Κυριακή, 20 Ιουνίου 2010

οριζόντια χαμόγελα

Κι ήρθαν οι νύχτες
Των ματωμένων ασφοδέλων
Νύχτες με οριζόντια χαμόγελα
Και με ιπτάμενες ασημένιες ομπρέλες
Μπροστά στην αίγλη του θερινού ορίζοντα
Στρατοκόπος ο θεός του φεγγαριού
Μάγευε τα δάκτυλα στην πλατεία
Με λησμοσύνη
Υγρές κολυμπήθρες έτεμναν την κόψη
Του σεληνόφωτος στα δύο
Βάπτισμα του έρωτα
Και της οδύνης κρυφό μνημείο
Πέτρωναν οι ίσκιοι
Πέτρωναν οι φόβοι
Πέτρωναν τα χρυσά δακτυλίδια του θανάτου
Μια ρήγισσα Θεά αναζητούσε
Το βαθυγάλαζο σάλι της
Άδειοι οι σταθμοί του απείρου
Εκτροχιασμένα τρένα
Ακρωτηριασμένα μέλη
Κι ένας επιστήθιος τρόμος
Περικύκλωνε το μουδιασμένο αδράχτι
Της μαρμαρυγής
Στις τσέπες της χοάνης τρεμούλιαζε
Η επερχόμενη νεροποντή
Μια λωρίδα ουρανού πυροδοτούσε
Σβηστά ηφαίστεια
Κόσμος φαιός νυχτερινός
Εσύ είσαι που αμάρτησες
Εσύ είσαι που πρόδωσες
Εσύ είσαι που δεν δικαιώθηκες

Ομόκεντροι κύκλοι εμπότιζαν με πύον
Την άλω της αρχαίας σκουριάς
Σκισμένο το φουστάνι
Λευκά τα όστρακα
Τα οστά μαραμένα και οι βλέννες νεκρές
Δεν ήξερες τι να περισώσεις
Χανόσουν άπελπις
Στο στρόβιλο της ανεμόεσσας Κυριακής
Το ξημέρωμα μου είπες θα ψαύσω
Τα νεκρά σου στήθη
Λακκάκια θα ανοίξω πάνω στα γόνατά σου
Χορός μεδουσών
Οριζόντια χαμόγελα θα ακουμπήσω
Στα φαύλα νύχια σου
Και στην αχλή των μαλλιών σου
Θα αποθέσω το ξεφλουδισμένο φεγγάρι
Να μην χαθείς
Να μην χαθώ
Μαζί να κωπηλατήσουμε τον αιώνα
Των χέρσων απαριθμήσεων

Σε νύχτες άκαρπες ναό θα σου στήσω
Από το περίσσιο αίμα μου
Στα χέρια μου θα σε κρατώ
Σαν τον πηλό του Πλάστη
Εμπεριέχω τις φλέβες σου
Καθρεφτίζω τα καλοκαίρια σου
Στα κρυφά ανάβω το τσιγάρο
Της δικής σου μνήμης
Αφοπλίζομαι στο φως
Κι ήρθαν οι νύχτες
Με την σκιασμένη μνημοσύνη
Των άνυδρων πηγαδιών
Να μην χαθείς
Να μην χαθώ
Μαζί να κωπηλατήσουμε τον αιώνα
Των χέρσων απαριθμήσεων