Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

η αδήριτη πέτρα




Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Σε είδα να κλαις με το δάκρυ του Ιησού
Ήταν τότε που έφευγαν οι πελαργοί
Για τις χώρες με τα καλά μαντάτα στην αυλή
Χτυπούσες δυο φορές το χέρι πάνω
Στο πτερύγιο της αυξανόμενης παρηγοριάς
Περίμενες να εμποτίσεις το νου σου
Με τα λόγια από τα άτακτα στρατεύματα
Στο κράτος εκείνο της σκόνης που ζούσες
Κράνη παλάσκες κάλυκες κι οβίδες
Στο χέρσο πεδίο του θεληματικού σου βλέμματος
Έσπερναν με μελένιες ανακωχές
Το τρίχρωμο ανεμοστάσιο της οργής σου
Χρώματα ιριδισμοί και γήινοι φανοστάτες
Τραυμάτιζαν την ξιφολόγχη της καρτερίας
Ανοιχτές πληγές κρατήρες αιμορραγούντες
Δάκρυζαν στις απελπισμένες ιαχές του έρωτα
Γυμνά τα πέλματα κι ο γύψος της λήθης
Καραδοκούσε δίπλα στο φωσφορίζον φως
Λάμψη δική σου που με λαγνεία σε παρέσερνε
Σε σεληνιακά τοπία που οριστικοποιούσαν
Την ενοχή της μαύρης τηβέννου
Άνοιγες τα τρίτομα λεξικά της μαγείας
Αδιόρθωτα τα εδάφια εκλιπαρούσαν τη σοφία
Της αδήριτης πέτρας στο αλωνάκι με τους γύπες
Κατακρατούσες λίγο χώμα στο μεσιανό σου δάκτυλο
Εκεί που χτυπούσε ο παλμός του σπασμένου καθρέφτη
Ιστοί αράχνης περιέλουζαν την κρύα κόμη του φεγγίτη
Βουβές οι ώρες πικραμένες φυλλομετρούσαν τις εποχές
Δάκρυα και γόες φιδιών καταλάμβαναν τους ουρανούς
Απόγευμα θανάτου κι εσύ διάβαινες γυμνός στις ράγες
Της αποπνικτικής ομίχλης χωρίς να μιλάς
Η φωνή σου κατακερματισμένη σε δέκα κομμάτια
Αποζητούσε το λάγνο φως της αμφιλύκης
Για να αναστήσει την λέξη του άπιαστου ονείρου
Που κρυφά αποκοίμιζες
Πάνω στο χλοοτάπητα της μνήμης
Χιόνι λευκό άγγιζε τις αρτηρίες της γης
Απέθαντο και καρπερό όπως τις πηγές
Στα μογγολικά μάτια των Εσπερίδων
Άλλη μια μέρα μόνη να γεύομαι
Την αρμύρα του σπασμένου κοχυλιού 
Πλάι στο σκαλοπάτι της θάλασσας 
Μην απορείς... καλύψου!