Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

σηματωροί

Αποτέλεσμα εικόνας για άγγελος

Άφησα την πόρτα μου ανοιχτή απόψε
Να περάσει ολόγυμνος ο πόνος
Συντροφιά να μου κάνει
Να τον ποτίσω δάκρυα φωτιάς
Να τον τρατάρω γλυκό του κουταλιού και πετιμέζι
Χρόνια φίλος κι αδερφός
Χαιρέτισε την πρόσκληση μου
Κι όρκους μου 'φερε
Κι ένα λευκό φουλάρι αραχνοΰφαντο
Στο βάζο έβαλα λουλούδια
Ολόφρεσκα με τη δρόσο της νύχτας
Γιασεμιά που αγαπούσες
Και δυο θλιμμένες κάλες
Που σου άρεσε αρχές της Άνοιξης
Να φυτεύεις
Στο γόνιμο σώμα της γης σου
Αρχές μιας Άνοιξης που τα λόγια
Τίποτα δεν περιέγραφαν
Τίποτα δεν σηματοδοτούσαν
Μόνο στυλωμένα είχαν τα μάτια τους
Στο λευκό πάτωμα σαν βότσαλα ερημίας

Απόψε άθικτα έμειναν τα σεντόνια μου
Τα σκουφάκια του ύπνου
Αψεγάδιαστα κείτονταν στην καρέκλα
Φόρεσα το καλό μου φόρεμα
Άσπρο μακρύ αέρινο
Σαν καλή νεράιδα έμοιαζα
Που ξυπνάει μες στις ιτιές και τις λεύκες
Αχάραγα να χτενιστεί
Τα μαλλιά μου καλοστρωμένα
Σε σκούρο μαύρο χρώμα
Ξέρεις πόσο αγαπούσα πάντα τις αντιθέσεις
Στα ρούχα στη σκακιέρα στα γραφτά μου
Αντιθέσεις και στου έρωτα τον χάρτη
Να σ' αγαπώ και να σ' αποδιώχνω
Να σου μιλώ και να σωπαίνω
Να σε ζητάω και να σ' απαρνιέμαι
Σημάδι έβαζα τις μέρες μου
Και τις νύχτες καλούσα
Στεφάνια και τριγμούς να φέρνουν στα όνειρα

Άφησα μια χαραμάδα ανοιχτή απόψε
Να έρθει ο καλός μου άγγελος
Παραδεισένια να μου φέρει στολίδια
Κοράλλια κίτρινα της αποδημίας
Αχάτες γαλάζιους των οριζόντων
Μαλαχίτες πράσινους της ευφορίας
Περιποιήθηκα τα φτερά του
Λίγες γάζες μου περίσσευαν
Μικρά να μου γίνουν ορμητήρια
Στερνοί να μου γίνουν οδηγοί στην εκστρατεία
Σαν κουρσάρος έμοιαζε
Με τόσα πετρώματα κι θησαυρούς στα χέρια
Τον καλωσόρισα
Και μαγικά του έδωσα φιλιά
Από εκείνα που αρνήθηκες να πάρεις
Κι άδεια έμειναν τα δίχτυα στην προκυμαία
Στεγνά τα χέρια δεμένα σε προσευχή
Κι η καρδιά
Ένα αλώνι πέτρινο ρηγματωμένο
Με λίγο χορταράκι στις σχισμές
Από εκεί να πιάνομαι οίκτο μη νιώσω

Απόψε δεμένα είχα τα μάτια
Δεμένα τα χέρια στους αγκώνες
Δεμένα της καρδιάς τα ψηφία
Στο θυσιαστήριο μ' οδηγούσαν
Δυο γεροδεμένοι στρατοκόποι
Τα πλήθη γύρω τους επευφημούσαν
Και γρόσια κρατούσαν στις τσέπες
Σανιδένια κουτιά διπλοκάρφωναν
Και στου όρθρου την πύλη πήγαιναν
Να εξομολογηθούν και να θρηνήσουν
Κόσμος πολύς εξαγριωμένος
Με τιμωρούσε με νουθεσίες
Μόνο ένα κορίτσι αμίλητο
Με κοιτούσε συμπονετικά
Μου έτεινε το χέρι κι ευθύς το μάζευε
Ανήμπορο άπνοο μοναχικό
Απόψε που φλογίστηκαν οι μνήμες
Και σπιθίζουν
Βρήκα τους σηματωρούς μου
Λίγους κόκκους αλάτι των κορφών
Ανάσες ζωής να σου χαρίζω
Στα βράχια της ομίχλης
Μικρές φλέβες χρυσού για σένα να περιθάλπω

               στον άνθρωπο που τόσο αγάπησα...