Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

με συντροφεύουν οι πένθιμες ώρες σου



Δακρύζουν τ' αγάλματα
Λεπίδες πύρινες που σκίζουν τη πέτρα
Θυμήσου τον πόθο τον καταιγιστικό κι έλα...
Αναχωρούν οι νερομάνες πολυδαίδαλες
Αυλάκια να σκαλίσουν στα στήθη της κρήνης
Διέβλεψε την σκέψη των απόντων κι άφησε μακριά την λύπη...
Δακρύζουν κι οι σκληροί βοριάδες
Σαν απαντούν ορμέμφυτες ανατινάξεις στις πυραμίδες
Παραδέξου το πως ήξερες πόντο τον πόντο
Το υφάδι της χλαμύδας που ντύθηκα...

Εμένα άσε με μόνη
Να πλανιέμαι σαν αίολη νύχτα
Μοναχική κι απόκοσμη χωρίς πλησμονή
Να σφυρίζω τρελά σαν έλικας χαλασμένος
Εμένα άσε με εδώ
Επώδυνα μόνο να με συντροφεύουν
Οι πένθιμες ώρες σου
Αυτές τις ώρες που χρεία τις είχα μεγάλη
Μενταγιόν στο λαιμό να τις δέσω
Κλειδωνιά να τις κλείσω στα χείλη
Γιατί απλά σ' αγαπώ με τις διαστάσεις των θρύλων
Με τις επάλληλες ικεσίες των επαιτών σε ζητώ
Αν χαθείς οι αστερισμοί μου θα συγκλίνουν στο κενό
Μες στην χώρα των βυθισμένων φωνών θα με πάνε
Απλανής να χνωτίζω τα τζάμια μιας φαιάς τεφροδόχου
Και ζωή να χαρίζω ξανά στο ακριβό σου μονόγραμμα

Σκεβρώνουν τα γερτά παραθύρια
Όταν άστεγες μνήμες τα αγγίζουν
Σκέψου τα μικρά χαλικάκια στης ερημιάς το μπαλκόνι κι έλα...
Ανασκιρτούν τα αναχώματα της λήθης
Σαν να μέμφονται των σταυροφόρων την έφοδο
Φύλαξε την εικόνα του ήλιου στην παλάμη
Κι αφουγκράσου την πρώτη μας μέρα στον έρωτα...
Σκεβρώνουν τα οστά των πουλιών στα μεγάλα ταξίδια
Κι η αρμύρα συντρίβει τις λεπτές τους χορδές
Παραδέξου το πως ήξερες πόντο τον πόντο
Το υφάδι της χλαμύδας που ντύθηκα...