Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

ξένιος αναχωρητής


Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας
Αναχωρητής ταγός των μετέωρων υδάτων
Οι συστάσεις της αυγής αποσιωπημένες στο χθες
Παρακρατούσαν τα στοιχεία της ενοχικής Ίρμας
Στο ηλιοδρόμιο του φλεγόμενου πόθου
Συναντούσες τους παρελθόντες έρωτες των βυθών  
Οι ακριβείς ημερομηνίες πόντισης είχαν χαθεί
Απάντηση δεν πήραμε στο άλγος του πένθους
Κυνηγοί αφουγκράζονταν απαλά τη φλέβα της γης
Οι βάγιες κομμένες στο αριστερό γόνατο
Εκεί στο πλάι που η Πυθία προμήνυε
Την μυθική αρπαγή του μικρού Ναυτίλου
Αποξεχαστήκαμε στα όνειρα σαν ανάεροι αετοί
Στην χοάνη του πευκώνα κρύψαμε τα αντικλείδια
Του ανακλώμενου σεληνόφωτος
Κανείς δεν φρουρούσε πλέον το Επταπύργιο
Με τις ανυποψίαστες αγράμπελες
Στα δύο αγάλματα αναθέσαμε
Τις διχαλωτές ακμές των Άνδεων
Το αρχιπέλαγος δοσμένο πιστά στα χέρια μας
Από καταβολής του ένθεου πανικού
Περιφερόσουν εύανθος σε στάδια και σε αρένες
Με διχασμένες τις εμπρήστριες των αναμνήσεων
Έμοιαζες με πέπλο της  Άνοιξης σκεπασμένο
Με τις σκιώδεις φυλλωσιές των σκίνων
Ανάσαιναν τα βότσαλα πολύτιμα μέταλλα
Ο ταυρομάχος φορούσε
Ένα κόκκινο περιβραχιόνιο
Στέκονταν απέναντι στα πλήθη γυμνός
Με μόνο το δέος της επερχόμενης μάχης
Στα υγρά του μάτια
Στεφανωμένοι Μινωίτες
Υμνούσαν τις ρωμαλέες διαθλάσεις
Των υπερκόσμιων ηλιαχτίδων    
Στα ανάκτορα δεν είχε απομείνει κανείς
Κορίτσια με έγχρωμους ώμους
Δρασκελούσαν τις σπηλαιώδεις τοιχογραφίες
Το δακτυλίδι με την αχνή σφραγίδα
Ξέπεσε στο πανάρχαιο πηγάδι της σελήνης
Αποξεχνιόσουν στους μηρούς των βιβλικών νεκρών
Θρηνούσε το μπονζάι της γέρικης αγριελιάς
Συστρεφόμενο στις πενιχρές του ρίζες
Οι κόκκινες αμαρυλλίδες φέγγιζαν
Στα δώματα με τους αμαρτωλούς δανδήδες
Έστρεφες το πρόσωπο σου στο ακραιφνές κενό
Να απαγκιστρώσεις το μέγα μυστήριο της διττής λέξης
Ξένιος πολιορκητής εσύ που μαρτυράς στην οργή
Απόξενος τρυγητής εσύ που αναρριγάς στη μέθη
Ονειροτόκος ταξιδευτής εσύ που εφορμάς στα νέφη
Ξενίστηκα νωρίς την ώρα εκείνη που ήμουν
Το τιμώμενο πρόσωπο της ένδοξης ρίμας