Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

η γητεία της ανεμώνης

"Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης"



Στους αρμούς των δακτύλων μου

Μουσκεύουν τα δικά σου ρόδα

Ένα βράδυ σάλπαρες για τις

Ωκεάνιες φωλιές των αστερισμών

Η καραβίσια αρμύρα έγλειφε

Τις πληγές στα υπέρθυρα των ματιών σου

Ο φανός της μέρας κομμένος στα δύο

Λιποτακτούσε σβηστός στα χάη   

Που ταξιδεύουν τα μάτια σου;

Σε καρτέρεψα

Στις θαλασσινές αγκαλιές των σπηλαίων

Σε γεύτηκα

Σε ουρανίσκους άμωμων παρθένων

Σε λαχτάρισα

Σαν το έμπυο δάκρυ των μεθυσμένων ωρών

Σε λάτρεψα

Σαν που λατρεύουν τα μωρά τη ρώγα της μάνας

Δεν ήρθες


Φύσηξε βοριάς μες τη χοάνη της ψυχής

Άσπιλα όνειρα άνοιγαν μαύρες φτερούγες

Στη γραμμή των χειλιών μου είπα να σε κρύψω 

Να μη σε ψαύσει ο κρύος βλαστός της νύχτας  

Πρωινός αναβάτης εσύ το άρρητο ρίγος προσπερνάς 

Σαν άγρια βλαστωμένη πέτρα θα σε αναζητώ

-Άμπωτης των κουρσάρων θα γίνω πριν πνιγώ-

Πυρρόχρωμο η μάνα της νύχτας μου έστειλε ένα νεύμα

Ο έρωτας μου είπε ζει βαθιά μέσα στο ασήμι της ελιάς

Εκεί που ξεψυχά το τριζόνι της μοίρας

Το έχασα το στοίχημα με το άρμα του  ήλιου

Κι έμεινα μόνη με σαϊτιές να περιφράζω

Την όμορφη εικόνα σου


Την υπεροπτική ανεμώνη θα αγαπήσω τώρα 

Και τις βυθισμένες ανεμότρατες της Βιθυνίας

Ο άλιος καβαλάρης με προσπέρασε γελώντας 

Αλυσοδεμένος ο έρωτας πάνω στην ούγια της γης 

Αναριγεί πνοή καυτή της λήθης  

Δεν θα δειλιάσω στον εξώστη θα παραμείνω

Του απρόσμενου κόσμου μασώντας το σταυρουδάκι 

Του ματωμένου δίφθογγου

Μια πένθιμη ιέρεια της μοναξιάς θα γίνω

Να καρπίζω αργά την γητεμένη ανάσα

Της Περιβλέπτου οδύνης 

Έχοντας μοναδική συντροφιά την τρίαινα 

Του Ταινάριου Ποσειδώνα

Στους όρμους των δακτύλων μου

φυτρώνουν τα δικά σου ρόδα