Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Ανασυντάσσω τις σιωπές της νύχτας



Φοβάμαι σου λέω
Το χέρι που με αιχμαλώτισε
Πάνω σε βράχο θαλασσινό
Πόσο με ρίγος το ποθώ
Το χέρι αυτό που πνοή μου έδινε
Με τις ανοικτές φτερούγες του
Σε πόσους ουρανούς με πήγε
Αιθέρια τότε ζούσε
Αγριοπούλι που ελεύθερο ψάχνει το ταίρι του
Φλέβα δεν άγγιξε καμιά
Πόνο ψυχής δεν μάντεψε
Μόνο το άγουρο φλέρταρε βλέμμα μου
Τώρα γήινος έγινε ίσκιος
Με γραμμές κάθετες με διχοτόμησε
Δεν μου μοιάζω
Απόμακρη μόνη σκυθρωπή
Ενθυμούμαι μόνο τις τελετές
Που στο κύμα έκανα
Να έχει ο έρωτας τα δικά του ιερατεία

Φοβάμαι σου λέω
Απόγονος του Προμηθέα
Θωρώ τις πληγές ανοιχτές
Εκλιπαρώ σωτηρία να βρω
Το αντίτιμο εκείνο ψάχνω
Που θα εξαγοράσει την ποινή μου
Κιθαρωδός γίνομαι προς στιγμή και ξεφεύγω
Στα πλάτη της Μεσογείου νοερά ταξιδεύω
Με πλάνο τραγούδι στα χείλη
Γλάρους και χελιδονόψαρα
Πλευρίζω για βοηθούς
Βοριάδες προσαρτώ κρουστό να γίνει το σώμα
Γρόσια τους δίνω να ανοίξουν
Της αλυσίδας μου τον κρίκο
Στης πλάσης και πάλι να μπω
Τον μέγα κύκλο σαν ήλιου προμάντεμα αυγινό

Φοβάμαι πολύ
Την νύχτα τα βλέφαρα αφήνω ανοιχτά
Μην σκοντάψω στου έρωτα
Τα πέτρινα κράσπεδα και σε ποθήσω
Βουρκώνω σαν δω να αμορραγούν
Της σάρκας οι θύμησες
Πετάω το νόμισμα κι ευχή κάνω
Ήχος δεν βγαίνει
Του γρύλου την άρπα κουρντίζω
Στην νύχτα αδημονώ να δοθώ
Ανασυντάσσω τις σιωπές μου
Να ακούσω να φεύγεις σκυφτός
Καλέμι σου δίνω αντί για χέρι
Υνί σου χαρίζω αντί για κορμί
Σπασμένο σταμνί αντί για χείλη
Στη μήτρα του κόσμου επιστρέφω
Έμβρυο που βυζαίνει τη λύπη
Το δάκρυ πνίγω στους μενεξέδες
Κι επιστρέφω λυτρωμένη
Στης ακτής μου τα παλιά σκαριά
Ταξίδι μου τάζουν σε πελάγη ακύμαντα
Σαλπάρω γοργόνα που μιλάει με τους ψαράδες
Αφήνοντας πίσω τις λίθινες πλάκες που με φυλάκιζαν