Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

συμπερασματικά...

Αποτέλεσμα εικόνας για κόκκινη ομπρέλα

Κόκκινη ομπρέλα μεγάλη κι ούτε ένα ίχνος βροχής
Αχνά σύννεφα στην παλέτα
Του απογευματινού ουρανού
Κόκκινη ομπρέλα διάτρητη από τα σπαθιά των αχτίδων
Γάντια δαντελωτά στο χρώμα της ώχρας
Σώμα νεανικό Βήμα ανάλαφρο
Παραθαλάσσιο δρομάκι Αυγουστιάτικο δείλι
Με σκονισμένα τα σκίνα κι άχρωμα τα χείλη των εφήβων
Μετά τις καταδύσεις στα κρουστά νερά
Κόκκινη ομπρέλα με διακοσμητικό χερούλι Κριός η αίγαγρος
Δεν έχει σημασία
Ο άνεμος σαν χαιρέκακος τυμβωρύχος την έριξε στα βράχια
Εκεί που τα παιδιά είχαν σκαλίσει
Μια πλέρια γοργόνα τον προηγούμενο Σεπτέμβρη 
Κριός η αίγαγρος Σπασμένες μπανέλες Χωρίς ουρανό
Κείτονται στων αλατιών τις γούβες 
Ηττημένες από τα χέρια που τόσο αγάπησαν
Κριός η αίγαγρος Άγνωστο
Μόνο το κόκκινο -εμποτισμένο απ' την ανάσα της γης-
Καρτερεί την ώρα
Άγνωστο το πότε
Γνώριμο το μαζί!

 *
Στο βυθό φύονται αιωνόβια δέντρα Κεχριμπάρια έχουν για φύλλα
Και στους κορμούς τους οι πεταλίδες βρίσκουν καταφύγιο δροσερό
Αιωνόβια δέντρα που με τα κυρτά τους κλαδιά
Μυθικούς προκαλούν κυματισμούς
Κι άγνωστες ανεβάζουν νησίδες καταμεσής του πελάγου
Στην άμμο οι ρίζες τους Στις δίνες οι καρποί τους
Ταξίδια ονειρεύονται Στις αγορές του μέλλοντος να εκτεθούν
Αιωνόβια δέντρα που κάποιοι γέροι ναυτικοί συνομίλησαν μαζί τους
Και απ' τα μυστικά τους συνέλεξαν αρμύρα και φως
Αν δεις μπουκάλια να ξεβράζονται στη στεριά θα μάθεις τους θρύλους τους
Θα αφουγκραστείς το γλυκό πρελούδιο των φύλλων τους ερωτικά να σε καλεί
Την προϊούσα  αγάπη -απ' αρχής κόσμου- νοσταλγικά να σε γυρεύει
Κι ίσως -αν συνετός σταθείς και δεν τα προσπεράσεις- στην γυάλινη μήτρα τους
Αλλόφρονες θα συναντήσεις φυλές να σε εξετάζουν προσεκτικά
Φυλές με έγχρωμα χέρια και μάτια αδειανά
Καλλιεργητές της θαλάσσιας ξέρας
Άγρυπνοι φρουροί των υποθαλάσσιων κήπων 
Αν θαρρετός σταθείς και δεν τους παρακάμψεις 
Σ' εσένα θα εμπιστευτούν τους αρχαίους παπύρους 
Σ' εσένα θα παραδώσουν τη χρυσή πόρπη 
Μάρτυρα θα σε χρίσουν και σκληρό τιμωρό
Των ψυχών που αναίτια λιγοψυχησαν!

*
Έχεις προσέξει μετά τη βροχή τις νεροσταγόνες πως φυλακίζουν
Τα χρώματα του ουράνιου τόξου;
Πόσο σφιχτά τα αγκαλιάζουν;
Αν ένα πινέλο πάρεις και στη σάρκα τους το βουτήξεις 
Το πιο όμορφο πορτραίτο του κόσμου μπροστά σου θα φανερωθεί
Εκεί θα βρεις το λιλά το πράσινο το κίτρινο το θαλασσί
Να εμπεριέχονται στο γκρίζο της συννεφιάς
Εκεί θα νιώσεις το αμετάκλητο της ρευστότητας να σε διαπερνάει
Καμβάς το σώμα σου Ακουαρέλα το κορμί σου
Χείμαρροι τα χέρια σου Βαρκούλες τα πέλματά σου
Ταξίδια αν δεν σου τάξουν πολλά
Μην πικραθείς
Στη ψυχή σου βαθιά σκάψε
Να διανοίξεις δρόμους φιδωτούς
Που σε ολάνθιστες θα σε οδηγήσουν πεζούλες 
Πάντρεψε τα χρώματα των δρόμων 
Σμίξε με τ' αρώματα των κρίνων 
Κλάδεψε τις μνήμες στα γόνατα 
Απέριττος να εισέλθεις στο μαντείο
Πρόσεξε όμως
Ανατολικά να είναι η ρότα σου
Εκεί που οι σαΐτες βρίσκουν πάντα το στόχο τους 
Εκεί που η ταχύτητα εκμηδενίζει την παραδοξότητα  
Σεμνός ιεροφάντης να εισβάλεις στο πλήθος
Μπροστά στη νωπή υδατογραφία της αγάπης
Ταπεινά να εμβαπτιστείς στις λίμνες των χρωμάτων
Με ακολούθους πολλούς!

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

της καρδιάς μελωδός

Αποτέλεσμα εικόνας για της χαράς μελωδός

Στα γήινα να στέκεσαι
Έτσι σου είχα πει
Τέρμα οι περιδιαβάσεις στο ασαφές
Τέρμα το μικρό κουβούκλιο
Με τα σπασμένα οστά
Ο ήλιος είναι ο άρχοντας τ' ουρανού
Ο εμπρηστής των αστρολούλουδων
Μόνο λίγες σπίθες του να κλέβεις
Εκείνες που τρεμοπαίζουν
Με τις σκιές των λέξεων
Και σπάνια αστοχούν στις ρίμες
Τα σύννεφα είναι οι αυλακιές της θλίψης
Οι μανδύες του απόλυτου
Κι αυτό που επίμονα σου ζητώ
Στα βαμβακοχώραφα της φαντασίας
Σαν μπαίνεις    
Μικρά να κλώθεις νήματα
Στα κουβάρια των σιωπών να μιλάς
Υγρός μην σε βρει άνεμος
Κι εισέλθει η σκουριά των απόντων
Στις κλειδώσεις του νου 

Στις γιορτές να πηγαίνεις
Έτσι σου είχα προτείνει
Πυγολαμπίδες να κλείνεις στα χέρια
Σταθερά να κρατάς το ποτήρι
Σταθερά ν' ανοίγεις του κάστρου τις θύρες
Στον πάτο της λίμνης
Έπεσε το δαχτυλίδι
Μην υποπτευτείς κανέναν
Χρυσωρυχείο η καρδιά
Φλεβίτσες θ' ανοίγει στο χώμα
Κι' αμύθητους θησαυρούς θα σε κερνά
Στα απόκρημνα φαράγγια
Σαν ακούσεις την ηχώ σου
Χάιδεψε των φωνηέντων τους παλμούς
Κι ανδρώσου
Στο λίκνο της γης που σου εδόθη
Με τις λαβές των δακτύλων
Καμάκωσε τη μυρτιά τον ασπάλαθο τη νεραγκούλα
Μεγάλα να γευθείς στις ρίζες ταξίδια

Στις φλόγες άφοβα να μπαίνεις
Έτσι σε συμβούλευα
Πυροβασίες μην κάνεις στ' αστέρια
Στη στάχτη των κεραυνών μην αφεθείς
Μακριά να σε πηγαίνουν τα βήματα
Ζωντανές να σου φέρνουν εικόνες
Κι άγριες μνήμες
Μια εστία ασβεστωμένη
Μια πυροστιά σκοτεινή
Ένα σύμφωνο καμένο στα άκρα
Το τρύπιο σιγκούνι
Της προγιαγιάς σου άλλωστε
Εσύ το κληρονόμησες
Μαζί με τα δυο λινά προσόψια
Βιγλάτορας να γίνεις της ψυχής
Από εκεί να εποπτεύεις το διαρκές
Ήφαιστος και γυμνή τραγωδός
Πλάι στο σβηστό καμίνι να δροσίζεις
Τους κόμπους των δακρύων σαν στεγνώνουν


Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017

βλασταίνει η θάλασσα;

Αποτέλεσμα εικόνας για βλασταίνει η θάλασσα;

Ψιθυριστά μια νύχτα με ρώτησες
Βλασταίνει η θάλασσα;
Καρπίζουν οι βυθοί;
Θερίζονται τ' ακρογιάλια;
Ψιθυριστά όπως ξέμπλεκες τα δίχτυα
Μια απάντηση ζητούσες
Κι εγώ σαν βρέφος με ζεστό ακόμα το χνώτο
Έσκαψα στα βιβλία μου
Κατεβασιές χειμάρρων επικαλέστηκα
Αμπέλια κεχριμπαρένια επισκέφτηκα
Βρύα παιχνιδιάρικα ψηλάφισα
Και σε θαλάσσιους κήπους μυθικούς
Στων εσπερίδων τη γλυκύτητα αφέθηκα

(Λυτρωτική η απάντηση ήρθε
Από μια ισχνή σταγόνα
Που μές στην κρυψώνα των όρμων
Στοίβασε το βιος της
Γλυκιές να τη βρούνε μπουνάτσες
Της άμπωτης τα νεκρά κοχύλια
Σάρκα να την κουμπώσουν)

Βλασταίνει η θάλασσα
Σαν το χέρι της κόρης που κρατά το φιτίλι
Στην πόρτα των παθών αναμμένο
Καρπίζουν οι βυθοί
Χρυσά ανεβάζουν στάχυα το καταμεσήμερο
Ανεμώνες σεμνές κι ίριδες σκορπούν το δείλι
Και στης ανατολής την ιερή ώρα
Γονατισμένα τα όνειρα των ξενιστών
Απ' αυτήν σκύβουν και μαζεύουν
Παπαρούνες χλωρές και κι άγριες τουλίπες

Θερίζονται τ' ακρογιάλια
Όπως θερίζεται η κόμη της γοργόνας
Απ' το άγριο στιλέτο των κουρσάρων
Και μ' αμίλητα τα χείλη
Στην αδηφάγα λεπίδα της δίνης
Ικέτιδα προσφεύγει
Υπόσχεση να δώσει αναπνοής
Χρυσό καλέμι
Στο χέρι της μνήμης να εμπιστευτεί
Σκαλιστοί ν' αρμενίζουν οι θρύλοι
Στις στοές των απόντων για αιώνες πολλούς

Άγρυπνος αν μείνεις προσκυνητής
Θα δεις βοστρυχωτά μηνύματα
Τα κύματα να σου στέλνουν
Μελωδική αν γίνεις σειρήνα
Θα δεις ακυβέρνητα σκάφη
Να διανοίγουν στους βυθούς
Βαθιές αυλακιές για τη νέα σπορά
Βλασταίνει η θάλασσα
Απ' το αίμα των ναυαγών λιπαίνεται
Και στο σώμα του κόσμου εδράζεται σαν μυθική τροφός!

Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

μιλούν τα χέρια;

Αποτέλεσμα εικόνας για μιλούν τα χέρια;

Έστρωσε το κρεβάτι της Κατευθύνθηκε στο μπάνιο Μαύροι κύκλοι
σκίαζαν τα μάτια της Το δέρμα χαρακωμένο από βαθιές ρυτίδες
Σμιχτά τα χείλη Κι ένα άτολμο δάκρυ στο κάτω βλέφαρο τρεμόπαιζε
αναίτια Άτολμο κι αναποφάσιστο Ανήμπορο να χωρέσει στον
κόσμο της λήθης ή της ανυπαρξίας Διαμάντι να γίνει στη χώρα της
χαράς!
Τα πρωινά δάκρυα είναι τα πιο αληθινά σκέφτηκε όπως και τα όνειρα
της αυγής την ώρα του ενυπνίου
Τόσο ζωντανά που θαρρείς πως με αίμα τροφοδοτούν τους αυλούς
της ψευδαίσθησης Και με κραυγές χθόνιες εφοδιάζουν τη λίθινη
φαρέτρα της μοναξιάς
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Πραγματικότητες κοφτερές σαν λάμες ενθυμίων:
Ένα σώμα αγαπημένο Μια αύρα κυματιστή Μια συμφωνία ημιτελής
Μια παρουσία άυλη Ένας ιππότης με κομμένο πόδι και πλατύ χαμόγελο
Ένας κήπος χέρσος με κουτσουρεμένα δέντρα Ένας καρπός στα λαξευτά
βράχια της μνήμης Μια τελεία που εμποδίζει το όποιο νόημα Μια αγάπη
που στερήθηκε από παιδί!
Πολύ ζωντανά όνειρα!
Περιστροφές γύρω από έναν σταθερό άξονα
Χέρια πολλά χέρια άκαμπτα να επιζητούν ανυπόμονα φίλιες επιστροφές
Χέρια λευκά να κρατούν μαντήλια με σχέδια χαριτωμένα Σάμπως να
θελαν ν' αποδιώξουν έτσι το άδικο Να βρουν τρόπους  ν' αντιπαλέψουν
τις μεγάλες απώλειες
Μαντήλια που βούτηξαν την πίκρα τους στις ακονόπετρες για να λειανθεί
λίγο το σκληρό νύχι του ζέφυρου!
Χέρια πολλά χέρια και μαντήλια υγρά
Ακόμα τα κρατά στη ζεστασιά της τσέπης της Ακόμα τα χρειάζεται Να
σφουγγίξει τα μάτια Να σκουπίσει τα χέρια Κυρίως τα χέρια Τα δικά της
αλλά και τα ξένα Εκείνα τα αποσταμένα Εκείνα που ποτέ δεν συνάντησαν
τους δρόμους Χέρια που δεν αγαπήθηκαν πολύ Χέρια που μάτωσαν στο
ψύχος Χέρια που σιγά - σιγά ατρόφησαν μοναχά Χέρια που στις φλόγες
παραμορφώθηκαν για πάντα!
Η μαμά της είχε πάντα σημάδια στα χέρια Το χειμώνα συνήθως παίρναν
το χρώμα της αργίλου Σκάγανε κι αυτά όπως σκάει η άργιλος στην ανομβρία
"Με λαδάκι απ' το καντήλι να τα αλείφεις" την συμβούλευε η προγιαγιά μου
Έτσι ημερεύουν τα χέρια Έτσι απαλύνονται οι πληγές Έτσι επιστρέφει η
ομορφιά στο κορμί Είναι ρίζες τα χέρια Φυσικοί ταμιευτήρες!
Κι ήταν όμορφη η μαμά
Κι είχε πολλά χέρια η μαμά Όλα τα προλάβαινε Ένα όμως της ξέφευγε
μονίμως να κάνει Να τα αφήσει ελεύθερα Φτερούγες να γίνουν ζεστές
Να την αισθανθούν Να τα απλώσει γύρω απ' τον παιδικό της λαιμό
Στοργικά να την αγκαλιάσει Να της μιλήσει Να την προσέξει Χάδι
να γίνουν πριν την βραδινή προσευχή Σεπτά ευαγγέλια κάτω απ' το
μαξιλάρι Ανάλαφρα να την οδηγήσουν ως το λυκαυγές...
Χωρίς φόβους Χωρίς ψιθύρους Χωρίς αβίωτες στιγμές
Ίσως εκεί να οφείλονταν κι η συχνή παρουσία των ονείρων που για
χρόνια την ταλάνιζαν
Στα αμίλητα χέρια καθώς και στα μαντήλια που ποτέ δεν ποτίστηκαν
απ' της αγάπης τα μύρα
Το λουλάκι της μαμάς τελικά αποδείχτηκε πανίσχυρο όπως αλύγιστος
ήταν κι ο χαρακτήρας της!

(για όποια μάνα πατρίδα ή ιδεολογία)