτες σταθερά ακουμπούσαν το χερούλι της πόρτας
Σαστισμένοι έπιαναν το σφυγμό τους
Τραβούσαν ένα κόκκινο σκοινάκι
Κι αποφάσιζαν ερήμην μας να επανέλθουν στην ζωή!


Τρίτη, 10 Σεπτεμβρίου 2013

θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου



Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουλάρι αγέρα θα φορώ στο λαιμό αραχνοΰφαντο
Να σμίγει το κορμί μου με της καμινάδας το ζεστό χνώτο
Έγκαυμα πυρής ζώνης να σχίζει στα δύο το αδιαίρετο πρόσωπο μου!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με αστρόσκονη θα περιλούσω το σκότος των λαγόνων
Ερωτική θεά θα αναδυθώ επηρμένη μέσα από τις υδρορροές των κτιρίων
Φτερά θα κρούσω και στους σελιδοδείκτες μου μάνταλο θα βάλω διπλό!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Φουστάνι εαρινό θα αγγίζει του σώματος τις πτυχές
Καθελκύοντας το αίμα μου σε στέρνα θολή που βούλιαξε το βέλο
Μιας μάγισσας που στα χαρτιά της μέσα αναγεννήθηκε της μοίρας
                                                                      το μπορντό ρυάκι!

Θα υψωθώ πάνω στις στέγες του κόσμου
Με τα πουλιά που έρπουν πληγωμένα θα συνομιλώ
Να κλέψω θέλοντας τους αρχέτυπους κώδικες των χορδών τους κρυφά
Τραγούδι να υψώσω μελαγχολικό στις νυχτερινές ταφόπετρες
                                                     των παλαιών εκκλησιών!

Θα βαδίσω ολομόναχη πάνω στις κυρτές στέγες
Σανδάλια θα φορώ ζωγραφιστά ψυχοπομπός να γίνω του έρωτα σου
Στα βράχια των ματιών μου πανικόβλητη να ζει η ανέραστη φρίκη
Να πάψει να ηχεί μονότονα η σάλπιγγα στην μακρινή σκάλα των μαχών
                                                                            που εγκατέλειψες!

Θα υψωθώ μαζί σου πάνω στις στέγες του κόσμου
Αθώρητη σαν μέδουσα να στέλνω αποχαιρετιστήριο γράμμα στους υλοτόμους
Δεν θα το κλείσω σε μπουκάλι σφραγιστό με ρητίνη
Παρά μονάχα στην κοιλιά του σκοτωμένου κήτους με άμμο θα το αρμολογήσω
                                                                                                   μη χαθεί!



Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

ξεθωριάζει του σώματός σου η σπασμένη υδρία




Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Ξεθώριασαν τα αρχικά της χρώματα
Ολόσωμη καταφυγή ομορφιάς
Αφανίστηκε στη ραγάδα της λήθης
Χλωμή χαρακιά διατρέχει τώρα το μέρος της καρδιάς
Κόβοντας στα δυο τις άρρωστες κοιλίες
Πήρε χρόνια πολλά να δεσμεύσει τα χρώματα
Κούρσεψε ουράνια τόξα που αχνόφεγγαν
Ωσπου να βρει απρόσκοπτα τη σωστή δόση στη παλέτα της ανάμνησης
Το λαμπρό κόκκινο
Το σμαραγδένιο πράσινο
Του σταριού το αισθαντικό κίτρινο
Και εκείνο το αθάνατο γαλάζιο
Που ταίριαζε με τον μίτο του δικού σου μύθου
Φτιάχνοντας στο τέλος ολοκαίνουργιο τον έγγλυφο σφραγιδόλιθο του σώματος!

Στη φωτογραφία που κρατώ στη τσέπη μου
Ατόνησαν τα αδρά της χαρακτηριστικά
Πότισε ο ιδρώτας το κρυφό αντίσκηνο του θώρακα
Πως να φυτρώσει τώρα ανεμπόδιστα
Ο σπόρος της αφοσίωσης;
Καμένος τόπος, αλυκή της ερήμωσης, μπατανία σκισμένη
Τραβάει τις αποχρώσεις στους χειμερινούς ορυζώνες
Εκεί που εργάτες δομούν λαβυρίνθους ελισσόμενους
Γκρίζα η γη πλέκει πυκνά νυχτοπεταλούδας φόρεμα
Σωρεύεται σκότος
Πληθαίνει του κρυστάλλου ο αμφορέας
Αφρίζει της πείνας ο σκοτεινός θάλαμος
Πως να ξεχωρίσω τον δικό σου δρόμο
Πως να υφάνω το κρουστό της μνήμης εργόχειρο
Που τα μάτια μου βυθίστηκαν στην οχλοβοή
Των στενών πεζοδρομίων και πνίγηκαν
Σταγόνες μαύρης βαθύνοιας κλείνουν την ψυχή μου
Το ευεργέτημα ζητώ της μορφής σου
Να ανοίξω στο φως το πρωινό τα άσπρα πανιά της αιθρίας!

Στη φωτογραφία που κρατώ στην τσέπη μου
Εκμαυλίστηκαν τα υπέροχα φωνήεντα
Κατέβηκαν πάνω σε αόρατο σπάγκο
Όλοι οι ψίθυροι από τα κωνοφόρα του δάσους
Και υφάρπαξαν τη λόχμη του εωθινού σου λόγου
Στόμα κυρτωμένο που σιωπά
Θαμπή ημισέληνος που δραπετεύει
Καμπύλη σβηστού καραβοφάναρου
Υποβάλλει σε δοκιμασία το μαύρο κέλυφος του τρόμου
Αδέσποτη μια νάρκη εκτινάσσει στα πέρατα
Του "σ' αγαπώ" σου το διακλαδιζόμενο ρίζωμα
Δεν είσαι εδώ
Το όνομα σου το ιερουργούν τώρα στη προσευχή τους τα ελάφια
Αποχωρείς γοργά γοργά σκυφτός λίγκας
Και ψηλά σε κορφή πυραμίδας γεύεσαι
Την κρύα αψάδα του χιονιού αμίλητος σαν μισοπεθαμένος γρύλος
Το ορμητήριο ζητώ της κρύπτης σου απεγνωσμένα
Να αμαρτήσει το βλέμμα μου πάλι στα βρόχια των ακροδακτύλων σου!


Δημοσιεύτηκε στην σελίδα ποίησης που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/09/blog-post_8.html



Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

στο ενυδρείο με τα χρυσόψαρα



Απ' όταν έφυγες
Κλείστηκες σε πράσινο ενυδρείο
Στο διάζωμα του βυθού κατέβηκες
Πλάι στην ανάσα της άμμου
Έφτιαξες το μικρό σου σπήλαιο
Σκοτεινό καταφύγειο εντροπίας
Ήταν τότε που τα μάγουλα σου
Πήραν το κοραλλί χρώμα
Που άλλοι έρωτα το είπανε κι άλλοι σερπαντίνα τρελού Αρλεκίνου!

Όταν ξεμάκρυνες
Επέστρεψες στη μήτρα των ωκεανών
Γαντζώθηκες απ' τα πτερύγια
Ενός τέλειου χρυσόψαρου
Προασπιζόμενος τα ακίνητα μέλη σου
Που πυορραγούσαν
Τώρα ταξιδεύεις κόντρα στο ρεύμα
Το μάτι σου ακολουθεί την πορεία
Ενός γλαρόπουλου που πετά ξυστά στον μολυβένιο σου ίσκιο!

Απ' όταν έφυγες
Στράφηκες στις γαλάζιες γάζες του πελάγου
Με νύχι σκληρό χάραξες
Στην πρύμνη της "Ιοκάστης"
Τον όρκο που έμελλε να πατήσεις
Πριν εγώ σε πλησιάσω τυφλά
Στο κρόταφό σου ξάφνου ανέβηκε
Και ανέτειλε η σελήνη του βυθού
Εκείνη που ηράσθησαν οι έφηβοι στα ονείρατά τους
Κι εσύ ούτε που καταδέχτηκες να αγγίξεις τα ματωμένα της σπάργανα!

Όταν ξεμάκρυνες
Βούλιαξες σε γρανιτένιους όρμους
Πήρες το σχήμα της απεραντοσύνης
Καθώς πορευόσουν
Για το σταυροδρόμι των δακρύων
Να σταχυολογήσεις τα λάγνα άσματα της αγάπης
Εμβριθώς τώρα επιμελείσαι
Το ανθολόγιο των δικών μας στιγμών
Και πλάνητας στο τέλος
Παραδίδεσαι στων οιωνοσκόπων
Το φθαρμένο τραπουλόχαρτο
Με ποντάρεις
Και με αδικείς
Όταν στο χορό των δελφινιών με κρυφές αντένες ιταμά παρεισδύεις!

Απ' όταν έφυγες
Βυθίστηκες στην σκιώδη αγκαλιά της Εκάβης
Υλακές σκορπώντας στους δαφνότοπους
Με εκτίναξη αιλουροειδούς
Κυκλώνεις τα περάσματα για τον Άδη
Αθάνατη με θέλεις
Χρυσή σαΐτα να κρατώ
Τη θλίψη να ακυρώνω των ματιών σου
Γυρνώ στις πρωτινές μέρες
Τότε που ξεκάρφωνα από τα χείλη σου
Ερωτευμένους ιβίσκους
Κράτα μου το χέρι
Κι εγώ θα ζήσω σιωπηρά σαν χρυσόψαρο δίπλα στις θρυμματισμένες φυκιάδες!