Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

επιδρομή

Ήταν ένα χλωμό απόγευμα ημιθανές
στην ναυτική πολίχνη του βυθισμένου νότου
καταδύονταν τα φινιστρίνια των χειλιών σου
Μήπως ήσουν εσύ που εξόριξες
τις συνθέσεις της πράσινης αχιβάδας;
Δεν απάντησες
Τι να ομολογήσεις ...
Στο νεώριο της ουράνιας παρτιτούρας
ξεψυχούσε το κλειδοκύμβαλο του νεκρού
μουσουργού ξεκούρδιστες νότες
Κρύες όπερες …του μεγάλου δακρυσμένου
Νοέμβρη με τη γηραιά πύλη της καμπάνας
που δεν επιδιόρθωσες...
Άφησες μόνο πνιγηρά να στοιχειώνει παντού
ο βραδύγλωσσος ρόγχος της ορχήστρας
κι οι απείθαρχες ορδές των ασπρόμαυρων
σπιρτόξυλων σε εκείνη τη ράχη με τα καμένα σπάρτα…
Δεν το αφουγκράστηκες;
Πικρό τοπίο, άπορο…
Οι κολίγοι μάζευαν όπως-όπως τα δίχτυα
και τα άσπρα καραβόπανα
Φτωχοί οι ελαιώνες έφτυναν κουκούτσια
και σάπιους καρπούς στην άνιση μάχη
με τον τοξότη δάκο.
Άρπαγας όπως ήσουν δεν πρόσεξες
ούτε τους ακτινωτούς σπονδύλους της γης
ανάμεσα εκεί, στις κόκκινες παλάμες, ξέρεις
των βυσσινόκηπων η πλήξη κούρσευε κρύα
κεφάλια σαπισμένων κυκλάμινων
κι ανέδυε ένα συμπαγές άρωμα ρευστής βανίλιας
"Μεστές αναθυμιάσεις απαγορευμένες"
Δεν τις οσφρίστηκες;
Απόγευμα μνήμης και στο ακροκέραμο
της πόλης διάβαινε ο πραματευτής καβαλάρης
Η φωνή του οξύτονη έσπαγε τον ύπνο
του ξυλόφωνου σε άναρθρους φθόγγους
Διαλαλούσε ακριβά εμπορεύματά τα οποία
είχε συλλέξει μια αφέγγαρη νύχτα στη περίβολο
της καστροπολιτείας των πειρατών
Μεταξωτές μπέρτες για χάλκινα αγάλματα
Εκμαγεία αρχαίων νομισμάτων
και επιχρυσωμένες σφραγίδες με τα δέκα άρθρα
της ορθόποδης ζωής
Μαζί πουλούσε κι εκείνο το σπάνιο απόσταγμα
από παραδείσια λουλούδια
Σπάνιο απόσταγμα…πάλι δεν άκουσες τίποτα!
Κι όμως θα φίλτραρε λίγο τη βαριά σκισμένη
κουρτίνα της ομίχλης που ανιαρά απέπνεε πίδακες
και μεθυσμένες στήλες καπνού με την πικρή οσμή
των διαβρωμένων βρύων
Μια φορά μόνο πέρασε από τα μέρη σου
Πώς και τον αγνόησες;
Ανυποψίαστος όπως πάντα άφησες ανοικτή
την καστρόπορτα και εισέβαλαν βάρβαρα στίφη
Γαιοκτήμονες με στιβαρά τέθριππα
χάραξαν αυλακώσεις μόνιμες
στον αριστερό αντίχειρα της πόλης
Έπεσαν τα νύχια σου πως θα λειάνεις τώρα
και θα αφρατέψεις το μάρμαρο της γης;
Δεν σου έμεινε λοιπόν τίποτα άλλο να κάνεις
Τα ξεπούλησες όλα μισοτιμής στον εργολάβο
με την προτεταμένη κνήμη.
Τις νύχτες ψάχνω το αντικλείδι...