Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

επάνοδος



Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στη κούφια πλάτη του αγέρα
Νεκροί κωπηλάτες τις είχαν ανασύρει
Από τα αμπάρια ναυαγισμένων πλοίων
Μεσοκαλόκαιρο
Και ο περιοδεύων θίασος έπαιζε
Για εκατοστή φορά την ίδια ερωτική σκηνή
Τα παιδιά σώπαιναν
Μασώντας άπληστα κόκκινα κοκοράκια
Βλέμματα ανήσυχα
Βολιδοσκοπούσαν ενδότερα το χάος
Οι μανάδες είχαν φύγει έντρομες
Εξαναγκασμένες να προσδέσουν βιαστικά στη γη
Το φαρί του κουρσεμένου ωκεανού
Που στις πάλλουσες άρπες των αφρών του μελοποιούσε
Ακροστιχίδες Λάβρων ποιητών
Οι άντρες βουβοί κι αποσβολωμένοι
Χτυπούσαν το μπαστούνι τους στη πέτρα
Δεν μπορούσαν να κρύψουν τη μεγάλη τους χαρά
Με ένα νεύμα και το πεζοδρόμιο ανθούσε
Το τενεκεδένιο δισκάκι του ζητιάνου
Αχνογελούσε απαστράπτον
Σε ένα πεντοδόλαρο φθαρμένο
Πιο πολύ φθαρμένο κι από τις εσωτερικές
Τσέπες του γιορτινού μας κοστουμιού
Οι άντρες κρυφογελούσαν αμήχανοι
Ξενυχτισμένοι γύπες εφορμούσαν
Από τα υπώρεια των βουνών
Κι έρχονταν να τους συναντήσουν
Αρμυρή μέρα κι ο δρόμος πικρός
Σαν τα κυπαρισσόμηλα στις απότομες ράχες του Μυστρά
Εκκεντρικές φιγούρες μάζευαν τις βεντάλιες
Από τις πλατείες
Δροσίζονταν και σφούγγιζαν ένοχα
Τη γραμμή του σάλιου τους
Βρυχιόνταν ξαφνικά του Μάκβεθ ο ίσκιος
Στα σπασμένα σανίδια
Εξάμηνα δύο κράτησαν οι πρόβες στο αρχαίο θέατρο
Μαθητεία στο φως όταν το σκοτάδι
Απειλεί με μαντήλι να δέσει τα μάτια των δαιμόνων
Ποιος θα μαζέψει τώρα τα παιδιά από τις στράτες
-Γεμάτα τα διαζώματα-
Σιωπηρά θρηνούσαν, δεν έκλαιγαν, διστακτικά πονούσαν μόνο
Μια ξύλινη κουδουνίστρα σήμαινε από μακριά
Ήταν ενός μωρού που βάφτισε τις φτέρνες του
Στον στερνό ιδρώτα των μανάδων
Σκεφτική έγραψα ένα τελευταίο γράμμα
Με στυλό που τίποτα δεν αποτύπωνε στο χαρτί
Παραλήπτης: Άγνωστος
Οι κόκκινες βεντάλιες στέγνωναν
Τον ιδρώτα της νύχτας
Πάνω στη κούφια πλάτη του αγέρα
Μεσοκαλόκαιρο
Κι οι νεκροί κωπηλάτες σταθερά ακουμπούσαν το χερούλι της πόρτας
Σαστισμένοι έπιαναν το σφυγμό τους
Τραβούσαν ένα κόκκινο σκοινάκι
Κι αποφάσιζαν ερήμην μας να επανέλθουν στην ζωή!