Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Αντιθέσεις και συνάφειες



Ι
Εμείς μαχαίρια δεν μεταχειριστήκαμε
Έτσι που να μαζέψουμε χόρτα στους αγρούς τ΄απογεύματα
Ή να ανοίξουμε ένα καρύδι την ψίχα του να φάμε
Φοβηθήκαμε τη γη και τους καρπούς της
Κάποιοι μας είπαν πως ένα λίθινο μαχαίρι κρατάει
Το απόσταγμα να πάρει της ψυχής μας αν τη φλέβα της πλησιάσουμε
Περιοριστήκαμε στα εντελώς απαραίτητα
Δεν ξέραμε κατά που γέρνει η αναπνοή της καρδιάς
Μπήξαμε τα μαχαίρια στο φρέσκο ψωμί και περιμέναμε την τιμωρία

ΙΙ
Εμείς μνημονεύαμε τα πάθη των εραστών καθημερινά
Την πλεξούδα της αγαπημένης στο εικονοστάσι του σπιτιού μας
Δίπλα στα νυφικά στέφανα τοποθετήσαμε
Κι αυτός νομίζω είναι ο λόγος
Που οι ρώγες των δαχτύλων μας γίνονταν χρυσές τα καλοκαίρια
Μόλις αγγίζαμε τις καρίνες απ' τις βάρκες στα κοντινά ακρογιάλια
Με τις επιγραφές:  "Ιουλία" "Αστάρτη" "Μάγια" και "Αλεξάνδρα"

ΙΙΙ
Εμείς δεν πιστέψαμε στα χάλκινα δάκρυα των αγαλμάτων
Ούτε που μας συγκίνησαν ποτέ
Τα αγάλματα ποτέ δεν κλαίνε από λύπη
Παρά μονάχα από χαρά περισσή
Γι αυτό και τα παιδιά μας όταν τα πηγαίνουμε στα πάρκα
Πολύχρωμες κορδέλες τους φορούμε στα μαλλιά
Κορδέλες της χαράς
Και τα πέλματά τους με αρώματα τα αλείφουμε
Να έχει η ζωή ένα κατά δικό της κομμάτι ευτυχίας

ΙV
Εμείς συνήθεια το έχουμε στα μεγάλα θησαυροφυλάκια
Να κλείνουμε τα διάφανα πουκάμισα των φιδιών
Κι όταν ο ξένος μας ρωτά τι κρύβουμε εκεί ερμητικά
Μία απάντηση του δίνουμε πάντοτε:
Το μικρό νυχάκι της Παναγίας που το έσπασε η πίκρα
Σαν ατένισε του κάλφα τα καρφιά

V
Εμείς μονόπρακτα δεν παίξαμε σε σκηνές αρχαίων θεάτρων
Ή σε υπαίθρια σινεμά μαζί με τα περιπλανώμενα μπουλούκια
Υποκρινόμασταν πάντα στη ζωή τους τυφλούς
Γιατί βαθιά μέσα μας ξέραμε πως το κορμί σπιθίζει φως
Μόνο μέσα απ' των τραγωδών το χρυσό στέφανο


VI
Εμείς δεν εμπιστευτήκαμε τα σήμαντρα
Ακόμα κι αυτά που ανάσταση σήμαιναν
Ξεριζωμένοι ήμασταν γι αυτό και το σήμαντρο της νοσταλγίας
Είχε πάντα έναν πικρό κι υπόκωφο ήχο
Έναν ήχο που μαρτυρούσε την επέλαση της φωτιάς
Στους παιδικούς ελαιώνες της θύμησης

VII
Εμείς δεν ξεκρίναμε ποτέ την γραμμή της ζωής
Τσιγγάνες δεν είχαμε κοντά μας
Την παλάμη μας να διαβάσουν
Μοίρα μας οι νεκροί μας
Κι έτσι το μόνο που καταφέρναμε ήταν να στήνουμε
Λευκά εικονοστάσια στις άκρες των δρόμων
Εκεί ακριβώς που περνούσαν τέλη του θέρους
Οι νέοι με τις καλαθούνες γεμάτες κεχριμπαρένια σταφύλια
Κι αυτούς μονάχα ονειρευόμασταν
Γελούσαν μαζί μας κρυφά τα παιδιά με τ' ασχημάτιστα χείλη

VIII
Εμείς τα ποιήματά μας τα χαράξαμε
Σε σχιστόλιθους φερμένους απ' τα κοντινά βουνά
Ψεύτισαν τα χαρτιά και οι πάπυροι
Ψεύτισαν και οι πένες μας
Και το μελάνι στις πέτρινες κρήνες χρονολογίες τυπώνει
Γι αυτό και τα τραγούδια μας μοιάζουν με δροσοσταλίδες
Κι άλλοτε πάλι έχουν την χροιά της σγουρής φτέρης

ΙΧ
Εμείς σε αρματοδρομίες δεν λάβαμε μέρος
Ούτε τα χάλκινα γκέμια κρατήσαμε του Ηνιόχου
Οι επιλογές μας κάποια ασταθή βήματα
Σε μονοπάτια πλούσια σε ακάνθους και ασφόδελους
Πρόθυμα στριφογύριζαμε το κέρμα τις Κυριακές
Πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας
Και μας αποκάλυπτε σχεδόν πάντα την κεφαλή των φτερωτών Θεών

Χ
Εμείς την επιφάνεια της λίμνης
Δεν πετροβολήσαμε ατάραχο αφήσαμε το νερό
Πως να ξοδέψεις τα βότσαλα που οι ποιητές
Ωραίους κούρους απεικονίζουν πάνω τους
Και τα παιδιά σε σφεντόνα τα βάζουν σημάδι να μάθουν
Έτσι στη γαλήνη ταχθήκαμε και μπροστά σε κοίλα κάτοπτρα
Αδιαίρετο αντικρίσαμε το πέτρινο πρόσωπό μας

ΧΙ
Εμείς τα σπίτια μας δεν τα χτίσαμε στα οροπέδια
Παρά μονάχα δίπλα στις ακτογραμμές τα στεριώσαμε
Να έρχεται η αρμύρα να διαβρώνει το αίμα μας με το χνώτο της
Και του γρέγου το ξύλινο τόξο να σιγοτρώει συστηματικά
Εντούτοις δεν δειλιάσαμε ούτε μια στιγμή
Παρά την στενή πολιορκία των Νηρηίδων
Ωραίοι και αρτιμελείς θητεύσαμε στο παρόν
Και μέσα από θαλασσινό κοχλία ήπιαμε
Το νέκταρ που ξεδιπλώνει τα πανιά των ενατενίσεων

Συμμετέχει στο δρώμενο " Η στιγμή σου σ' ένα ποίημα" της Μαρίας Νι
όπου θα απολαύσουμε πολλές και σημαντικές φωνές



      

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Στιγμιαία αποτύπωση



Δεν ήταν απλά και μόνο ένα παράξενο λουλούδι
Ριζωμένο στα θαλασσινά βράχια κόντρα στο φως
Ψυχωμένα να τρυπάει το βασίλειο της πέτρας
Δεν ήταν μια πινελιά ερασιτέχνη ζωγράφου
Πάνω στον καμβά του νυχτερινού ορίζοντα
Της αγάπης το μυστήριο να απεικονίσει αδρά
Η έστω ένα ανώνυμο στον άνεμο σκαθάρι
Που απαρνήθηκε την χοϊκή φωλιά του
Κι έμεινε να αιωρείται στον αέρα ανυπότακτο
Ήταν όλα τα παραπάνω μαζί
Αντάμα με το κλάμα ενός μωρού
Όταν το αποκόπτουν βίαια την 25 ώρα απ' την θηλή της μάνας του

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα αγριολούλουδο
Ήταν το χέρι της γης που γενναία αμύνεται
Στην επέλαση των μικροσκοπικών εντόμων
Ήταν το φουστάνι της νύφης που η προγιαγιά τύλιξε
Σε σκούρο περιτύλιγμα μ' ένα κλωνάρι λεβάντας μαζί
Να το βρει η αθανασία την φτερούγα της να στολίσει
Κι ούτε το χρυσό φτερό της μέλισσας ήταν
Που σε λουλούδι μαγιάτικο αφήνει τα φιλήματα
Καρπερός να γίνει ο κόσμος και το φιλί της νύχτας να ζωντανέψει

Δεν ήταν απλά και μόνο ένα λουλούδι σφηκοφωλιά
Αλλά η μπουτονιέρα που η θεά Δήμητρα
Καρφίτσωσε στο πέτο της κόρης της σαν αντάμωσαν
Το έαρ σπλαχνικό είναι μα και σκληρό πολύ
Στην παλάμη του σημειώνει αχνά με πενάκι
Τις ρήσεις των μοιραίων ποιητών
Γραφή τρεμάμενη σαν την φλόγα στο πένθιμο καντήλι
Που μόνο οι μυημένοι μπορούν να διαβάσουν
Ξέροντας πως η μεγάλη ώρα έφτασε
Η 25 ώρα τους παραδίδει εμπιστευτικά τα κλειδιά της
Στρίβοντας καπνό από βοτάνια και ρίζες αφροξυλιάς
Σε τρίποδα χρυσό καθισμένη κρυφά τους προτρέπει
Να περπατάνε αγέρωχα στου γκρεμού το φρύδι
Έχοντας στο μαντήλι τους κλεισμένο το αέρινο άνθος
Αυτό που θα τους φέρει  μπροστά στο θαύμα
Κοντά στην αδερφή που δεν ατιμάστηκε την 25η ώρα
Τότε που ο ήλιος πήρε παράταση στην περαταριά τ' ουρανού

Με αφορμή μια πρωτοβουλία που ανέπτυξε
η παρακάτω σελ http://25thhourproject.tumblr.com/info
Δημοσιοποιήθηκε στις παρακάτω σελίδες:
http://25thhourproject.tumblr.com/post/90879206699/25
https://www.facebook.com/updot.gr
https://twitter.com/iatridisg

Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

Κάποτε παιδιά



Κάποτε σαν ήμασταν παιδιά
Βγαίναμε κρυψώνα να βρούμε
Στις γέφυρες των γιασεμιών
Τώρα τις γέφυρες
Τις κατοικούν αθίγγανοι άστεγοι και ξωμάχοι
Αδιάφορα μας θωρούν με τα κρασάτα τους μάτια
Κι η μόνη έγνοια που έχουν είναι:
Οι κορδέλες και τα ψάθινα καπέλα των γυναικών
Που αγάπησαν παράφορα χρόνια πριν
Με τα ενθύμια αυτά ζητούν να ανυψώσουν
Τη ματαιότητα των στιγμών τους
Σε πέτρινες αψίδες τοξωτές
Κορδέλες και ψάθινα γυναικεία καπέλα
Βιαστικά να αφαιρέσουν με χέρια τρεμάμενα
Του χειμώνα το κρύο χνώτο απ' τη σάρκα τους
Το καλοκαίρι να ανταμώσουν ξανά στις νεροσυρμές
Εκεί που μόνο τα κυανά βότσαλα
Των ποιητών μαθαίνουν να επιπλέουν!

Κάποτε σαν ήμασταν υπερασπιστές της χαράς
Μοιράζαμε στα πλήθη
Ξύλινα βέλη διχάλες και πέτρινα είδωλα
Ο πόνος των μανάδων μας να μαλακώσει
Και κρυφός να γίνει του δάσους κελαηδισμός
Τώρα μας απόμειναν μόνο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Τυλιγμένα σε υγρά προσόψια
Πρασίνισαν απ' την επαφή με τα καυτά δάκρυα
Κάνουμε να τα τρίψουμε λίγο μήπως και γυαλίσουν
Μα δεν βρίσκουμε εκείνο το μετάξι το απαλό
Που δεν χαράζει της πνοής τους το στόμιο
Δυο τρία χάλκινα τρομπόνια
Μελωδίες και ύμνους να παίξουν στη γιορτή
Να τραβηχτεί η σκιά  απ' το πηγούνι του κόσμου
Και το χρυσό δίχτυ του φωτός
Να καλύψει τα βότσαλα στις χαρωπές αμάδες

Κάποτε σαν ήμασταν χαρούμενοι ταξιδευτές
Τρέχαμε ξυπόλυτοι στις εξέδρες της γιορτής
Με κλαδιά χαρουπιάς στα χέρια και ανέμελες ανεμώνες
Απ' τα φτενά χώματα της πατρίδας μαζεμένες
Τώρα ακούμε στο δόκανο να πιάνεται σφαδάζοντας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Και αμέτοχοι μένουμε
Θυσίες δεν κάνουμε
Τραγούδια δεν λέμε
Πολιορκητές χτυπούν τη θύρα μας
Το ιερό ελάφι της Θεάς
Μας το απέκρυψαν σε σπήλιο απρόσιτο
Κάποιοι που το αίμα σε ξύδι το μετέτρεψαν
Σκοτεινοί μάγοι μοχθηροί λήσταρχοι
Αιχμάλωτους να μας σύρουν σε κελιά υγρά
Τα χασεδένια να ετοιμάσουμε σπάργανα
Που τα παιδιά τους θα φορέσουν στο ξύλινο λίκνο τους!

Κάποτε σαν ήμασταν ποθητοί κι ωραίοι
Το πηδάλιο παίρναμε του ανέμου
Και ίσα ξανοιγόμαστε στα λευκά βουνά
Εμείς το φτερό του Ικάρου
Εμείς ο κρουστός λαιμός της Ελένης
Εμείς τα θεόρατα ύψη κι οι σκάλες της φαντασίας
Και τώρα πως ξεπέσαμε να ζούμε
Μέτοικοι στις ίδιες μας τις πόλεις
Πως θόλωσαν ξάφνου τα νερά στις πηγές μας
Και απομείναμε ρακένδυτοι
Προγονικά κειμήλια να παζαρεύουμε
Σεντέφια κοράλλια κι αμέθυστους
Με δόλιους εμπόρους
Το βιβλίο που στις σελίδες του είχε γραφτεί
Της ζωής μας το λυκαυγές
Πάει να σβηστεί απ' την αγκίδα της λήθης
Άδικα ψάχνουμε να βρούμε τα περάσματα
Στα παλιά χαλάσματα η φωνή της κουκουβάγιας
Προδίδει τα μυστικά μας στους καταπατητές
Κι εμείς πετάμε με βρόντο τις πανοπλίες μας ηττημένοι!





Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Τα σαντάλια του Σίσυφου



Εμείς δεν δρέψαμε δάφνες δοξαστικές
Μονάχα κάποια κρινάκια της αρμύρας
Μας αντιστοιχούσαν πάντα
Εφήμερα να ζήσουν στους ίσκιους μας
Στα χέρια μας να καταμετρήσουν
Τα κρίματα της καυτής άμμου
Κρινάκια ταπεινά βυθισμένων ακτών
Η απολαβή μας πάνω στην γη

Εμείς δεν περπατήσαμε στους οπωρώνες
Τα χρυσά να πάρουμε μήλα των εσπερίδων
Οι κήποι μας είχαν σταυρούς
Δέντρα ξερά βουτηγμένα στους κισσούς
Και στη σκληρή αγράμπελη
Στους κήπους μας στοιβάχτηκε
Μια πανσπερμία μύθων
Με προεξέχοντα τον μύθο του Σίσυφου
Που τα καλύτερα μας έθρεψε όνειρα

Εμείς δεν ταξιδέψαμε με ποντοπόρα πλοία
Παρά μονάχα με τσακισμένα μονόξυλα
Χωρίς κουπιά κι άρμενα ξανοιχτήκαμε
Πανιά που φυλακίζουν ούριους ανέμους
Δεν γνωρίσαμε
Μονόξυλα μας αντιστοιχούσαν πάντα
Και σπασμένοι εξάντες
Να πάει το σκαρί μας
Μόνο ως το πιο κοντινό καρνάγιο

Εμείς δεν σκύψαμε στις φοινικιές
Απ' την στορία να ζητήσουμε ανταμοιβή
Μονάχα μέσα σε σκαλιστά μπαούλα
Κρύψαμε τα ποιήματά μας
Διπλοκλειδώσαμε την σκέψη μας
Σε κορνίζες προγονικές
Κι αν κάποτε φωνάξαμε συνθήματα
Στα μονόστηλα κλειστήκαμε
Των βραδινών εφημερίδων

Εμείς δεν γοητεύσαμε τα πλήθη
Με λόγους σαγηνευτικούς
Παρά μονάχα κάποια ταχταρίσματα
Πάνω απ' τον λίκνο της Άνοιξης τραγουδήσαμε
Τον στόμφο στηλιτεύσαμε
Και σε λευκές σελίδες
Εγγράψαμε με δάκρυ
Της ζωής τις μαρτυρίες

Εμείς δεν ερωτευτήκαμε
Κρινοδάκτυλους εραστές
Μονάχα πάνω από βουβά πηγάδια
Της μνήμης ανεβάσαμε το αθάνατο νερό
Με αυτό να δροσίσουμε
Του αίματος μας το ενεργό ηφαίστειο
Τις φεγγαροαχτίδες αγαπήσαμε σαν αδερφές
Κι εκεί αποθέσαμε τα εφηβικά μας βέλη

Εμείς στίχους δεν γράψαμε εμβληματικούς
Παρά μονάχα μικρά τροπάρια
Μπροστά σε αναλόγια εξωκλησιών
Ψάλλαμε ευλαβικά
Τους κελαηδισμούς των κορυδαλλών
Στα ενδότερα της ψυχής τοποθετήσαμε
Ύμνους αγγέλων δεν δεχτήκαμε
Παρά της ελιάς τον τραγουδιστή τζίτζικα
Με πάθος συνοδεύσαμε

Γιατί οι φτέρνες μας γυμνές πάτησαν πάνω στο χώμα
Και σκληρές έγιναν σαν πέτρα
Γιατί τα μάτια μας αντίκρισαν μόνο βασίλεια ξένα
Και πιστά έμειναν σαν βράχοι
Οι καρδιές μας συντονίζονταν ρυθμικά
Με τις ανάσες της κίτρινης πεταλούδας
Στις αποσκευές μας εμείς πάντα θα έχουμε
Του Σίσυφου τα αιμάτινα σαντάλια
Να μας οδηγήσουν αψεγάδιαστους κι ωραίους
Στης ζωής το απόλυτο θαύμα το καθημερινό

Έλαβε μέρος στο δρώμενο της Φλώρας "Παίζοντας με τις λέξεις"
όπου συγκεντρώθηκαν υπέροχα κείμενα αποσπώντας τη διάκριση
και την αποδοχή πολλών αναγνωστών!