Δευτέρα, 30 Δεκεμβρίου 2013

Εκστρατεία



*
Είπες πως ο Θεός κατοικεί
Στις φλέβες των μικρών παιδιών
Κι έσκισα το πουκάμισο μου βιαστικά
Να περιδέσω το φωτοστέφανο
Που αιμορραγούσε στα ανοιχτά τους χέρια!

*
Κι ύστερα ήρθαν οι κοπέλες
Με τα κρινολίνα
Και τις χάλκινες τιράντες
Σουσάμι να ρίξουν
Στους άζυμους άρτους των αγγέλων
Να προσπορίσουν λίγο μ' αυτούς
Τους πληβείους του γαλάζιου σύννεφου!

*
Η μέρα προχωρούσε
Η βροχή δυνάμωνε
Στο ντιβάνι η τσιγγάνα
Έριχνε τα χαρτιά επί ματαίω
Η ντάμα έπλεκε βουβή
Το πουλόβερ του χειμώνα
Με ανεβατές βελονιές
Μην και παγώσει γυμνό
Το ντέφι της νύχτας στους καταυλισμούς!

*
Κοιτάχτηκες στο καθρέφτη
Ένα πεφταστέρι κρυφόπαιζε
Στον ώμο σου
Εκεί που παλιά φύτρωναν
Τα φτερά του έρωτα
Το αποσιώπησα με ένα μειδίαμα
Μην και προδώσω τον κρυφό διαιρέτη της εικόνας σου!

*
Κι αν τα βουνά είναι σκληρά
Τα διαρρέουν ρυάκια
Που υποσκάπτουν την περηφάνια τους
Γήλοφοι γίνονται
Μόλις η ομίχλη αγγίξει
Το βραχώδη στέρνο τους με τη χλομή δαντέλα της!

*
Γεμίσανε αμαρτίες
Οι ταπεινές παπαρούνες
Όταν εσύ διέγραψες ένα κύκλο
Γύρω απ' τη περιφέρεια τους
Να περιφράξεις εκεί τα φιλιά της προδοσίας
Που την ύστατη ώρα δεν δόθηκαν!

*
Έχτισες ένα μεγάλο σπήλαιο
Απομόνωσης
Κι έβαλες στην είσοδο
Δυο μυκηναϊκές πέτρες
Έλειπε ο λέοντας
Κάποιοι είπαν πως εξέπνευσε
Μπήγοντας ηλεκτροφόρα στεφάνια
Στου θηριοδαμαστή το παγωμένο μέτωπο!

*
Στην ανασκαφή βρέθηκε
Μια μισοσπασμένη υδρία
Δεν περιείχε τιμαλφή
Ούτε κτερίσματα
Μόνο μια χτένα χρυσή
Να χτενίζονται οι κορασίδες
Σαν κατέρχονται με κόντρα άνεμο στον Άδη!

*
Απόρησες πως έτη φωτός
Μακριά το φεγγάρι
Μπορεί και συντρέχει
Τους ερωτιδείς και τους ποδηλάτες
Που έθαψαν το αρμυρό δάκρυ τους
Στο αρμυρίκι της ακτής!

*
Η ράφτρα σου
Σου έφτιαξε ένα φόρεμα
Με μια μπουτονιέρα στο πέτο
Όταν το φόρεσες
Οι μίσχοι των λουλουδιών
Μεγάλωσαν ξάφνου
Και τα πέταλα θρόισαν ρυθμικά
Σκοπούς για έρωτες επιλήσμονες!

*
Ρακένδυτος βγήκες στο παζάρι
Να αγοράσεις
Δυο ζευγάρια μεταξωτές κάλτσες
Ήθελες να στολίσεις
Τα σαντάλια της Άνοιξης
Που βρέθηκαν λυτά στην αυλή σου
Τη χειμωνιάτικη βραδιά που άνοιξαν
Οι κατακόμβες των νεφών τις πύλες τους!

*
Τα πλοία έφυγαν χωρίς προορισμό
Έχοντας στοιβαγμένα στα αμπάρια τους
Δέρματα αθώων αμνών
Που θυσία έγιναν για τα κορίτσια
Τα προορισμένα να γεμίσουν
Τους ασκούς προς τον μεγάλο πλου της εκστρατείας!

Με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβε η ιστοσελίδα bibliothegue
με διεύθυνση:http://bibliotheque.gr/?p=32749  και απώτερο σκοπό
τη συγκέντρωση ολιγόλεκτων κειμένων


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Διαφυγή



Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ακούω τον αέρα
Κι οι αισθήσεις παραλύουν
Την αύρα σου φέρνει
Μοσχάτη ρόγα στα χείλη
Κυρτώνω τη παλάμη
Και σε αγγίζω
Με πονάς
Ολομέθυστη με μάτια κόκκινα
Εκλιπαρώ να θραύσω
Μεταξιού ζωνάρι που στη μέση φοράς
Γυρισμού μαντήλι να υφάνω
Να κλείσω μέσα το αντίο
Πριν χαθείς
Σε καραβιού μπουκαπόρτα
Διπλό δένω κόμπο
Να δαμάσω το χρόνο
Που σκόνταψε
Στην απόγνωση
Του τελευταίου βλέμματος
Ακολουθώ τις πορείες
Των λευκών παρενθέσεων
Μαζί μου να σε πάρω ξανά!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Ανασκιρτά η χλόη στο διάβα σου
Τα πολυρίζια ανοίγουν στοές
Στη γεωγραφία του σώματος
Αφήνομαι στο κενό
Ζυγίζοντας με ακρίβεια
Τις αντιφάσεις του χώματος
Σε χρόνο παρελθόντα ριζώνω
Για να έχω ξανά των ματιών σου
Τον άχρονο κεραυνό
Επανέρχεσαι δριμύς
Σαν πολιορκητής
Μετοικίζεις το αίμα μου
Με καταδιώκεις με κατακτάς
Κι εγώ άνευ όρων σου παραδίδομαι
Γυρίζω τους δείκτες
Πληγώνω τις ώρες
Και σ' ακολουθώ
Νυχτοπεταλούδα
Που χνούδι στο δάκτυλο αφήνει
Ακολουθώ το χνάρι σου
Στον κόσμο σου μπαίνω
Χωρίς να σ' έχω!

Που να σταθώ να μην με φτάνεις
Στέκεσαι σαν ανεμοδείκτης σε στέγη κυρτή
Κι αγωνιωδώς περιστρέφεσαι
Σε αγγίζω και ξάφνου σε χάνω
Χάνεσαι και γυρνάς στην ομίχλη
Σε κρυστάλλινο παλάτι κατοικείς
Ξεγλιστράς σαν ψήγμα υδραργύρου
Δεν έχεις μορφή
Ξεγλιστράς
Το σώμα σου αέτωμα ναού
Που το φλέγει το φως του σύθαμπου
Κι άλλοτε πάλι
Μνημείο το σώμα σου
Εκτελεσμένων ηρώων
Βάγια δεν απόθεσα στην τελετή
Δάκρυ δεν κύλησε στη δέηση
Σου στερώ τα χάδια
Που μυστικά καρτερούσες
Κι όμως
Μέσα στις κοιλάδες της μνήμης
Σε εικονίζω
Δεν ξεχνιέσαι
Πηγή διαβατών γίνεσαι
Βεργούλα αγριοτριανταφυλλιάς αγκαθωτή
Βαγιόκλωνο του Μάη
Κι εγώ πλημμυρισμένη απ' τα αρώματα
Δρυμούς ομορφαίνω μόνο για σένα


Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

Χελιδονίσματα


Έλαβε μέρος στο συμπόσιο ποίησης που διοργάνωσε υποδειγματικά 
η αγαπημένη φίλη Αριστέα με υπέροχες και αξιόλογες συμμετοχές 
καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση
Ευχαριστώ όλους τους φίλους είτε το στήριξαν είτε όχι
Νικήτρια στο συμπόσιο άλλωστε ήταν η ίδια η ποίηση! 

Από παιδί έπαιρνα
Ξυλαράκια διαλεχτά και λάσπη νωπή
Που τα χελιδόνια άφηναν στις αυλές μου
Κι έφτιαχνα φατνώματα φιλόξενα ζεστά
Με παιδικά χαμόγελα τα στέριωνα
Να δέσει ο ιστός σφιχτά να κρατηθεί
Τόποι ιεροί του ήλιου υποστατικά
Μ' ευλάβεια εκεί  ακουμπούσα σαν τύχαινε
Τη κρύα ανάσα των παιδιών και των μανάδων
Με τις γρατζουνισμένες απ' το νύχι της ορφάνιας καρδιές!

Στου χάρτη τα οροπέδια με τις μηλιές
Και στις κοιλάδες με τις φιδίσιες κόρες
Έχτιζα μαστορικά τις δικές μου Βηθλεέμ
Χάραζα μονοπάτια πέτρινα ξενώνες φιλικούς
Και ανθισμένες έβαζα εκεί αμυγδαλιές κι αμπέλια
Να ξεκουράζεται στην ομορφιά το μολύβι του πολέμου
Γέννηση να γίνεται φούλι λευκό στο πέτο
Άστρο αφέγγαρης νύχτας λαμπερό
Που τους μάγους θεϊκά θα οδηγήσει και πάλι
Στις ποντισμένες στα βύθη της χαρά και της γαλήνης χώρες!

Χαμογελούσαν τα παιδιά μειδιούσαν τα βρέφη στο λίκνο
Οι μεγάλοι σώπαιναν σαστισμένοι - τι να πουν;
Κι εγώ στην ακροποταμιά της νοσταλγίας
Χαλικάκια λευκά συνέλεγα πετρούλες μεθυσμένες
Σημάδι για να βάλλω σταθερό μην χάσουν τα παιδιά τον δρόμο
Στη χώρα του Ποτέ για να μπουν ξυπόλητα κι ωραία
Το χορό να αρχίσουν με βήματα δωρικά
Πάνω στο χρυσό μιντέρι του ήλιου να ζεσταθούν
Χελιδονίσματα να ακουστούν αγγελτήρια της Ειρήνης
Σύναξη ουράνια των ονειροπόλων της γης
Γιατί εμείς τους κήρυκες των μαχών
Σε αγγέλους τους μεταμορφώσαμε χαλύβδινους
Να ψάλλουν ξανά το "επί γης ειρήνη" στους οπωρώνες
Λουλούδι Αμάραντο του Αγάπανθου εαρινή συστάδα
Μες του κόσμου τον τρύπιο κρόταφο ρίζες βαθιές να απλώσει!



Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2013

Μαθητεία στον κόσμο



Σπόρο τον σπόρο μάζεψα
Απ' της γης τη μήτρα
Του ροδιού τα σκόρπια μάτια
Νυχάκια βελούδινα θαρρείς
Άτυχου βρέφους
Που το μαστό βυζαίνει της εξορίας
Και σε πλίθινους πάνω κεράμους
Στο κλάμα σπαράζει
Βρέφος ανυπεράσπιστο σαν νεοσσός
Στη σκληράδα προσκρούει της μοίρας
Όταν νιώσει το μπλάβο αίμα του κορακιού
Να αναπηδά ίδιος κρουνός στην αυλόπορτα της καρδιάς του

Πέτρινος μαστός με λιγοστό το πρωτόγαλα στα πεινασμένα χείλη 

Χάντρα την χάντρα σκόρπισα
Της πίκρας το μενταγιόν
Στης Κυρά - Θάλειας το πηγάδι
Κισσού στεφάνι έπλεξα
Και ποιον να στολίσω;
Χλόμιασε το μέτωπο
Γυμνώθηκε ο ουρανός
Και μια αγκίδα μπήχτηκε
Στο αριστερό μου πλευρό
Όμοια ερπετού σαϊτιά
Του δέρματος δηλητηριάζοντας την περγαμηνή
Εκεί που έμαθα να ιχνηλατώ τα πρώτα της αγάπης ψηφία

Τρωτός ο λόγος της ζωής που κάθε χάραμα παραδίδεται 
στο θειάφι του ηφαιστείου αμαχητί 

Κόκκο τον κόκκο συγκέντρωσα
Σε φυσητή κλεψύδρα
Τις αμαρτίες της θάλασσας
Σε σώμα γοργόνας
Ήπια της ηδονής το απόσταγμα
Ακουμπώντας στου ανέμου
Το περικάρπιο μακριά κίνησα να πάω
Χρησμό να φέρω
Και βοτάνι ερωτικό
Για τους εραστές που στις παλάμες του κύματος βύθισαν τα κεριά

Καράβι βυθισμένο αρμάτωσα και σε σπήλιο κρυφό αποτραβήχτηκα 
ταγμένη του ξεριζωμού 

Ρίζα την ρίζα φύτεψα
Σε χωμάτινο πεζούλι
Της αγράμπελης τον αναρριχητικό άρωμα
Στο έδαφος μετά στάθηκα
Ευτυχής και πλήρης
Μέρισμα ομορφιάς χαρίζοντας
Στις κάτω πύλες του κόσμου
Νέα πορεία χάραξα
Ολάκερη στο εαρινό φως να βυθιστώ
Απ' τα πέλματά τη σκόνη τίναξα
Και διπλά έβαλα καρφιά
Στης λήθης τα σκοτεινά μάνταλα ποτέ να μην ανοίξουν

Φτερά καψαλισμένα απ' την λάβα φορώ διάπυρη να ανέβω  
στο πελαγίσιο κατάρτι όπου σε αντίκρισα για πρώτη φορά 



Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

εις μνήμην



                                            Στο δικό μας παιδί τη Σάρα 

Πρώτα δηλητηριάστηκαν οι τρύπιες παντοφλίτσες του
Σαντάλια θα τα έλεγες σαν αυτά που φορούν
Οι αρχάγγελοι που τον ύπνο του συντρόφευαν τις νύχτες
Πρώτα αυτές λιποθύμησαν
Χάρισμα της μάνας του απ' τον προηγούμενο Δεκέμβρη
- στων Χριστουγέννων την ελατοκορφή στολίδι -
Ένα δώρο καρδιάς χωρίς φιογκάκια κι ασημένιο περιτύλιγμα
Περιττά κι επίπλαστα δεν θα τους ταίριαζε
Στα παζάρια που το αγόρασε βλέπεις οι αλήθειες κι οι πόνοι
Είναι πάντα γυμνές κι αναλλοίωτες στο ψιλόχιονο της εγκαρτέρησης
Στα παζάρια της φτώχειας όλα ανθρώπινα και μεγαλειώδη
Γιατί εκεί μάθε το καλά
Δεν διαπραγματεύονται τίποτα άλλο παρά μόνο μια δέσμη χαμόγελα
Που οι καρδιές τα αναγορεύουν σε υψηλά ιδανικά
Ιδανικά που οι πουπουλένιοι από υπάρξεως κόσμου αποποιούνται!

Ύστερα δηλητηριάστηκε το λουλουδάτο του φόρεμα
Πέπλο θα το έλεγες που ακριβονύφη το φόρεσε
Στης γιορτής της τα ανθοστέφανα
Ύστερα αυτό λιποθύμησε
Χάρισμα του έαρος και της αγαπημένης του Περσεφόνης
Αισθαντικό φόρεμα πλήγιαζε στο κρύο σαν κομμένος σταλαγμίτης
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη να του παρασταθεί
Να αποκόψει λουλούδια ζεστά χλόη στεγανή ήλιου εσθήτα να φέρει
Να το σκεπάσει
Να το ενδύσει
Να το ζεστάνει με το άγιο της χνώτο
Κι ήταν μακριά η Άνοιξη χέρι ζωής να απλώσει στη φλέβα του
Κι ήρθαν του χειμώνα οι ορδές κι ύστερα έφτασαν οι σιδεράνθρωποι
Με τις φρικτές πανοπλίες και μαζί τους το πήραν
Πριν ακόμα μπορέσει να ξεστομίσει την πικρία του μυστικού του στον δικό του Θεό!

Και στο κατόπι τελευταίο δηλητηριάστηκε το πλεκτό του σκουφάκι
Όστρακο θα το έλεγες απ' τις απάνεμες θάλασσες της πατρίδας
Που μια καλοκαιριά η παλίρροια το ξέβρασε στην ακτή
Στο τέλος αυτό λυποθύμησε
Χάρισμα της εκατόχρονης γιαγιάς του σε πλέξη κοτσίδα
Σαν εκείνη των πειρατών που άμαχους δεν άγγιξαν μόνο πραμάτειες πήραν
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Με μια μικρή τρυπούλα να εισβάλλουν
Ανεμπόδιστα τα παιδικά όνειρα κι οι μνήμες του αίματος
Αίμα άλικο και λαθραίο όπως το βάφτισαν οι κρατούντες
Ίδρωνε από τρόμο και ξενιτιά το μικρό κεφαλάκι
Δεν λυγούσε όμως μυρτιά παιρνούσε στο αυτί και κρυφογέλαγε
Γαλαζοπράσινο σκουφάκι
Λίγο στραβό στην δεξιά πλευρά
Κι αυτό ήταν το σημάδι - πως να το κρύψει;
Αυτό ήταν το μοναδικό τρωτό σημείο
Κι εκεί χτύπησαν οι αχυράνθρωποι και μαζί τους το πήραν παντοτεινά
Ταξίδι του έταξαν να το ξεγελάσουν οι υστερόβουλοι
Εκεί χτύπησαν με μονοξείδιο βόλι το γάζωσαν
Δάκρυ δεν βγήκε γιατί από πριν είχε στεγνώσει
Πάνω στα μύρτα και στην αγριελιά ασημένιο σαν σήμαντρο
Κι έμεινε η μάνα χαροκαμένη να απελαύνει τους γόους της
Στα κρύα χώματα και στους βάλτους της γης άγρυπνη ανέστια και δέσμια!

Επ αφορμή το θάνατο του 13χρονου κοριτσιού
που ήθελε να ζεσταθεί με μαγκάλι
ελλείψει ρεύματος κι έσβησε απ' τις αναθυμιάσεις!

Δημοσιεύτηκε στην ποιητική σελίδα "Ποιητές του κόσμου"
που διατηρεί ο ποιητής Στρατής Παρέλης
http://poihshkaipoihtes.blogspot.gr/2013/12/blog-post_4157.html
Όπως και στο ΕΚΦΡΑΣΟΥ της αγαπημένης φίλης Κικής 
http://ekfrastite.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html#comment-form