Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

ποιήματα 3

Το γλυπτό στη πλατεία
λυπήθηκε
το αόμματο δάφνινο στεφάνι

Δες ο ηλίανθος πως χλόμιασε
τη στιγμή που στην άμμο
κοσκινίζανε πόνο

Το καράβι χάθηκε
μες στο πράσινο ήλιο
που χαλίκια εκτόξευες

Στο ντεμπούτο της Άνοιξης
σκέφτηκες να χτυπήσεις
το ντέφι του γρύλου

Το ποτάμι του νου σου στέρεψε
μόλις έπεσε
στο πνιγμένο καράβι

Το νετρόνιο στα χέρια σου έλαμψε
όταν μέτρησες
του ήλιου τις χτένες

Η μικρή πασχαλίτσα
σου έστειλε
το χρησμό των μεγάλων κυκλώνων

Οι νεράιδες χορεύουν στο κάμπο
όταν φύεται
το άγουρο ρύζι

Στο παζάρι ο κισσός ξεπουλάει τη
πραμάτεια
του νάνου χειμώνα

Τις κορφές πυρπολείς με τη λόγχη σου
γιατί χόρεψες
της ζωής το πυρρίχιο

Δύο δίδυμοι ναύτες στον τοίχο
αφουγκράζονται
τον μπάλο του Πάτροκλου

Νωρίς έφυγες, δεν ήξερες ότι απόψε
ανάβουν τα νυχτέρια τους
οι αχινοί

Το μαντήλι που στο λαιμό σου έφερες
στο χαρίσαν
πειρατές μασκοφόροι

Το σκληρό το πετράδι υπηρέτησες
τη βραδιά
που εξωθούνταν ηφαίστεια