Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

αντιθέσεις και συνάφειες



Ι
Εμείς μαχαίρια δεν μεταχειριστήκαμε ποτέ
Έτσι που να μαζέψουμε χόρτα στους αγρούς το λιόγερμα
Ή να ανοίξουμε ένα καρύδι την ψίχα του να πάρουμε
Φοβηθήκαμε την γη
Κάποιοι μας είπαν πως ένα λίθινο μαχαίρι θα μας αντιτείνει
Της σάρκας μας να πάρει την τελευταία πνοή
Παρηγορηθήκαμε λιγάκι ή μήπως κιοτέψαμε
Δεν ξέραμε που γέρνει η αναπνοή της καρδιάς
Αυτά τα λίθινα μαχαίρια αναθήματα σεπτά τα προσφέραμε
Στους λαβωμένους νεκρούς των μαχών της ουτοπίας!

ΙΙ
Εμείς δεν αποκρούσαμε τους θρύλους των εραστών
Την πλεξούδα της Αρετούσας στο εικονοστάσι του σπιτιού μας
Δίπλα στα νυφικά στέφανα τοποθετήσαμε
Κι αυτός νομίζω είναι ο λόγος που οι ρώγες των δαχτύλων μας
Γίνονται χρυσές μόλις αγγίξουμε την πολλαπλότητα των ονείρων μας
Όταν κάθιδροι βουλιάζουμε ως το γόνατο στο χιόνι του ενύπνιου!

ΙΙΙ
Εμείς δεν πιστέψαμε στα χάλκινα δάκρυα των αγαλμάτων
Ούτε που μας συγκίνησαν ποτέ
Τα αγάλματα ποτέ δεν κλαίνε από λύπη
Παρά μονάχα από χαρά περισσή
Γι αυτό και τα παιδιά μας όταν τα οδηγούμε στα εκθέματα
Πολύχρωμες κορδέλες τους φορούμε στα μαλλιά
Κορδέλες της χαράς
Και τα πέλματά τους με αρώματα τα μυραίνουμε
Να έχει η ζωή κι η θλίψη κατάδικό της του παραδείσου ένα κομμάτι!

ΙV
Εμείς συνήθεια το έχουμε σε μεγάλα θησαυροφυλάκια
Να κλείνουμε τα διάφανα πουκάμισα των φιδιών
Κι όταν ο ξένος μας ρωτά τι κρύβουμε εκεί ερμητικά
Μία απάντηση του δίνουμε πάντοτε:
Το μικρό νυχάκι της Παναγίας που το έσπασε η πίκρα
Κι ένα βλεφάρισμα οργής σαν νόησε νεκρό τον μονογενή της!

V
Εμείς μονόπρακτα δεν παίξαμε σε σκηνές αρχαίων θεάτρων
Ή σε υπαίθρια επαρχιακά σινεμά με το δείλι
Υποκρινόμασταν πάντα στη ζωή τους τυφλούς και τους άλαλους
Γιατί βαθιά μέσα μας ξέραμε πως το κορμί ενηλικιώνεται και θάλλει
Μόνο με την ψευδαίσθηση και το ανέφικτο όραμα των θεατρίνων!

VI
Εμείς δεν εμπιστευτήκαμε τα σήμαντρα
Ακόμα κι αυτά που ανάσταση σήμαιναν
Ξεριζωμένοι ήμασταν γι αυτό το σήμαντρο της νοσταλγίας
Είχε πάντα έναν πικρό κι υπόκωφο ήχο
Έναν ήχο που επέτεινε διαρκώς την οργιώδη επέλαση της φωτιάς
Στους παιδικούς ελαιώνες της θύμησης!

VII
Εμείς δεν ξεκρίναμε ποτέ την γραμμή του έρωτα
Τσιγγάνες βιαστικές δεν είχαμε κοντά μας
Την παλάμη να διαβάσουν αμήχανα
Κι έτσι το μόνο που καταφέραμε ήταν να στήνουμε
Αντίσκηνα και λευκά εικονοστάσια στις άκρες των δρόμων
Εκεί ακριβώς που περνούσαν τέλη του θέρους
Οι ποθητοί νέοι με τις καλαθούνες ολόγεμες κεχριμπαρένια σταφύλια
Κι αυτούς μονάχα ερωτευτήκαμε απρόβλεπτα χωρίς όρια και χωρίς κατευθύνσεις!

VIII
Εμείς τα ποιήματά μας τα χαράξαμε
Σε σχιστόλιθους απ' τα υπώρεια του όρους Αραράτ
Ψεύτισαν οι παλίμψηστοι τα χαρτιά μας και οι πάπυροι
Ψεύτισαν και οι πένες μας
Και το μελάνι χαρίστηκε στο πληγωμένο ράμφος του πουλιού
Γι αυτό και τα τραγούδια μας μοιάζουν κάποτε εφήμερα σαν δροσοσταλίδες
Κι άλλοτε πάλι έχουν την χροιά και την λάμψη της συμπαντικής φύσης!

ΙΧ
Εμείς σε αρματοδρομίες δεν λάβαμε μέρος
Ούτε τα χάλκινα γκέμια κρατήσαμε του Ηνιόχου
Η βούληση μας προσεταιρίστηκε μόνο υγρά κελιά
Μονοπάτια πλούσια σε ακάνθους και ασφόδελους
Η φαντασία μας πρόθυμα στριφογύρισε το κέρμα
Πάνω στο πλακόστρωτο του νότου
Κι ενώπιον μας έφερε με το γράμμα και το χνάρι των φτερωτών Θεών!

Χ
Εμείς τους αρμούς και τους κύκλους της λίμνης
Δεν πετροβολήσαμε
Πως να ξοδέψεις τα βότσαλα που οι ποιητές
Ωραίους κούρους απεικόνισαν πάνω τους
Και τα παιδιά χαλικάκι σε σφεντόνα έκαναν στα παιχνίδια τους
Έτσι στην γαλήνη ταχθήκαμε ολοκληρωτικά
Και μπροστά σε αρυτίδωτα κάτοπτρα
Αδιαίρετο αντικρίσαμε το πρόσωπό μας
Και τη ψυχή μας προφυλάξαμε από ραγάδες και κύκλιες απεικονίσεις νεροσυρμών!

ΧΙ
Εμείς τα σπίτια μας δεν τα χτίσαμε στα οροπέδια
Παρά μονάχα δίπλα στις ακτογραμμές τα στεριώσαμε
Να έρχεται η αρμύρα να διαβρώνει το αίμα μας με το χνώτο της
Και του γρέγου το ξύλινο τόξο να σαρακοτρώει αργά
Τις ανοιχτές φτερούγες μας στο πρώτο μόλις ταξίδι
Εντούτοις δεν δειλιάσαμε κι ούτε μια στιγμή δεν υποκύψαμε
Μπροστά στην απέλπιδα πολιορκία των αμαζόνων
Ωραίοι και αρτιμελείς θητεύσαμε στο αέναο παρόν
Και μέσα από θαλασσινό κοχλία υπέρχειλο ήπιαμε
Το ελιξήριο νέκταρ της αναγέννησης και της αθανασίας!

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



        

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

στιγμιαία αποτύπωση (25η ώρα)



Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Ή έστω μια ανθισμένη σφηκοφωλιά υπόχρους
Σε πελιδνό και άκαρπο χώμα βαθιά ριζωμένο
Δεν ήταν μια πινελιά ερασιτέχνη ζωγράφου
Η έστω ένα ανώνυμο κι αδέσποτο στον άνεμο άνθος
Που το προσκλητήριο απαρνήθηκε του έρωτα και της πέτρας τη γητειά
Κι έμεινε να αιωρείται στο φως ανυπότακτο κι ωραίο
Ελεύθερο μες στην μοναξιά και παρήγορο μες τα χάη
Τίποτα απ' όλα αυτά
Παρά μονάχα  ο γλυκός κλαυσίγελος ενός μωρού
Όταν το αποκόπτουν βίαια την 25 ώρα απ' την θηλή της μάνας του!

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Ήταν το χέρι της γης που γενναία αμύνεται
Στην επέλαση των μικροσκοπικών εναεριτών του αιθέρα
Το φουστάνι της νύφης που η προγιαγιά τύλιξε
Σε σκούρο περιτύλιγμα μ' ένα κλωνάρι λεβάντας
Μ' αυτό η γυμνή αθανασία την φτερούγα της να στολίσει
Κι ακόμα το χρυσό κεντρί της μέλισσας
Που σε λουλούδι μαγιάτικο αφήνει το φίλημά της κι αυτό αθόρυβα καρπίζει!

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι
Αλλά η μπουτονιέρα που η Θεά Δήμητρα
Καρφίτσωσε στο πέτο μ΄ενα κομμάτι κρύσταλλο
Στην κόρη της την αγαπημένη τρυφερό να το παραδώσει
Σαν η ώρα πληρωθεί
Στην μικρή της διαιρεμένη Περσεφόνη
Κι ας μην αγαπά εκείνη τους χειμωνανθούς
Και τα βρύα του Φθινόπωρου
Φτάνει που μόνο αυτή γνωρίζει από ξόρκια  και μεταμορφώσεις
Φτάνει που μόνο αυτή ξέρει πως την ταπεινότητα
Μαγικά θα την προαγάγει σε αρχοντική του ρόδου ουσία!

Γιατί το έαρ σπλαχνικό είναι σκληρό και ριψοκίνδυνο
Και στην πλακέτα του σημειώνει με μελάνη σινική
Την μεγάλη γραφή των αφανών ποιητών
Γραφή τρεμάμενη και αναριγούσα
Που οι μυημένοι διαβάζουν και ακολουθούν πιστά
Ξέροντας σαν από όνειρο
Πως η ώρα έφτασε
Τα δεσμά πέσαν
Ο Άδης ενικήθη
Το χρέος εξετελέσθη
Η 25 ώρα παραδίδει τα κλειδιά της σε εσένα
Στρίβοντας καπνό από βότανα ιερά
Και σε τρίποδα χρυσό τον χρησμό κρυφά σου εξηγεί:
Το πως να περπατάς αγέρωχος στον κονιορτό και στα γκρέμια
Έχοντας στο μαντήλι σου σταμπωμένο το αέρινο αυτό άνθος
Στον κόσμο επίλεκτος και βροτός να είσαι εσύ και η γενιά σου όλη!

Με αφορμή μια πρωτοβουλία που ανέπτυξε
η παρακάτω σελίδα http://25thhourproject.tumblr.com/info

Δημοσιοποιήθηκε στις παρακάτω σελίδες:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/90879206699/25
https://www.facebook.com/updot.gr
https://twitter.com/iatridisg

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

κάποτε παιδιά



Κάποτε σαν ήμασταν παιδιά
Βγαίναμε κρυψώνα να βρούμε
Στις γέφυρες των γιασεμιών
Τώρα τις γέφυρες
Τις κατοικούν αθίγγανοι άστεγοι και ξωμάχοι
Που έχουν τα μάτια πράσινα
Και η μόνη ελπίδα
Που φορούν κατάσαρκα είναι
Τα κουρέλια τους και τα ψάθινα καπέλα των γυναικών
Που αγαπήσανε
Μ' αυτά ζητούν να ανυψώσουν
Την μοναδικότητα των ωρών
Που αρνούνται να σχηματιστούν σε αψίδες πέτρινες
Κουρέλια και ψάθινα γυναικεία καπέλα
Ένδοξα να διαγράψουν με παλάμη τρέμουσα
Του χειμώνα το κρύο χνώτο απ τα είδωλα τους
Και το καλοκαίρι να ανταμώσουν ξανά
Στις κοίτες εκείνες που τα ζεστά βότσαλα των ποιητών κονιορτοποιούν!

Κάποτε σαν ήμασταν υπασπιστές της χαράς
Μοιράζαμε στα πλήθη
Ξύλινα βέλη διχάλες και πέτρινα τριβεία
Ο πόνος των μανάδων μας να μαλακώσει
Και κρυφός να γίνει του πόθου στεναγμός
Τώρα μας απόμειναν μόνο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Τυλιγμένα σε σκούρα υγρά προσόψια
Πρασίνισαν απ' την επαφή με τα παρελθόντα δάκρυα
Κάνουμε να τα τρίψουμε λίγο μήπως και γυαλιστούν
Μα δεν βρίσκουμε εκείνο το μετάξι το απαλό
Που δεν χαράσσει της ψυχής τους το στόμιο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Μελωδίες και θούριους να συνθέσουν
Να τραβηχτεί η σκιά απ' το πηγούνι του ακροβάτη
Και το χρυσό δίχτυ του φωτός
Να καλύψει τα αποσταμένα όνειρα στον κόσμο των γυρολόγων!

Κάποτε σαν ήμασταν χαρούμενοι ταξιδευτές
Τρέχαμε ξυπόλυτοι στις χώρες της γιορτής
Με κλαδιά χαρουπιάς στα χέρια και ανέμελες ανεμώνες
Απ' τα πλάγια στενά της πατρίδας μαζεμένες
Τώρα ακούμε στο δόκανο να πιάνεται σφαδάζοντας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Και αμέτοχοι μένουμε
Θυσίες δεν κάνουμε
Τραγούδια δεν λέμε
Έρωτες δεν ξεκρίνουμε
Οι πολιορκίες των πόλεων σφόδρα συνεχίζονται
Κι εμείς τις κλαγγές αποκρούουμε
Με σπασμένους τους κοχλίες των βυθών μας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Μας το απέκρυψαν σε σπήλιο απρόσιτο
Κάποιοι που το αίμα σε ξύδι μετάλλαξαν
Σκοτεινοί μάγοι πανούργοι οπλαρχηγοί
Άτμητους να μας σύρουν σε φρούρια υγρά
Της λύπης να ετοιμάσουμε τα πένθιμα σπάργανα
Που τα παιδιά μας με βάσανο θα φορέσουν στο λίκνο τους!

Κάποτε σαν ήμασταν οξυδερκείς κι ωραίοι
Το πηδάλιο παίρναμε του ανέμου
Και ίσα ξανοιγόμαστε στα παραδείσια νησιά
Εμείς το φτερό του Ίκαρου
Εμείς ο κρουστός λαιμός της Ελένης
Εμείς τα θεόρατα ύψη κι δρύινες κλίμακες της φαντασίας
Και τώρα πως ξεπέσαμε να ζούμε
Μέτοικοι στις ίδιες μας τις πόλεις κι αφανείς
Πως θολώσανε τριγύρω τα νερά στης Στυγός τα μέρη
Και απομείναμε φτωχοί  να παζαρεύουμε
Σεντέφια και κοράλλια κι αμέθυστους
Με αχρείους δικολάβους και άξεστους εμπόρους
Δεν λογιζόμαστε το χτες το αποποιούμε
Μελλούμενα όλα και παρόντα χωρίς τροχούς
Το βιβλίο που στις σελίδες του είχε γραφτεί
Το υψηλό μας κατόρθωμα πάει να σβηστεί απ' την πατίνα της λήθης
Άδικα ψάχνουμε τους πρωτινούς φίλους
Κι αν αναλογιζόμαστε κάπου κάπου τις παλιές θυσίες μας
Είναι για να πεζεύουμε άκαπνοι το άρμα της πιο κολασμένης μοναξιάς
Εμείς οι ηττημένοι εξωραϊστές των καιρών τούτων!



Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

αποσκευές



Εμείς δεν δρέψαμε δάφνες
Μονάχα κάποια κρινάκια της αρμύρας
Μας αντιστοιχούσαν πάντα
Ταπεινά κρινάκια βυθισμένων ακτών
Ανάξια να φέρουν το μήνυμα της ευγονίας
Στον σκελετό των λίθων
Χιλιετίες θα έλεγες πως καρτερούσαν
Τον ερχομό μας
Εφήμερα να ζήσουν λίγο στην εσοχή μας
Στα χέρια μας να καταμετρήσουν
Τα αρχεία της καυτής άμμου
Κρινάκια ταπεινά βυθισμένων ακτών
Η απολαβή μας πάνω στην γη!

Εμείς δεν περπατήσαμε στους οπωρώνες
Τα χρυσά να πάρουμε μήλα των εσπερίδων
Οι κήποι μας είχαν σταυρούς
Δέντρα ξερά βουτηγμένα στους κισσούς
Και στην σκληρή αγράμπελη
Στους κήπους μας στοιβάχτηκε
Μια πανσπερμία μύθων
Με προεξέχοντα τον μύθο του Μινώταυρου
Που τα καλύτερα μας στέρησε νεανικά όνειρα!

Εμείς δεν ταξιδέψαμε με ποντοπόρα πλοία
Παρά μονάχα με τσακισμένα μονόξυλα
Χωρίς ξάρτια κι άρμενα περιπλανηθήκαμε
Πανιά που φυλακίζουν ούριους ανέμους
Δεν γνωρίσαμε
Μονόξυλα μας αντιστοιχούσαν πάντα
Και σπασμένοι εξάντες
Να πάει το ταξίδι μας
Μόνο ως το πιο κοντινό αγκυροβόλιο!

Εμείς δεν κρυφτήκαμε στους φοίνικες
Της ιστορίας ζητώντας αμοιβή μισθοφόρου
Μονάχα μέσα σε σκαλιστά μπαούλα
Καταχωνιάσαμε τα ποιήματά μας
Διπλοκλειδώσαμε την σκέψη μας
Σε κορνίζες προγονικές
Εμφορούμενοι απ' την καθημερινή
Πρωινή στιχομυθία των ιδανικών
Κι αν κάποτε φωνάξαμε συνθήματα
Στα μονόστηλα κλειστήκαμε
Των βραδινών εφημερίδων!

Εμείς δεν γοητεύσαμε τα πλήθη
Με λόγους σαγηνευτικούς
Παρά μονάχα κάποια μικρά ταχταρίσματα
Συνθέσαμε πάνω απ' τον λίκνο της Άνοιξης
Τον στόμφο και τη υπερβολή στηλιτεύσαμε
Των πλάνων διδαχών
Και σε σκοτεινές εσοχές
Με βουλιμία προφητική συγγράψαμε
Της ζωής το πρωτινό ανάγνωσμα!

Εμείς δεν ερωτευτήκαμε
Ρομαντικούς ιππότες
Μονάχα πάνω από βουβά πηγάδια
Της μνήμης ανεβάσαμε το Αθάνατο Νερό
Με αυτό να δροσίσουμε
Του αίματος μας το ενεργό ηφαίστειο
Αγκαθωτούς πυράκανθους δεν φοβηθήκαμε
Τις φεγγαροαχτίδες κρυφά αγαπήσαμε σαν αδερφές
Κι εκεί αποθέσαμε μυστικά τα εφηβικά βέλη
Των ανεκπλήρωτων πόθων μας!

Εμείς ύμνους δεν φτιάξαμε καθηλωτικούς
Παρά μονάχα μικρά τροπάρια
Μπροστά σε αναλόγια εξωκλησιών
Ψάλλαμε ευλαβικά
Τους εωθινούς κελαηδισμούς των κορυδαλλών
Στα ερμάρια της ψυχής τοποθετήσαμε θριαμβικά
Ασπασμούς αγγέλων δεν δεχτήκαμε
Παρά της ελεήμονης ελιάς τον τραγουδιστή τζίτζικα
Με πάθος συνοδεύσαμε!

Γιατί οι φτέρνες μας πάτησαν μόνο στο χώμα
Και σκληρές έγιναν
Γιατί τα μάτια μας αντίκρισαν μόνο βασίλεια ξένα
Και πιστά έμειναν
Γιατί οι μετάνοιες μας στον ήλιο ήταν αφιερωμένες
Και οι καρδιές μας διάφανες συντονίζονταν
Κάθε που φέγγιζε στο σώμα μας το ανυπόφορο
Με τους αλαλαγμούς των τραγωδών
Γιατί αν και τούτος ο ανήφορος κατήφορο θα φέρει
Στις αποσκευές μας εμείς πάντα θα έχουμε
Του Σίσυφου τα αιμάτινα σαντάλια
Να μας οδηγήσουν αψεγάδιαστους κι ωραίους
Στης ζωής το απόλυτο θαύμα το αληθές!

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα αποσπώντας τη διάκριση
και την αποδοχή πολλών αναγνωστών!