Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

τα δέντρα βάφτηκαν κόκκινα


Γέρνω τα μάτια στη γη της μυρτιάς
Ανακαλώντας σιωπηλά
Την υλακή των πυρόχρωμων σκύλων...
Κύνες θηρευτικοί δρομείς του στερεώματος
Αμφιφανείς αστερισμοί σε γηραιό ουρανό
Παραδίδονται στη κοσμική αγάπη
Κυματωγή ξέφρενη των εραστών
Πάνω σε κλίνες που ξεχείλισαν από παράπονο
Ένας αλλότριος ουρανός
Εκτοξεύει το σκότος του
Στα φρυγμένα δέντρα της χαοτικής πολιτείας
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Βγαίνω στο λιμάνι
Να σκαλίσω στα ύφαλα των πλοίων
Την όμορφη γοργόνα με τα ρουμπινί λέπια
Με φρικαλέα χρώματα της δίνης να βάψω
Το μεσαίο κατάρτι που θρηνεί
Μελανόχρωμους γλάρους
Να αποθέσω στους γρανιτένους τύμβους των βράχων
Βγαίνω στο λιμάνι ασκεπής
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Πηγαίνω στο ερειπωμένο σπίτι
Να διαβάσω τον αψύ φόβο των φαντασμάτων
Τη σκόνη να αιχμαλωτίσω
Από το φιλντισένιο περίγραμμα των κάτοπτρων
Στη πόρτα που στα σπλάχνα της
Τετερίζει το σαράκι
Με μίνιο να γράψω σύμβολα αινιγματικά της νύχτας
Με καραβίσια αρμύρα
Να περιλούσω το παραπέτασμα των μύθων
Που χάσκει στο κενό αμετανόητο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Χρόνους πολλούς αναζητούσα
Τη σωτηρία μου στη φυγή
Ξεθωριασμένο το κίτρινο στη κόμη μου
Σαν θερισμένο άχυρο
Καθεύδει το κατώφλι του μηδενός
Εκεί που σκιρτά ιριδίζον
Το φωτεινό δάσος της Λευκίμης
Προσκυνητής του έρωτα
Με σπάρτο εαρινό τάχτηκα
Να τυλίξω τα αψηλάφητα εδάφια της καρδιάς
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σπουδή και ειρήνη πρόστρεξα
Να ρίξω τον πρώτο λίθο στη λίμνη
Το έρεβος βογκά
Τα ύδατα ανεβαίνουν
Το σκόρπιο μετάλλευμα εκρήγνυται
Μόνο οι δρόμοι παραμένουν ασύλληπτα αληθινοί
Μόνο οι λέξεις ξέρουν να αφήνουν
Τα ίχνη τους απαλά
Πάνω στις γαλάζιες λοφοσειρές με τις φλαμουριές
Είναι αργά
Να διασχίσεις το οροπέδιο της μελαγχολίας
Βούρκοι και σκίνα χλομά
Σε περικλείουν
Εκεί που κάποτε μοσχοβόλαγε
Η μέντα και η υγρή τύρφη
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Με σκαιούς σαρκοφάγους θα πληρώσω
Τη παγωνιά της ύπαρξης μου
Θα υψώσω ένα σταυρό
Πάνω από τα δέντρα που βάφτηκαν κόκκινα
Επιστροφή στης λήθης το κρύσταλλο
Παγωμένος αναθυμάσαι το παρελθόν  
Είναι ανώφελο μου είχες πει
Να οργώνεις με υνί
Τις άχρωμες σπείρες του φόβου
Ο χρόνος και ο θάνατος τα κυριεύουν όλα
Ηδύς ο βίος των εντόμων
Αναζητά
Το αλφαβητάρι της πεταλούδας
Που έμεινε στο βράχο φυλακισμένο
Δηλητηριώδης στρύχνος φύεται 
Στο στόμα του Άδη 
Το κώνειο του φιλοσόφου μαργωμένο στη σκιά 

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

η Παναγία της εσπέρας


Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε ατενίζοντας
Τα φαιά φουγάρα των καπνισμένων φορτηγήδων
Ή την ασημένια φυλλωσιά της ελιάς
Στις βραχώδεις εκτάσεις του Νότου;
Ξεχειλίζει ο λαιμός του ήλιου και ανασκάφτει
Τη ριζιμιά πέτρα των υπαίθριων βυρσοδειψίων
Ένας ιμάντας όλο αγκαθωτά σκοτάδια
Πλανιέται στον αέρα ράθυμα
Σαν βάρκα χωρίς κουπιά ακυβέρνητη
Στο ρεύμα του ποταμού αφημένη
Εξουθενωμένη η ματιά σου
Κόβεται σε χίλιες ρωγμές
Στέκει πειθήνια μπροστά στο ξεραμένο νερόλακο
Φρενιάζει αντικρίζοντας τη καυτή σκιά του απομεσήμερου

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως χάθηκε στις μυστηριώδεις γραμμές
Μιας γιγάντιας παλάμης
Που απέτρεψε το ερωτικό αγκάλιασμα των νεροσυρμών;
Ακρωτηριασμένη η παλάμη
Ντύθηκε την αγαπημένη φενάκη των μύθων
Οι χειροπέδες σφυρηλατήθηκαν στη κάμαρα του εγκλήματος
Δυο χελιδόνια μες το φως οι χειροπέδες
Δυο χελιδόνια που αργοσαλεύουν το κεφάλι τους
Προσμένοντας τη βροχερή εποχή να τελειώσει...
Πλαγιάζεις σε σεληνιακά πετρώματα
Και σε ξεπερασμένες τοιχογραφίες ανακτόρων
Ακουμπάς
Κάτασπρος με ένα φεγγάρι μαύρο μέσα στο στήθος σου
Λεπτουργήματα πλάθουν κάτω από το χοντρό χαλάζι
Τα αναστημένα χέρια σου
Λεπτουργήματα και ειδώλια της μισητής Θεάς
Παρηγορήσου στο ζωντανό ψύχος των αρμών
Που μεταμορφώνει την όψη σου
Θρηνώντας σε ερειπιώνες άυλες προσευχές
Το διηνεκές της παραφροσύνης
Δραπέτευσε από τα αλόγιστα κάλλη σου
Αρμολογημένοι οι σπόροι στο στάχυ
Τρέφουν τη μεγάλη καρδιά του ποιήματος

Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Μήπως φυλακίστηκε στην αμμώδη κλεψύδρα
Που έγνεθε τον χρόνο της αποπομπής σου;
Ήσουν τρομαγμένος
Κι ο θόρυβος από τα βήματα σου
Σκέπαζε τους πολύβουους όρμους που είχες προσεγγίσει
Στο κήπο της λύπης αγρυπνούσαν
Οι δρόμοι της οδύνης και της μοναξιάς
Οι αγριάδες με τις λόγχες τους
Σημάδευαν το χλωμό πρόσωπο σου
Άρπαξες το περίκλειστο σου όπλο και σημάδεψες
Την ένοπλη γη τη γεμάτη σαλαμάντρες
Το ρόδο των ωρών είπες
Θα φυλλορροήσει αθόρυβα
Πάνω στα φωτεινά λιθόστρωτα της μνήμης
Δεν θα καταλάβεις
Η χώρα θα γίνει πάλι όμορφη
Και η λάμπα η μυστική
Θα διεγείρει τη στάχτινη θάλασσα
Και κόκκινη θα βάψει τη στερνή μέρα των ναυαγών
Στα νησιώτικα ξωκκλήσια
Οι μικρές Παναγίες της εσπέρας
Θα αναζητούν εναγώνια
Τη καλαμένια ράχη των χαρταετών
Οι τοίχοι του ουρανού σπασμένοι
Κι οι καταρράκτες αυστηροί
Θα ανατρέπουν τις ισχνές μορφές των φοινικόπτερων
Η Παναγία της εσπέρας με τα σμαραγδένια μάτια
Αναπολεί το θείο ρόδο των ωρών
-Αναγόρευση θεική-
Που είναι λοιπόν το σμαραγδί των ματιών σου;
Στο ψιχάλισμα του κύματος θα σε ανταμώσω!

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

στο φιόρδ του θανάτου


Ακούμπησα τα χείλη μου
Στην φτερωτή του ανεμόμυλου
Με άνεμο θέλησα να ενσαρκώσω
Το πήλινο μου σώμα
Οργίλος προπομπός της ιστορίας
Τη προσωπίδα μου εκτρέφω στο φως
Χάρτινοι μύλοι
Ιλιγγιώδεις σπείρες μαίανδρων
Και περιστρεφόμενες μαργαρίτες
Εξακοντίζουν την σβουνιά
Των αστεριών στα μάτια μου

Συνδαυλίζω τη στάχτη
Και σε αγγελτήρια αποχωρισμών
Γράφω της σκληρής νύχτας
Το πελεκημένο πόνο
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"
Ήρθαν οι ώρες
Που το διψασμένο ζευγάρι των γρύλων
Παράφορα με ηδύτητα
Την υδρόγειο πλημμυρίζει

Προφυλάσσω το ρακένδυτο σώμα μου
Από τη σκόνη των φαραγγιών
-Μήπως έχω πεθάνει;-
Και σκιές προσκρούω
Που αντιμάχονται το άρμα του ήλιου
Παραχωρώ στο αίμα μου
Δυο λεύγες καθαρό μετάξι
Από εκείνο που απέρριψες
Όταν στο καθρέπτη σου έπαιζε
Το μαύρο βιολί την άρια των πεύκων
Και ζωντάνευε το ακίνητο δοξάρι
Στο κάτοπτρο των ωκεανών
Αιώνιους θερισμούς
-Μήπως έχω πεθάνει;-

Φαλλικά σχήματα
Και μορφές απομακρυσμένων φιόρδ
Αποδίδω στην γη
Τα φυσίγγια μου εμποδίζουν
Τη κακόβουλη νύχτα
Να επιστρέψει πάνω μου
Την ύπουλη ηχώ
Που τη κλίμακα των ρείθρων πυργώνει
Δέντρα με απολιθωμένη φυλλωσιά
Γύρεψαν το ρόχθο μου
Ρόχθος μιας θάλασσας μυθικής
Η Σελήνη διασπείρει πάνω της
Μαρτυρικά ψεύδη της λήθης
Χάδια αρπακτικά του Τρίτωνα
Πουλιά που δεν συνάντησαν την αυγή

Έγκλειστα τα ποιήματα
Ανακλαδίζουν στη σκέψη μου
Στίχους κυκλωτικούς του άπειρου
Με φωτοστέφανα Μαρτύρων
Να με καλούν
Ριπές δονώντας στο έρεβος
- Φλόγες επιμήκεις καταλύουν
Το ράμφος του αήττητου χρόνου-
Ακούμπησα τα χείλη μου
Στην φτερωτή του ανεμόμυλου
Με άνεμο θέλησα να ενσαρκώσω
Το πήλινο μου σώμα
-Μήπως έχω πεθάνει;-
"Στο τραυματισμένο ουρανό
Δένω κλωστή για να με γνωρίσεις"

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

συνοχή λέξεων (η σημειολογία του αν)


Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν πριονίζαμε
Το σώμα της ποίησης
Δεν θα έσταζε
Ούτε σταλιά αίμα
Στο ενδοκάρπιο της

*
Αν ηττήθηκες στη μάχη του έρωτα
Κράτα την ασπίδα σου
Υπό μάλης
Και αναστοχάσου
Τη κόκκινη υδρία της προδοσίας
Που στα χέρια σου θρυμματίστηκε

*
Αν διάβηκες κάτωχρος
Τα περάσματα του πυρετού
Σημάδεψε τη τράπουλα...
Φαιδρός αλχημιστής
Η άρνηση σμιλεύει
Τα άπαρτα βουνά του γαλαξία

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο πέτρινο μνήμα
Του νεαρού ποιητή
Δεις μια λευκή πεταλούδα
Με διαπνέοντα μάτια
Απόθεσε σε κουκούλι πένθιμο
Το νωπό της δάκρυ
-Οι ψυχές κρύβουν
Στις τρίλιες της άρπας ένα λυγμό-

*
Αν σε προσπέρασε
Το λεωφορείο
Χωρίς ο οδηγός να σε αντιληφθεί
Μείνε στη στάση ετοιμοπόλεμος
Μυριάδες θροΐσματα αγέρα
Χαϊδεύουν τις οπλές
Του λέοντα-ασυρματιστή
-Μοναχικός ταξιδιώτης
Στην υστεροφημία σου-

*
Αν ένα υφέρπον παράπονο
Διαβρώσει
Τη χρυσή στεφάνη των ματιών σου
Γύρε και αποκοιμήσου
Πάνω στο αγλάισμα της βροχής
Δυνατός σαν κράμα αρχαϊκό
Περιπλανήσου στο φως
Ξένο ήταν το δικό σου βλέμμα
Πλην όμως αληθινή η ομολογία
Του Αίγισθου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν τις πλάκες του ουρανού
Δρασκελήσεις
Λαμπρός καβαλάρης
Για να παραβρεθείς
Στη λειτουργία των αστεριών
Άναψε ένα κεράκι λιγνό
Για τη παιδίσκη
Με τα υποκύανα φτερά

*
Αν στη ραφή
Του παλιού σου σακακιού
Βρεις ένα φίδι να κοιμάται
Αμέριμνο
Σκέψου μονάχα
Το γόρδιο δεσμό
Της μακρινής σου εφηβείας
Που ποτέ δεν ξετύλιξες
Και το καλιγωμένο άλογο
Που σε περιμένει
Μπρος στο ανάκτορο
Του Νέστορα

*
Αν ένα ανομολόγητο πάθος
Ξέκοψε από τα χειρόγραφα
Της καρδιάς σου
Μη το φέρεις στα χείλη
Είναι μάταιο
Να αποκωδικοποιείς
Τη προσωπίδα του κεραυνού
Όταν πέφτει ολόισια πάνω
Στη κάπα του Ομήρου

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

*
Αν στο θειαφισμένο αμπέλι
Αντικρίσεις
Τη σολομωνική του ηλιοβασιλέματος
Σκέψου πως ήρθε η ώρα
Του ολέθρου και της τρέλας
Που χωρίς ουδεμία πια διαφυγή
Σε πλησιάζουν...
Στα ερμάρια του πατρικού σου
Τοποθετημένα στη σειρά
Φίλτρα μαγικά
Συνουσιάζονται
Με αραχνοειδή και σκορπιούς

*
Αν αφουγκραστείς
Μια κατασκότεινη βουή
Να διαπερνά το αίμα σου
Μη μπερδευτείς και πεις
Πως είναι προμήνυμα θανάτου
Είναι μονάχα
Τα νικημένα τάγματα
Των ταχυδρόμων
Που καταλύουν στα χωριά
Με την άγνωστη γεωγραφία

*
Αν από τους κρουνούς
Του ήλιου
Αποσπάσεις
Μια ηλιοσταγόνα
Κρύψε την στο ανατρίχιασμα
Της λεύκας
-Εκεί που ένα σπουργίτι
Καβατζάρει
Το κάβο της ποίησης-
Μες στο σύθρηνο των φύλλων
Λαμπερό πετράδι
Μη πετάς
Ξεθικάρωτος ο ήλιος
Θα στερέψει
Το ύδωρ της Λοκρίδας

*
Αν μου έκλεβαν τη θάλασσα
Θα σύρραπτα δυο κόκκους αλατιού
Να την αναστήσω απ την αρχή

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

το αδιάψευστο άλλοθι (αφήγημα)



Στα φύλλα του ελίχρυσου
Χαράξαμε μία γυάλινη πολιτεία
Με μυρωμένα αποστάγματα στις στέρνες
Μια σπηλιά με αιώνιους σταλαγμίτες
Και μια μόνιππη άμαξα με το κουτσό αμαξηλάτη της
Φυτέψαμε ένα αμπέλι στους στήμονες
Για να έρχονται οι τρυγητές της χαράς
Όλο βαμμένοι με υγρό μούστο
Και με κερί μέλισσας στα άδεια πανέρια τους
Ενθρονίσαμε στα σέπαλα
Ένα μαύρο κύκνο
Να κοιτάζει το κυανό κρανίο του ουρανού

Καθίσαμε στο τραπέζι βουβοί
Στο τασάκι
Δίπλα σε ένα καμένο σπιρτόξυλο
Απόθετε με κατάνυξη τα κομμένα νύχια της
Η Διοτίμα από τα άγρυπνα χωριά της Μαντινείας
Στη πέτσινη ζώνη της
Είχε μια εγχάραξη βαθιά
Δεν ήταν θυρεός ούτε άστρο που λοξοδρόμησε
Ήτανε μονάχα το δεξί πληγωμένο φρύδι
Του στρατιώτη που ξιφουλκήθηκε στην μάχη
Έπειτα ήρθανε δυο πουλιά στο κατώφλι μας
-Απόγευμα και φύσαγε ο μπάτης-
Τα φιλέψαμε απλόχερα
Με ψίχουλα της χτεσινής γιορτής
Πλούσιοι μες τη ευδαιμονία των αρτόδεντρων

Ο μυλωνάς κρατούσε στον μύλο του
Αιχμάλωτες δυο λυσίκομες κόρες
Από τη ιερατείο των Νηρηίδων
Εκείνες άλεθαν το σιτάρι
Πάνω στη παλιά τροχισμένη πέτρα
Τα παιδιά μας σταύρωναν αποβραδίς το αλεύρι
Κι έπλαθαν τον μεγαλόσχημο άρτο
Αγαπούσαν πολύ τα πουλιά με τις προπετείς ουρές
Τα παιδιά μας έπλαθαν τον άρτο της γης
Ολονυχτίς
Έβλεπαν τα χέρια τους
Πασαλειμμένα στο ζυμάρι κι έκλαιγαν
Χλώμιαζαν ξάφνου τα ζυγωματικά τους
Οι γυναίκες έκρυψαν τα σακιά
Με το αλεύρι στο κελάρι
Πλάι στα κρασοβάρελα
Κλείδωσαν μες την ψυχή τους
Ένα μακρινό καράβι ένα πορθμείο απάνεμο
Και μια νήσο λευκή
Ανασκιρτούσαν σαν φλόγες σε καντηλέρι μικρό

Την άλλη μέρα
Γευμάτισαν με τους τρυγητές
Στο προγονικό τραπέζι άυλες και χλωμές
-Σάλευε ιερή η μαγγανεία του έρωτα -
Ύστερα πήγαν για ύπνο μεθυσμένες
Από της μασχάλης τους το κόκκινο μούστο
Στυφή η φλούδα του φεγγαριού
Τις αποκοίμισε
Στα όνειρα τους σεργιάνιζαν ανάλαφρες
Σε γυάλινες πολιτείες
Και σε σπηλιές με αιώνιους σταλαγμίτες
Αιωρούνταν αβαρείς στις παρυφές
Του αιωνόβιου δάσους
Μόνο ο μαύρος κύκνος έλειπε
Μεγαλοπρεπής είχε αποκοιμηθεί
Κάτω από το κρεβάτι τους
Παίζοντας πεντόβολα με τα σύννεφα του ύπνου

Στο καμένο σπιρτόξυλο
Ήρθαν και κάθισαν το πρωί
Δυο χελιδόνια
Καλός οιωνός είπαν οι γυναίκες
Ή μήπως ένα άλλοθι για τα δίδυμα όνειρα τους;
Σώπαιναν σαστισμένες
Ο ήλιος βάθαινε τις ρυτίδες τους
Κρύωναν
Ήταν η μέρα που κηδέψανε
Το κουτσό αμαξηλάτη
Το μόνιππο το κληροδότησε στα παιδιά
Αίφνης σταμάτησαν να κλαίνε τις νύχτες..
Οι γυναίκες γελούσαν περιπαθείς
Ζυμώνοντας με χάρη το μεγαλόσχημο άρτο
Τα παιδιά τους ταξίδευαν απέριττα στο φως
Κρατώντας στη παλάμη σφιχτά
Τους σπινθήρες του ελίχρυσου