Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' τη θάλασσα



Ανασκιρτώ στα θαλάσσια μήκη των μαλλιών σου
Στις διακλαδώσεις των οστών σου χάνομαι
Ξαφνικός ανεμοστρόβιλος κι άγγιγμα τρυφερό κανένα
Βρήκα σπηλιά με κιλίμια πολλά να θωρώ του ορίζοντα
το τελευταίο πλοίο!

Αγαλματίδια πλάθω με νοτερό πηλό μηρούς από βότσαλα
Εμφυσώ του ονείρου την πρωινή νεροσταγόνα στον βράχο
Πνοή να δώσω στα παιδιά που ναυάγησαν ανοιχτά της ζωής
Κι έμειναν οι γονείς να θρηνούν παρέα με τις σκονισμένες
από τη γύρη παπαρούνες!

Αναδύεται ο έρωτας ποθητός μέσα απ' τη θάλασσα
Κραδαίνεις χέρι μαρμάρινο και φλόγες αναπηδούν στον αέρα
Λυγά και πέφτει η καγκελόπορτα το σύνθημα το αντιγράφουν
Ποιητές πίσω σε κρατικά έγγραφα κιτρινισμένα και αετόχαρτο
το αμολούν στους ουρανούς!

Σε σταυροδρόμια σκοτεινά η ιστορία σταυρωτά αρμαθιάζει τις μνήμες
Μνήμες τρανές σαν το μπόι τ' αψηλό του Μακρυγιάννη
Ακροβολίζομαι στον μαρμάρινο κίονα να δω να περνούν
Οι διαδηλωτές με τα πρησμένα πόδια και την κόκκινη πένα στα καρδιόφυλλα
για τη μυστική υπογραφή!

Φυλάω στη φούχτα πεισματικά λίγη καρβουνόσκονη θύμησης
Και με αποσιωπητικά αναπλάθω την ξεθωριασμένη σου προσωπογραφία
Καρδιόσχημη να την ανεβάσω στον πιο ψηλό ιστό των λευκών βουνών
Να την ποτίσουν δάκρυ τα πουλιά που αρνήθηκαν να μεταναστεύσουν
στις θερμές χώρες του νότου!

Μελάνι παίρνω να ξαναγράψω τους στίχους που λησμονήθηκαν
Τα ομήρεια πάθη αναπαριστώ ξανά σε αρχαϊκή θεάτρου σκηνή
Το πλήθος εξυμνεί χειροκροτώντας τους φαύλους και τους προδότες
Αποχωρώ και φιλία συνάπτω μπιστική με τα τελευταία που δεν μαράθηκαν
γαρίφαλα!

Αγρυπνώ κάθε νύχτα να μην περάσω του ονείρου την πύλη και αστοχήσω
Παίρνω στάση εμβρυακή και τον καμένο κορμό του φοίνικα στηρίζω
Ξαναγεννιέμαι από μήτρα χοϊκή και πίθους με τάξη συναρμολογώ
Να κλείσω εντός τους τα μύρα από το κορμί των ηρώων που πενθούν
στη ράχη αδικαίωτοι!